Περίληψη
Η νομοθεσία περί εμπορικών μισθώσεων εφαρμόζεται και στις μισθώσεις ακινήτων, που καταρτίζονται με εκμισθωτή Ν.Π.Δ.Δ. Μισθώσεις σχολικών κυλικείων. Δεν τυγχάνουν της προστασίας των εμπορικών μισθώσεων. Στην έννοια των σχολικών κυλικείων υπάγονται τα εγκατεστημένα σε δημόσια σχολεία βασικής εκπαίδευσης. Μισθώσεις κυλικείων ΟΑΕΔ. Εφαρμόζονται οι διατάξεις περί προστασίας της επαγγελματικής μίσθωσης. Μείωση ή συμψηφισμός δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση κοινής υπαιτιότητας ή μερικής νίκης και ήττας, σε δικες Ν.Π.Δ.Δ. Μη εφαρμογή σχετικών διατάξεων στις δίκες του ΟΑΕΔ διότι, ενώ αποτελεί ν.π.δ.δ., η νομική του υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Απορρίπτει αναίρεση της υπ` αριθ. 457/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Αριθμός 68/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία “ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ – ΟΑΕΔ”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ηλιοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης:…, κατοίκου … η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 26-9-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 877/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 457/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ` αριθμ. 457/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία αφού δέχθηκε ως βάσιμη κατ` ουσία την από 10-11-2013 έφεση του αναιρεσείοντος Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού κατά της υπ` αριθμ. 877/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η από 14-1-2013 αγωγή του αναιρεσείοντος με αντικείμενο την καταγγελία της μίσθωσης ενός ακινήτου του προς την αναιρεσίβλητη, στη συνέχεια εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, εξέτασε την αγωγή και την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη στην κύρια βάση της και ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας στην επικουρική βάση της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω ν. 4335/2015, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την 1.1.2016, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν… και 6) αν η απόφαση δεν είχε νόμιμη βάση… Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 608/2015, ΑΠ 91/2015), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015). Οι έξι λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθ. 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται πλήρως.
Οι διατάξεις του ν. 813/1978 “περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων”, όπως ισχύουν (μετά την ισχύ του π.δ. 34/10-2-1995 που κωδικοποίησε τις διατάξεις νόμων περί εμπορικών μισθώσεων και τις τροποποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν σ` αυτόν με τους νόμους 2741/1999, 4257/2014 και 4373/2016), εφαρμόζονται και στις μισθώσεις ακινήτων, που καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, ως εκμισθωτή, υπό την προϋπόθεση ότι οι μισθώσεις αυτές εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 αυτού (ήδη 1 και 2, 3 του ανωτέρω π.δ.), διότι ο ν. 813/1978, σε σχέση με τις προστατευόμενες μισθώσεις επαγγελματικής στέγης, περιέχει ρύθμιση ειδική, η οποία, ως τέτοια, επικρατεί της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διαχείριση της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΑΠ 1063/2015, ΑΠ 304/2014, ΑΠ 806/2012). Ενόψει αυτών, στις μισθώσεις, που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 813/1978, οι οποίες καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ. 12/12-11-1929 “περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων”, οι διατάξεις του π.δ. 715/1979 “περί τρόπου ενεργείας υπό των ΝΠΔΔ προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεων κινητών πραγμάτων ως και εκτελέσεως εργασιών”, το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 4 του ν.δ. 496/1974, του ν. 3130/2003 “μισθώσεις για στέγαση Δημοσίου κλπ”, που αντικατέστησε το π.δ. 19/19.11.1932 (από το οποίο, επίσης, το π.δ. ήταν επικρατέστερο), αλλά και του β.δ. 266/1971 “περί αγοράς ή πωλήσεως ακινήτων, προμηθειών, μισθώσεων και άλλων δαπανών του Ο.Α.Ε.Δ.”, το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν.δ. 212/1969, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα π.δ. 227/1974 (ΦΕΚ 81 Α`/74), 1005/1980 (ΦΕΚ 253 Α`/80), 111/1987 και το άρθρο 26 ν. 2434/1996 “Μέτρα για την απασχόληση, επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και άλλες διατάξεις” και αφορά στις μισθώσεις που συνάπτει ως εκμισθωτής το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία “Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού”, το οποίο συστάθηκε με το ν.δ. 2961/1954 και μετονομάσθηκε ως άνω, αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με το ν.δ. 212/1969. Και τούτο, διότι οι διατάξεις του ν. 813/1978 ως ειδικές, κατισχύουν των διατάξεων αυτών.
Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του π.δ. 34/1995, ορίζεται η έννοια της εμπορικής μίσθωσης και ποιες μισθώσεις καταλαμβάνονται από την εφαρμογή αυτού. Έτσι, μεταξύ άλλων, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 περ. α` του ως άνω π.δ., στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται, εκτός άλλων, και οι μισθώσεις ακινήτων προς επιχείρηση σε αυτά εμπορικών πράξεων ή προς άσκηση επαγγέλματος ή δραστηριότητας προστατευόμενης από το νόμο αυτόν. Στο άρθρο 4 του ως άνω π.δ., περιέχεται μια σειρά ρυθμίσεων, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι η εισαγωγή εξαιρέσεων από την προστασία της νομοθεσίας για τις εμπορικές μισθώσεις. Με τις ρυθμίσεις αυτές συγκροτείται ουσιαστικά μια κατηγορία ακινήτων, τα οποία είναι γενικώς ανεπίδεκτα επαγγελματικής μίσθωσης, αφού η μίσθωσή τους, σύμφωνα με τις επιμέρους διατάξεις του άρθρου 4, δεν υπάγεται στην προστασία του π.δ. 34/1995, τούτο δε ανεξάρτητα από τη συνομολογημένη χρήση τους. Τέτοια είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. ι` του π.δ. 34/1995, και η μίσθωση σχολικών κυλικείων. Η έννοια του σχολικού κυλικείου δεν είναι καθορισμένη στο νόμο και, συνεπώς, εφόσον με την ανωτέρω διάταξη (4 § 1 εδ. Γ) καθιερώνεται εξαίρεση από την προστασία του π.δ. 34/1995, αυτή είναι στενά ερμηνευτέα. Σχολικό είναι το κυλικείο εκείνο που βρίσκεται μέσα στο χώρο του σχολείου, που μπορεί να είναι στο κυρίως κτίριο είτε στον αύλειο χώρο. Σε σχέση με την έννοια του σχολικού κυλικείου σε αυτά περιλαμβάνονται τα κυλικεία που είναι εγκατεστημένα στα δημόσια σχολεία βασικής εκπαίδευσης (δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο) και, επομένως, η ανωτέρω εξαίρεση δεν αφορά τις υπόλοιπες βαθμίδες ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης, ούτε, όμως, τα κυλικεία των ιδιωτικών σχολείων.
Περαιτέρω στο άρθρο 5 παρ 6 του νόμου 1894/1990 ορίζεται ότι “Ως δημόσια σχολεία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης θεωρούνται όσα ορίζονται ως τέτοια από την αντίστοιχη νομοθεσία, όπως ισχύει κάθε φορά”.
Συνεπώς για τον χαρακτηρισμό ενός σχολείου ως δημοσίου λαμβάνονται υπόψη οι οικείες διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του σχολείου. Περαιτέρω με την παρ. 14 του πιο πάνω άρθρου 5 του ν. 1894/1990, ορίζεται ότι “…με αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου”. Με βάση την παρεχόμενη από το άρθρο αυτό εξουσιοδότηση εκδόθησαν διαδοχικά και η Δ4/355/2-6-1994 (ΦΕΚ 506 Β`/30-6-1994), Δ4/11927/3-2-2004 (ΦΕΚ 242 Β`/9-2-2004) και Δ4/64321/2008 (ΦΕΚ 1003 Β`/30-5-2008) κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΚΥΑ). Όλες αυτές οι αποφάσεις έχουν ως τίτλο “Λειτουργία κυλικείων δημοσίων σχολείων” και από το περιεχόμενό τους με σαφήνεια προκύπτει ότι ρυθμίζουν θέματα μόνο των κυλικείων των δημόσιων σχολείων, αφού άλλωστε το αντίθετο δεν θα ήταν σύννομο, γιατί δεν θα υπήρχε η απαιτούμενη νομοθετική εξουσιοδότηση. Με τη δεύτερη από τις πιο πάνω ΚΥΑ (Δ4/11927/3-2-2004) που άρχισε να ισχύει στις 9-2-2004 ορίστηκε εκτός άλλων, ότι η ανάθεση της λειτουργίας και εκμετάλλευσης των κυλικείων των δημόσιων σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης γίνεται μόνο κατόπιν διαγωνισμού και ότι “οι συμβάσεις ισχύουν για τέσσερα χρόνια, αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν την 30η Ιουνίου του τέταρτου έτους”. Η πιο πάνω Κ.Υ.Α. Δ4/11927/3-2-2004 καταργήθηκε με την προαναφερόμενη νεότερη Κ.Υ.Α. Δ4/64321/2008 που άρχισε να ισχύει στις 30-5-2008 και με την οποία, εκτός άλλων α) ορίστηκε – και πάλι – ότι η ανάθεση της λειτουργίας και εκμετάλλευσης των κυλικείων των δημόσιων σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης γίνεται μόνο κατόπιν διαγωνισμού, β) ορίστηκε ότι “οι συμβάσεις ισχύουν για έξι χρόνια, αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν την 30 Ιουνίου του έκτου έτους” και γ) καταργήθηκαν οι προηγούμενες Κ.Υ.Α. Δ4/355/2-6-1994 και Δ4/11927/3-2-2004 και ορίστηκε ότι οι συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί με τις πιο πάνω καταργούμενες Κ.Υ.Α. δεν θίγονται. Επίσης το άρθρο 3 ν. 3475/2006 ορίζει ότι: “Η δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση παρέχεται στα Επαγγελματικά Λύκεια (ΕΠΑ.Λ.) και τις Επαγγελματικές Σχολές (ΕΠΑ.Σ.). Οι εκπαιδευτικές αυτές μονάδες ανήκουν στη δευτεροβάθμια μεταγυμνασιακή εκπαίδευση”. Περαιτέρω στο άρθρο 2 παρ. 1 και 3 του ν. 2956/2001 ορίζεται ότι: “Σκοπός Ο.Α.Ε.Δ. 1. Ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), ο οποίος συστάθηκε με το Ν.Δ. 2961/1954 “περί Συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας” (ΦΕΚ 197 Α`) και ο οποίος μετονομάσθηκε σε Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) με το Ν.Δ. 212/1969 “Περί οργανώσεως και διοικήσεως του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού” (ΦΕΚ 112 Α`), αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με έδρα την Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων…. 3. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μεριμνά ιδίως: α)…., η) για την εφαρμογή της δευτεροβάθμιας τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος και την ανάπτυξη του συστήματος της μαθητείας με σκοπό τη βελτίωση της δυνατότητας ένταξης των νέων στην ενεργό επαγγελματική ζωή”. Στο άρθρο δε 5 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: “Υπηρεσίες – Οργανισμός του Ο.Α.Ε.Δ. 1. Οι υπηρεσίες του Ο.Α.Ε.Δ. αποτελούνται από: α)…, 6) τις Εκπαιδευτικές Μονάδες (Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια (Τ.Ε.Ε.)… Ο ΟΑΕΔ δραστηριοποιείται στον τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με τη λειτουργία: Επαγγελματικών Σχολών (ΕΠΑ.Σ.) Μαθητείας, Σχολών Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΕΚ), Πειραματικών Σχολών Επαγγελματικής Κατάρτισης (Π.Σ.Ε.Κ), Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ) μεταλυκειακού επιπέδου, Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης Ενηλίκων (Κ.Ε.Κ), Σχολών ΚΕΚ – ΑΜΕΑ και Γραφείων Διασύνδεσης Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (Γ.Δ.Ε.Ε) με την αγορά εργασίας. Οι ΕΠΑ.Σ. Μαθητείας ΟΑΕΔ είναι σχολές που ανήκουν στη τυπική Δευτεροβάθμια Επαγγελματική Εκπαίδευση (Ν. 3475/06). Επομένως παράλληλα με τις ΕΠΑ.Σ. ο ΟΑΕΔ λειτουργεί και σχολές μη τυπικής εκπαίδευσης/εκπαίδευσης ενηλίκων, όπως τα μεταδευτεροβάθμια Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ ΟΑΕΔ) και τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ ΟΑΕΔ). Στο άρθρο 26 ν. 2434/1996 ορίζεται ότι: “1. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και κοινωνικών Ασφαλίσεων που εκδίδονται μετά από πρόταση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., οι κατά την δημοσίευση του παρόντος λειτουργούσες στους νομούς της χώρας Εκπαιδευτικές Μονάδες του Ο.Α.Ε.Δ. (Σχολές Μαθητείας (Σ.Μ.). Ινστιτούτα Επαγγελματικής κατάρτισης (Ι.Ε.K.), κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.K.), κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης κοινωνικού Αποκλεισμού (Κ.Ε.Κ. Κοινωνικού Αποκλεισμού) κ.λπ.) και οι Εκπαιδευτικές Μονάδες που θα ιδρυθούν μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού μπορεί να συγκροτούνται σε ενιαία ΚΕΝΤΡΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕKΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚAΤΑΡΤΙΣΗΣ (Κ.Ε.Τ.Ε.Κ.). Ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αντίστοιχος του από το άρθρο 559 αριθμ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013, ΑΠ 938/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 14-1-2013 ένδικης αγωγής, που παραδεκτώς ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι κατόπιν της με αριθμό 125/1/08-01-2009 απόφασης του ΔΣ του ΟΑΕΔ με την οποία είχε εγκριθεί προκήρυξη δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού για την εκμίσθωση των κυλικείων των σχολών μαθητείας του ΟΑΕΔ, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και το κυλικείο του ΚΕΤΕΚ Ηρακλείου Κρήτης, το τελευταίο εκμισθώθηκε στην εναγομένη δυνάμει του από 1-4-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, σύμφωνα με την με αριθμό …99/10/3-3-09 απόφαση κατακύρωσης του ΔΣ του Οργανισμού. Οτι το ένδικο κυλικείο βρίσκεται στο ισόγειο του κτιριακού συγκροτήματος που στεγάζεται το ΚΕΤΕΚ Ηρακλείου Κρήτης στην περιοχή … στην οδό … αριθμός …, η δε διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε διετής αρχόμενη την 1/4/2009 και λήγουσα την 31/3/2011 και το ετήσιο μίσθωμα στο ποσό των 7.150 €. Ότι η εν λόγω μίσθωση, ως μίσθωση σχολικού κυλικείου δεν υπάγεται στις διατάξεις του ΠΔ 34/95 εξαιρουμένη ρητά της προστασίας των επαγγελματικών μισθώσεων κατ` άρθρο 10 παρ. 8 του Ν. 2327/95, λήξασα ως αστική μίσθωση ορισμένου χρόνου με την πάροδο της συμφωνημένης διάρκειας της μίσθωσης στις 31/3/2011. Ζητεί δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδώσει τη χρήση του ένδικου κυλικείου στον ενάγοντα λόγω παρόδου της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, άλλως λόγω λήξης αυτής με την διαλαμβανόμενη στην αγωγή καταγγελία της, αν θεωρηθεί ότι μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, καταδικαζομένης συγχρόνως και στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί αυτής της αγωγής που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου εκδόθηκε η με αριθμό 877/2013 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε. Κατά της αποφάσεως ασκήθηκε έφεση από τον ενάγοντα ΟΑΕΔ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Το συγκεκριμένο δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, ως προς το νόμιμο της αγωγής, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: “Περαιτέρω, όμως, η αγωγή του εκκαλούντος, έχοντας το παραπάνω ιστορικό και αίτημα, ήταν απορριπτέα ως α) μη νόμιμη στην κύρια βάση της, δεδομένου ότι στο δικόγραφο αυτής περιλαμβάνονται όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η ένδικη μίσθωση εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις του π.δ. 34/1995 για τη νόμιμη χρονική διάρκειά της και, συνεπώς, ότι αυτή δεν έληξε με την πάροδο της συμβατικής διάρκειάς της ώστε να υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης να αποδώσει το μίσθιο κυλικείο εκ του λόγου αυτού, και β) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας στην επικουρική βάση της, διότι το ενάγον δεν εκθέτει σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να κρίνει αν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου για την ισχύ της καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης…., η οποία, και από το ενάγον αντιμετωπίζεται ως μίσθωση ορισμένου χρόνου, όπως, άλλωστε, είναι. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού με την εκκαλουμένη έκρινε διαφορετικά, δηλαδή έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και στις δύο βάσεις και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη το μεν ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής στην κύρια βάση της, το δε ως προς το ορισμένο της αγωγής στην επικουρική της βάση. Επομένως, αφού το εφετείο έχει την εξουσία να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως (χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου) το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), μπορεί να την απορρίψει ως αόριστη ή νομικά αβάσιμη, έστω και αν ο ενάγων εκκαλεί και παραπονείται για την ουσιαστική απόρριψή της. Η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα ενάγοντα εν σχέσει με την εκκαλούμενη και οι συνέπειες από την απόρριψη της αγωγής για τον ένα ή τον άλλο λόγο διαφορετικές. Γι` αυτό, δεν αντικαθίστανται οι αιτιολογίες κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, αλλά εξαφανίζεται η προσβαλλόμενη και απορρίπτεται η αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη…..
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, που το εκκαλούν – ενάγον παραπονείται για την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής του, πρέπει, άνευ ειδικού προς τούτο παραπόνου του εκκαλούντος, να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως βάσιμη κατ` ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό για έρευνά της και μετά από εξέταση της αγωγής, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη στην κύρια βάση της και ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, στην επικουρική της βάση”.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι στις μισθώσεις των κυλικείων του ΟΑΕΔ εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 34/1995 περί προστασίας της επαγγελματικής μίσθωσης, ως ειδικές διατάξεις, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και της έννοιας των ειδικών διατάξεων δεδομένου ότι οι διατάξεις του β.δ. 266/1971 “περί αγοράς ή πωλήσεως ακινήτων, προμηθειών μισθώσεων και άλλων δαπανών του ΟΑΕΔ”, το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν.δ. 212/1969, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 227/1974, 1005/1980, 111/1987 και το άρθρο 26 του ν. 2434/1996, αποτελούν ειδικές διατάξεις, οι οποίες θεσπίστηκαν αποκλειστικά για τον ΟΑΕΔ και αφορούν τις μισθώσεις που συνάπτει ως εκμισθωτής και ως εκ τούτου κατισχύουν πάσης άλλης διάταξης. Υπό το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί επί του αριθμού 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι όπως αναφέρθηκε και στη σχετική με το συγκεκριμένο θέμα νομική σκέψη, οι διατάξεις του ν. 813/1978 “περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων”, όπως ισχύουν (μετά την ισχύ του π.δ. 34/10-2-1995 που κωδικοποίησε τις διατάξεις νόμων περί εμπορικών μισθώσεων και τις τροποποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν σ` αυτόν με τους νόμους 2741/1999, 4257/2014 και 4373/2016), εφαρμόζονται και στις μισθώσεις ακινήτων, που καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, ως εκμισθωτή, υπό την προϋπόθεση ότι οι μισθώσεις αυτές εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 αυτού (ήδη 1 και 2, 3 του ανωτέρω π.δ.), διότι ο ν. 813/1978, σε σχέση με τις προστατευόμενες μισθώσεις επαγγελματικής στέγης, περιέχει ρύθμιση ειδική, η οποία, ως τέτοια, επικρατεί της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διαχείριση της περιουσίας των ΝΠΔΔ. (ΑΠ 1063/2015, ΑΠ 304/2014, ΑΠ 806/2012), δηλ. ως ειδικές, κατισχύουν των διατάξεων αυτών.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει υποπέσει στην νομική πλημμέλεια της παράβασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθότι προβαίνει σε μια εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων 1, 2, 3 και 4 παρ. 1 του π.δ. 34/1995, που ορίζουν ποιες είναι εκ του νόμου οι προστατευόμενες μισθώσεις και ποιες μισθώσεις εξαιρούνται της προστασίας του ως άνω π.δ. καθώς επίσης και των διατάξεων των νόμων 1566/1985, 1894/1990, 2327/1995 και 3475/2006 με συνέπεια να μην θεωρεί δημόσια σχολικά κυλικεία τα κυλικεία του ΟΑΕΔ. Η απόφαση ειδικότερα, δέχτηκε κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι “στη διάταξη του αρ. 4 παρ. 1 εδ. 1 του π.δ. 34/1995, η οποία εισάγει εξαίρεση από τις προστατευτικές διατάξεις του ως άνω π.δ. για τις μισθώσεις σχολικών κυλικείων, δεν υπάγεται το ένδικο μίσθιο αλλά η πιο πάνω εξαίρεση περιλαμβάνει μόνο τα κυλικεία που είναι εγκατεστημένα στα δημόσια σχολεία βασικής εκπαίδευσης, στην έννοια των οποίων δεν εμπίπτει το επίδικο κυλικείο, που λειτουργεί στο Κέντρο Επαγγελματικής Τεχνικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης Ηρακλείου δηλ. σε αυτοτελές και αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και άρα η ένδικη μίσθωση ως εμπορική ισχύει για δώδεκα έτη” και απέρριψε ως κατ` ουσία αβάσιμους τους λόγους της έφεσης. Επί των αιτιάσεών του αυτών πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντα και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, στη συνέχεια ερευνώντας την αγωγή απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την κύρια βάση της και ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την επικουρική της βάση. Επομένως ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση (ΑΠ 269/1993), διότι το Εφετείο δεν στηρίχθηκε στα περιστατικά που αναφέρονται για τη θεμελίωση του λόγου αυτού και δεν απέρριψε τα αιτήματα της αγωγής (κύριο και επικουρικό) ως αβάσιμα κατ` ουσία δεχόμενο σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης ότι “στη διάταξη του αρ. 4 παρ. 1 εδ. 1 του π.δ. 34/1995, η οποία εισάγει εξαίρεση από τις προστατευτικές διατάξεις του π.δ 34/1995. για τις μισθώσεις σχολικών κυλικείων, δεν υπάγεται το ένδικο μίσθιο αλλά η πιο πάνω εξαίρεση περιλαμβάνει μόνο τα κυλικεία που είναι εγκατεστημένα στα δημόσια σχολεία βασικής εκπαίδευσης, στην έννοια των οποίων δεν εμπίπτει το επίδικο κυλικείο, που λειτουργεί στο Κέντρο Επαγγελματικής Τεχνικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης Ηρακλείου δηλ. σε αυτοτελές και αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και άρα η ένδικη μίσθωση ως εμπορική ισχύει για δώδεκα έτη”, αλλά έκρινε ότι η αγωγή είναι “α) μη νόμιμη στην κύρια βάση της, δεδομένου ότι στο δικόγραφο αυτής περιλαμβάνονται όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η ένδικη μίσθωση εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις του π.δ. 34/1995 για τη νόμιμη χρονική διάρκειά της και, συνεπώς, ότι αυτή δεν έληξε με την πάροδο της συμβατικής διάρκειάς της ώστε να υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης να αποδώσει το μίσθιο κυλικείο εκ του λόγου αυτού, και β) απαράδεκτη λόγω αοριστίας στην επικουρική βάση της, διότι το ενάγον δεν εκθέτει σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να κρίνει αν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου για την ισχύ της καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης η οποία, και από το ενάγον αντιμετωπίζεται ως μίσθωση ορισμένου χρόνου, όπως, άλλωστε, είναι”.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 285 του ν. 2717/1999, 22 του ν. 3693/1957, 5 του ν. 1738/1987 και Κ.Υ.Α 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου και περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση κοινής υπαιτιότητας ή μερικής νίκης και ήττας, έχουν εφαρμογή μόνο στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ. απολαύει, βάσει διατάξεως νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή των άνω περί δικαστικής δαπάνης διατάξεων (σχ. ΑΠ 611/2018, ΑΠ 1228/2009 και 1277/1993). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείον ΟΑΕΔ αποτελεί ν.π.δ.δ., η νομική του υπηρεσία όμως δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και συνεπώς, μολονότι εφαρμόζονται σ` αυτό οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4182/2013, δεν εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις για μείωση ή συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης. Μετά τις ανωτέρω σκέψεις πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ../2017 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ` αριθμ. 457/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα ΟΑΕΔ στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2019.
