Αγωγή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στα πλαίσια θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος

Αγωγή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στα πλαίσια θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος. Αναγκαίες διατυπώσεις για την σύννομη παραίτηση από το δικόγραφο ενδίκου μέσου όπως η έφεση άνευ συναινεσεως του εφεσίβλητου. Εμπρόθεσμο αυτής. Δύναται να λάβει χώρα και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος ο οποίος δεν απαιτείται να φέρει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα. Για την εγκυρότητα της παραίτησης από το δικόγραφο της έφεσης δεν απαιτείται κλήτευση του εφεσιβλήτου. Η νόμιμη ολική ή μερική παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης επιφέρει αντιστοίχως κατάργηση της δίκης ανάλογα με το εύρος της παραίτησης. Αποφάσεις υποκείμενες παραδεκτά σε έφεση είναι μόνο οι εν όλω οριστικές αποφάσεις και όχι οι εν μέρει οριστικές αλλά και οι μη οριστικές αποφάσεις. Προσδιορισμός εκάστης των άνω κατηγοριών δικαστικών αποφάσεων. Οι εν μέρει οριστικές δεν υπόκεινται σε έφεση ούτε ως προς τις οριστικές τους διατάξεις. Εξαιρέσεις στην άνω ρύθμιση όπως επί συνεκδίκασης αγωγής και ανταγωγής όπου εκδίδεται οριστική απόφαση για τη μία από αυτές και μη οριστική για την άλλη αλλά και επί απλής ομοδικίας διαδίκων. Αυτεπάγγελτη έρευνα από το δικαστήριο όλων των προϋποθέσεων παραδεκτού της έφεσης όπως το εκκλητό της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν ελλείπουν η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Δεδομένου πως διά της εφέσεως αναβιώνει η εκκρεμοδικία της αγωγής, ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί του δικογράφου της αγωγής και ενώπιον του εφετείου. Προϋποθέσεις. Απαράδεκτο της μεταβολής του αιτήματος της αγωγής μετά την εκκρεμοδικία. Εξαιρέσεις. Ο ενάγων δεν μπορεί παραδεκτά να περιορίσει το αίτημα της αγωγής του ενώπιον του Εφετείου αλλά μόνο στον πρώτο βαθμό. Τόκος επιδίκίας. Ύψος αυτού. Βάσιμο αιτήματος του εναγομένου για κατ εξαίρεση επιβολής τόκων υπερημερίας. Σφάλμα του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς το ύψος των επιδικαζόμενων κονδυλίων χρηματικής ικανοποίησης αλλά και ως προς την απόρριψη του αιτήματος του εναγομένου για επιβολή τόκων υπερημερίας και όχι επιδικίας. Δέχεται εφέσεις και εξαφανίζει την 153/2022 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Κρατεί και δικάζει. Δέχεται εν μέρει αγωγή.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 46/2024

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Ελευθέριο Συσκάκη, Εφέτη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος Εφετών και από το Γραμματέα Εμμανουήλ Περράκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2023, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1)……………………του ……………. κατοίκου Χανιών οδός ……………….. αρίθμ. ……, με ΑΦΜ ………….., 2) …………… του ……………., κατοίκου …………….Χανίων με ΑΦΜ …………….. ατομικά και ως συνασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του ……………. του ……….., 3) ……………του ………… κατοίκου Χανίων, οδός …….. αριθμ. ….., με ΑΦΜ ………………, 4) ……………… του …………., κατοίκου Χανίων με ΑΦΜ …………….., ατομικά και ως συνασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του …………………. του …………., 5) …………….. συζ. …………. το γένος …………….. κατοίκου Χανίων, με ΑΦΜ …………….., ατομικά και ως συνασκούσης τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της ……………. του ……………., 6) …………….. συζ. ………………. το γένος ……………… με ΑΦΜ …………………, κατοίκου Χανίων ατομικά και ως συνασκούσης τη γονική μέριμνα της ανηλίκου θυγατέρας της ……………… του ………., 7) ………….. συζ. ……………… το γένος ………………., κατοίκου Χανίων με ΑΦΜ ……………… και 8) …………….. συζ. …………….. το γένος …………….. κατοίκου Χανιών με ΑΦΜ …………………, οι οποίοι παραστάθηκαν οι 1ος και 2ος μετά, οι δε λοιποί δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Βασιλείου Β. Σπανουδάκη (AM Δ.Σ. Ηρακλείου 1.213) και κατέθεσαν προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ-ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …………… του …………… με ΑΦΜ ………….., 2) ……………. του ……………… με ΑΦΜ ……………….., κατοίκων …………….. Αττικής οδός ………………… αριθμ …. και 3) Της ανώνυνης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………………. Ανώνυμη Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρεία» με ΑΦΜ ………………… που εδρεύει στην Αθήνα ………… αριθμ. ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ελένης Κιοσκλή (AM Δ.Σ. Ηρακλείου 696) και κατέθεσαν προτάσεις.

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες-εφεσίβλητοι ………………… κλπ. άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων την από. 10-1-2019 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./…./2019 αγωγή τους κατά των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων-εκκαλούντων. Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την 153/2022 εν μέρει οριστική του απόφαση, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης κατά το αίτημα επιδίκασης των εξόδων κηδείας, και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης ως προς αυτό, και κατά τα λοιπά δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παράπονούνται: Α) οι ενάγοντες με την από 8-7-2022 και αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΕΦ …../8-7-2022 (αριθμ. καταθ. εφετ. ……../11-7-2022) έφεσή τους, με πράξη ορισμού δικασίμου για αυτήν που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, Β) οι εναγόμενοι με την από 9-7-2020 και αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΕΦ …./11-7-2022 (αριθμ. καταθ. εφετ. ……/13-7-2022) έφεσή τους, με πράξη ορισμού δικασίμου για αυτήν που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συνεκφώνηση των υποθέσεων από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, Α) η από 8-7-2022, και αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΕΦ …./8-7-2022 /(αριθμ. καταθ. εφετ. ……./11-7-2022), έφεση των εναγόντων ……………………. κλπ. και Β) η από 9-7-2020 και αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΕΦ ……/11-7-2022 (αριθμ. καταθ. εφετ. ……../13-7-2022), έφεση των εναγομένων ήδη εφεσιβλήτων-εκκαλούντων κατά της εν μέρει οριστικής 153/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν με την ίδια διαδικασία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 31, 246, 285 και 524 ΚΠολΔ, ως συναφείς, διότι κατά τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων

II.Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο είτε από τον κατ` αρθ. 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος μάλιστα δεν απαιτείται να έχει ειδική προς τούτο (για την παραίτηση από το δικόγραφο) πληρεξουσιότητα (αφού αυτή κατ` αρθ. 98 ΚΠολΔ απαιτείται για την παραίτηση από το σχετικό του δικαίωμα), αρκούσης και της γενικής (αρθ. 94§1, 96§1 ΚΠολΔ). Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η έφεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκταση της) κατάργηση της δίκης (ΑΠ 300/2019, 219/2012 ΝΟΜΟΣ). Για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του εφεσίβλητου, αφού αυτός και αν τυχόν κληθεί και παρίσταται δεν μπορεί να αντιταχθεί σε αυτή, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της έφεσης (σχετ. ΟλΑΠ 25/2005 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 153/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 776/2010, ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ. 183/2013 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης της δεύτερης (Β1) έφεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, η πληρεξουσία δικηγόρος των εκκαλούντων, με προφορική δήλωσή της ενώπιον του ακροατηρίου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, πριν την έναρξη της προφορικής συζήτησης της ουσίας της υπόθεσης, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της έφεσης ως προς τον πρώτο (1°) των εφεσιβλήτων ……………….. του …………………….. Η δήλωση αυτή, έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε η δεύτερη (Β) έφεση ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων και πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη γι’ αυτόν το διάδικο.

III.Φέρονται αρμοδίως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) οι ως άνω με στοιχεία (Α) και (Β) εφέσεις κατά, της εν μέρει οριστικής 153/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών άρθρου 614 περ. 6 ΚΠολΔ. Έχουν δε, ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, και είναι παραδεκτές, πλην της με στοιχείο (Α) έφεσης κατά το μέρος που ασκείται από τον πρώτο εκκαλούντσ, για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω. Είναι δε, κατά το μέρος που έχουν ασκηθεί παραδεκτά, εμπρόθεσμες, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ από τη δημοσίευσή της, την 9-6-2022, μέχρι την άσκηση τους, στις 8-7-2022 και 11-7-2022 αντίστοιχα, δεν παρήλθε η προβλεπόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 518 ΚΠολΔ, προθεσμία των δύο (2) ετών (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1,` 517, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επιπλέον, για το παραδεκτό τους, προκαταβλήθηκε από τους εκκαλούντες καθεμίας έφεσης, κατά την κατάθεσή της, το οριζόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Αβ του ΚΠολΔ, παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ, και συγκεκριμένα: i) για τους εκκαλούντες της με στοιχείο (Α) έφεσης με το με αριθμό ………………………………. ηλεκτρονικό παράβολο, ii) για τους εκκαλούντες της με στοιχείο (Β) έφεσης με το με αριθμό ………………………. ηλεκτρονικό παράβολο, (βλ. σχετική βεβαίωση του Γραμματέα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επί των εκθέσεων καταθέσεως εκάστης εφέσεως). Επομένως, ένδικες εφέσεις πρέπει, αφού γίνουν τυπικά δεκτές, να ερευνηθούν περαιτέρω κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, για να κριθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ)

IV. Με την από 10-1-2019 και με αριθμ. έκθ. κατάθεσης ……./2019 αγωγή τους, οι ενάγοντες ……………….. κλπ., κατά των εναγoμένων …………………. κλπ. ισχυρίσθηκαν ότι κατά τον ειδικότερα αναφερόμενο σε αυτή τόπο και χρόνο από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου …………………….., οδηγού του με αριθμ. κυκλοφ. …………….. Ι.Χ.Ε αυτοκίνητου, προστηθέντος στην οδήγηση αυτού από την κυρία αυτού δεύτερη εναγομένη, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο για την έναντι των τρίτων ευθύνη στη τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, προκλήθηκε αυτοκινητικό δυστύχημα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο της …………………….., συζύγου του πρώτου ενάγοντος, μητέρας του δευτέρου τρίτου και τέταρτου των εναγόντων, γιαγιά των ανηλίκων …………………………. (εκπροσωπούμενη από τους γονείς της 2° και 6η των εναγόντων) και …………………….(εκπροσωπούμενη από τους γονείς της 4° και 5η των εναγόντων), πεθερά της πέμπτης και έκτης των εναγόντων και αδελφής της έβδομης και όγδοης των εναγόντων, κατά τη σύγκρουση των οχημάτων, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησαν δε, μετά από νομότυπο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, στο ακροατήριό του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και με τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 223, 224, 294, 295 παρ.1 και 297 του ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας: 1) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.624 ευρώ για δαπάνη εξόδων κηδείας, το ποσό των 36.000 € ως αποζημίωση στέρησης της συνεισφοράς της θανούσης επί πενταετία και το ποσό των 200.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, 2) σε καθένα από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων το ποσό των 200.000 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, 3) σε κάθε μία από τις πέμπτη και έκτη των εναγόντων το ποσό των 100.000 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, 4) σε κάθε μία από τις εγγονές της αποβιωσάσης το ποσό των 100.000 €, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, 5) σε κάθε μία από τις έβδομη και όγδοη των εναγόντων το ποσό των 100.000 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, και κάθε επιμέρους ποσό με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική δαπάνη τους. Επί της ως άνω αγωγής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 153/2022 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης κατά το αίτημα επιδίκασης των εξόδων κηδείας, ύψους 1.624 ευρώ και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης ως προς το ανωτέρω κονδύλιο προκειμένου να προσκομιστεί βεβαίωση του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα, από την οποία να προκύπτει το ποσό που επιδοτήθηκε ή δικαιούται να εισπράξει ο πρώτος ενάγων για έξοδα κηδείας, και κατά τα λοιπά δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή.

Κατά της ως άνω εκκαλουμένης απόφασης παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων: 1) οι ενάγοντες με την υπό στοιχείο (Α) έφεσή τους, ζητώντας την εξαφάνισή της εκκαλουμένης με σκοπό να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, 2) οι εναγόμενοι με την υπό στοιχείο (Β) έφεσή τους, ζητώντας την εξαφάνισή άλλως την μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, άλλως να επιδικασθούν μικρότερα ποσά.

V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 β` ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της έφεσης συγχωρείται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 308, 309, 321 και 539 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, οριστική απόφαση είτε του πρωτοβάθμιου είτε του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι εκείνη που περατώνει τη δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής, που απεκδύει τον δικαστή της περαιτέρω εξουσίας του σχετικά με το αγωγικό αίτημα. Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της απόφασης και περιέχει τη θέληση και διαταγή του δικαστηρίου, ή και στο σκεπτικό, αλλά ρητώς και σαφώς. Σε έφεση υπόκεινται μόνο οι «εν όλω» οριστικές αποφάσεις. Οι εν μέρει οριστικές δεν υπόκεινται σε έφεση ούτε ως προς τις οριστικές τους διατάξεις (Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, εκδ. ε’, παράγρ. 207 και 223 -επ.). Εν μέρει οριστική είναι μεταξύ άλλων και η απόφαση, με την οποία περατώνεται η δίκη σε ορισμένο κεφάλαιο μόνο αυτής, ενώ για τα υπόλοιπα εξακολουθεί να είναι εκκρεμής, και εκείνη που δέχεται την αγωγή ως προς ορισμένα κονδύλια, ενώ ως προς άλλα αναστέλλει την πρόοδο της δίκης. Σκοπός της απαγορεύσεως είναι η αποφυγή κατατμήσεως της διαφοράς. Συνακόλουθα, από τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 β ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 218 § 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι, σε περίπτωση αντικειμενικής σωρεύσεως αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου σε ένα δικόγραφο, η απόφαση που περατώνει την δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται σε προσβολή με τα ως άνω ένδικα μέσα ιδίώς όταν οι υποβληθείσες αξιώσεις τελούν μεταξύ τους σε σχέση εξαρτήσεως, δηλαδή η μία είναι παρεπόμενη της άλλης και η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση της άλλης (ΟλΑΠ 1/2019, ΑΠ 409/2009, ΑΠ 1060/2004, ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 81/2018 Αρμ. 2018.1345). Ο προαναφερόμενος κανόνας του μη επιτρεπτού της έφεσης κατά εν μέρει οριστικής απόφασης, του άρθρου 513 § 1 εδ. β` ΚΠολΔ, κάμπτεται, όταν δικάζεται αγωγή και ανταγωγή και εκδίδεται οριστική απόφαση για τη μία από αυτές και μη οριστική για την άλλη και στην περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει απλή ομοδικία και η πρωτόδικη απόφαση είναι οριστική ως προς ένα ή μερικούς ομοδίκους, μη οριστική δε ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1736/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 7/2003 ΕλΔνη 44.482). Εξάλλου, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται το εκκλητό της εκκαλούμενης απόφασης, τότε το Δικαστήριο απορρίπτει την έφεση αυτή ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 7/2003 ΕλΔνη 44.482, ΕφΠειρ 594/2015, ΕφΔωδ 56/2014, ΕφΠατρ 322/2011 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 296, 297 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, με την άσκηση παραδεκτής εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως αναβιώνει η εκκρεμοδικία, που δημιουργήθηκε με την έγερση της αγωγής, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση, και συνεπώς ο ενάγων έχει έκτοτε το δικαίωμα να παραιτηθεί, ολικά ή μερικά, από το δικόγραφο της αγωγής του, εκτός αν προβάλλει αντίρρηση ο εναγόμενος και πιθανολογεί ότι έχει συμφέρον να περατωθεί η δίκη με την έκδοση οριστικής αποφάσεως. Η παραίτηση γίνεται με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποφαίνεται ότι καταργήθηκε η δίκη εξαρχής, ήτοι και από τη διαδικασία του πρώτου βαθμού (ΑΠ 1198/2012). Η παραίτηση συνιστά ανάκληση της συγκεκριμένης αιτήσεως για παροχή δικαστικής προστασίας, που ενυπάρχει στην εν λόγω αγωγή, και έχει την έννοια παραιτήσεως μόνο από την δημοσίου χαρακτήρα αξίωση του ενάγοντος έναντι της πολιτείας για έκδοση αποφάσεως στην συγκεκριμένη δίκη, που άρχισε με την άσκηση της. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει τεθεί σε ισχύ από 1-1-2016 «όταν επέλθει η εκκρεμοδικία, είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ’ εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις ή με δήλωση στα πρακτικά εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει: 1) τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι’ αυτό που ζητήθηκε αρχικά άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε». Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (ΟλΑΠ 6/1997 και 5/1997) δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν στην παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στον διαγραφόμενο από το άρθρο 297 ΚΠολΔ τύπο. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ίδιου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπ’ όψη. Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση, σε συνδυασμό και με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος δύναται να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό (ΑΠ 951/2022 ΝΟΜΟΣ) και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ’ έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος (ΑΠ 368/2016, ΕΑ 340/2019 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος εκκαλών στην (Α) έφεση – πρώτος ενάγων ………………… με την προσθήκη των προτάσεων του, δήλωσε ότι παραιτείται από το κονδύλιο της ως άνω αγωγής του για τα έξοδα κηδείας ύψους 1.624 ευρώ, ως προς το οποίο περιορίζει το αίτημα της αγωγής του. Ο περιορισμός αυτός, όμως, κρινόμενος με βάση την διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, η οποία και εφαρμόζεται ως ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου Κώδικα, είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος μπορεί να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην παρούσα, κατ’ έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος. Εξάλλου, η ως άνω δήλωση του πρώτου εκκαλούντος της (Α) έφεσης, στην οποία δεν αντιλέγουν οι εφεσίβλητοι, ούτε μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής μπορεί να θεωρηθεί, διότι η ένδικη έφεση απαραδέκτως ασκείται από αυτόν κατά της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 153/2022 απόφασης, αφού πρόκειται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για εν μέρει οριστική απόφαση, μη υποκείμενη σε έφεση, δεδομένου ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα, ………………….., για το αίτημα επιδίκασης σε αυτόν των εξόδων κηδείας. Συνακόλουθα, εφόσον δεν κρίνεται παραδεκτή η άσκηση της έφεσης από τον πρώτο εκκαλούντα της (Α) έφεσης, δεν αναβιώνει και η εκκρεμοδικία της ένδικης αγωγής, ώστε να μπορεί ο πρώτος εκκαλών – πρώτος ενάγων νομίμως να παραιτηθεί από αυτήν, η δε παραίτηση, στην οποία προέβη με την προσθήκη των προτάσεων του, δεν μπορεί να καταστήσει την προσβαλλόμενη απόφαση εν όλω οριστική. Μετά ταύτα, η υπό στοιχ. (Α) έφεση ως προσβάλλουσα εν μέρει οριστική απόφαση, κατά το μέρος, που αφορά τον πιο πάνω διάδικο – πρώτο εκκαλούντα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, ελλείψει της ως άνω προϋποθέσεως του παραδεκτού της, δηλαδή του εκκλητού της εκκαλούμενης απόφασης, και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος αυτού τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας κατά παραδοχή του νομίμου περί τούτου αιτήματος τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
VI. Από τις υπ’ αριθ. …../18-11-2021, ……/18-11-2021, ……/18-11-2021 και ………./18-11-2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ………………., ……………….., ………………. και ………………….., αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Χανίων……………………….. με επιμέλεια των εναγόντων, μετά από προηγούμενη κλήτευση των εναγομένων με τις υπ’ αριθμ. …./15-11-2021, ………/15-11-201 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ……………… και υπ’ αριθμ. …………………/15-11-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………………….., οι οποίες προσκομίσθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από τους ενάγοντες και επαναπροσκομίζονται, από την από Νοέμβριο 2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ηλεκτρολόγων μηχανολόγων μηχανικών ……………….. και ………………. που διενεργήθηκε κατόπιν του υπ` αριθμ. ………………../29-10-2018 εγγράφου διορισμού πραγματογνώμονα του Τ.Τ. ………….., από την από 28-10-2018 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξαν οι αστυνομικοί του Τ.Τ. ….. ……………….. Υπαστ/Α’ και ………….. Αρχιφύλακας, και από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ.395 1 του ΚΠολΔ), ακόμη και αυτά που προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον δεν προκύπτει κατά την κρίση του ότι δεν είχαν προσκομιστεί στο πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια (άρθρ. 529 ΚΠολΔ), στα οποία περιλαμβάνονται και τα εν γένει έγγραφα και ένορκες καταθέσεις της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε σχετικά, εκτιμώμενα ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 577/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 99/2010 ΕφΑΔ 2010.831, ΕφΠειρ 505/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 94/2004 ΝΟΜΟΣ), καθώς και των προσκομιζόμενων φωτογραφιών του τόπου του ατυχήματος, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους (άρθρ. 449 παρ.2, 453 παρ.1, 457 παρ.4, 458 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 64/2019, ΑΠ 1212/2018, ΕφΑιγ 48/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση κατωτέρω χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 28-10-2018 και περί ώρα 19:00 η συγγενής των εναγόντων ………………. το γένος …………………., βρίσκονταν στην περιοχή ……………..Χανίων, πεζή επί του δεξιού άκρου της οδού …………. στο ρεύμα κυκλοφορίας από …………….. προς …………..στο ύψος του ……………………, έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας που οδηγεί στην πόλη των Χανίων. Στο σημείο αυτό η οδός ……………….. είναι διπλής κατευθύνσεως με τρείς λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει πλάτος οδοστρώματος εννέα (9) μέτρα ανά κατεύθυνση, ενώ υφίσταται διαχωριστική νησίδα πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων ανάμεσα στα ρεύματα κυκλοφορίας. Είναι ευθεία οριζόντια και προ του σημείου όπου βρισκόταν η ως άνω πεζή, υφίσταται ελαφριά καμπύλη αριστερή στροφή ως προς τα οχήματα που κινούνται προς Χανιά. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται με πινακίδα στα 40 χιλιόμετρα/ώρα και κατά τον ιστορούμενο τόπο και χρόνο, ήταν, νύκτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό, επικρατούσε καλοκαιρία, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά σε καλή κατάσταση, η ορατότητα των οχημάτων δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, ενώ δεν υπήρχε κυκλοφορία πεζών. Σε απόσταση δε 200 μέτρων υπάρχει διάβαση πεζών. Η ως άνω ……………, φέροντας τροχήλατη βαλίτσα και φορώντας μπλούζα χρώματος μπεζ και σκουρόχρωμο παντελόνι, έχοντας δε πρόθεση να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας από ………………. προς Χανιά, ήλεξγε την κυκλοφορία των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας και αφού διαπίστωσε ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, εισήλθε στο οδόστρωμα και κινήθηκε ελαφρά διαγώνια προς την νησίδα που χωρίζει τα ρεύματα κυκλοφορίας. Κατά-τον χρόνο εκείνο και ενώ είχε διασχίσει ελαφρώς διαγώνια περί τα 7-8 μέτρα του οδοστρώματος και απέμενε ένα (1) μέτρο περίπου για να φθάσει στην διαχωριστική νησίδα, έγινε αντιληπτή από την …………………….., η οποία οδηγούσε το όχημα της με κατεύθυνση από …………. προς Χανιά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων/ώρα και η οποία δεν χρειάστηκε να ανακόψει την πορεία της, καθόσον η πεζή ήδη προσέγγιζε την διαχωριστική νησίδα. Την ίδια στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφ. ……………………….. Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με κατεύθυνση από ………………… προς Χανιά, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 40 χλμ/ώρα και δη με ταχύτητα περί τα 99 χιλιόμετρα/ώρα, και αφού πραγματοποίησε υπέρβαση του προπορευόμενου οχήματος της …………………., επέπεσε με το αριστερό άκρο του εμπρόσθιου προφυλακτήρα του οχήματος του επί του σώματος της πεζής, η οποία απείχε ελάχιστα από την διαχωριστική νησίδα (δύο βήματα κατά την αυτόπτη μάρτυρα). Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, το σώμα της πεζής εκτινάχτηκε σε ύψος τουλάχιστον 1,5 μέτρου από το έδαφος και σε απόσταση 8,5 μέτρων και κατέπεσε επί του οδοστρώματος. Ο πρώτος- εναγόμενος, συνέχισε την πορεία του και ακινητοποίησε το όχημα του στον ερυθρό σηματοδότη που βρισκόταν στην πορεία του, σε απόσταση 200 μέτρων περίπου από το σημείο του ατυχήματος, όπου η ………………….., η οποία τον ακολούθησε με το όχημα της, τον επέπληξε για την εγκατάλειψη του τόπου του ατυχήματος. Ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος, αφού έδειξε να αιφνιδιάζεται, ενήργησε οπισθοπορεία στην ίδια (αριστερή) λωρίδα κυκλοφορίας και ακινητοποίησε το όχημα του σε απόσταση 85 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος. Κατά την αυτοψία που διενήργησαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τμήματος Τροχαίας ……………..στον τόπο του ατυχήματος, ανευρέθησαν θραύσματα πλαστικών εξαρτημάτων διασκορπισμένα σε μεγάλη έκταση μετά το πιθανό σημείο σύγκρουσης, ενώ δεν ανευρέθησαν ίχνη τροχοπεδήσεως ή πλάγιας ολίσθησης. Από την ανωτέρω σύγκρουση τραυματίσθηκε θανάσιμα η πεζή, ενώ το όχημα του πρώτου εναγομένου υπέστη υλικές ζημίες στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός και μπορούσε, ενόψει των προσωπικών ιδιοτήτων και ικανοτήτων του, να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δίχως να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του κατά τρόπο, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του ενώπιον οποιουδήποτε εμποδίου, αλλά εκινείτο χωρίς έλεγχο του αυτοκινήτου του και χωρίς εποπτεία της κίνησης επί της οδού. Ειδικότερα οδηγούσε το όχημα του με ταχύτητα 99 χλμ/ώρα αντί του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου των 40 χλ./ώρα, και ενώ είχε ανεμπόδιστη ορατότητα και υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, δεν αντελήφθη την ύπαρξη της πεζής στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να επιπέσει απ` αυτής με το όχημα του. Εάν έβαινε με την επιβαλλόμενη ταχύτητα των 40 χλμ/ώρα, ουδαμώς θα προσέγγιζε την πεζή, η οποία θα είχε προλάβει να διανύσει το υπόλοιπο του οδοστρώματος, και θα είχε ανέλθει στη διαχωριστική νησίδα, ακόμη δε και στην περίπτωση που την προσέγγιζε, θα μπορούσε είτε να ανακόψει την ταχύτητα του, είτε να εισέλθει στην ελεύθερη δεξιά λωρίδα, είτε να πραγματοποιήσει ελιγμό για να την αποφύγει. Ο ισχυρισμός ότι η πεζή εμφανίστηκε αιφνιδίως στην πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου και ότι προσπάθησε ανεπιτυχώς να την αποφύγει πραγματοποιώντας δεξιό ελιγμό, δεν αποδείχθηκε, αφού ως προαναφέρθηκε, αυτός μη αντιλαμβανόμενος τις συνθήκες κυκλοφορίας και τις εξωτερικές συνθήκες, ουδόλως αντέδρασε μετά την πρόσκρουση στο σώμα της πεζής, αλλά συνέχισε κανονικά την πορεία του, ενώ εξάλλου η κίνηση της πεζής δεν ήταν αιφνίδια, αφού αυτή έγινε αντιληπτή από την ως άνω αυτόπτη μάρτυρα …………………….. Αντιθέτως, ουδεμία υπαιτιότητα για την επέλευση του ένδικου ατυχήματος, βαρύνει της παθούσα …………………. καθόσον αυτή, ήλεξγε την κυκλοφορία των οχημάτων στη οδό που επρόκειτο να διασχίσει, και αφού διαπίστωσε ότι μπορούσε να διέλθει με ασφάλεια, χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, εισήλθε στο οδόστρωμα και κινήθηκε προς την νησίδα που χωρίζει τα ρεύματα κυκλοφορίας, μη παρεμποδίζοντας μάλιστα το όχημα της …………………., που προπορευόταν του οχήματος του πρώτου εναγομένου και η οποία ενώ αντελήφθη την κίνηση της πεζής, δεν χρειάστηκε καν να ανακόψει την πορεία της. Εξάλλου το γεγονός ότι αυτή έφερε μπλούζα χρώματος μπεζ και σκουρόχρωμο παντελόνι, δεν καθιστούσε δυσχερή τον εντοπισμό της, αφού ως προελέχθη επικρατούσε επαρκής τεχνητός φωτισμός και έγινε αντιληπτή από την αυτόπτη μάρτυρα, ενώ και το γεγονός ότι έφερε τροχήλατη βαλίτσα δεν εμπόδιζε την κίνηση της. Κατ’ ακολουθίαν, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε στην κρίση του, και ο πρώτος λόγος της από 9-7-2022 έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο πρώτος εναγόμενος, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η παθούσα πεζή ήταν αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου ατυχήματος, άλλως να την κρίνει συνυπαίτια κατά ποσοστό 80%, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι από το παραπάνω ατύχημα, η ……….. υπέστη εκδορά αριστερής μετωπιαίας χώρας κεφαλής εκχυμώσεις ραχιαίας επιφάνειας αριστερής πηχεοκαρπικής και έσω επιφάνειας δεξιάς ποδοκνημικής, εκχύμωση πρόσθιας επιφάνειας αριστερής κατά γόνυ χώρας σε απόσταση 56 εκ. από τα πέλματα, υπαραχνοειδή αιμορραγία, αιμοθώρακα αριστερά, πολλαπλά κατάγματα πλευρών αριστερού ημιθωρακίου, ρήξεις παρά των πυλών του αριστερού πνεύμονα, τραυματικές ρήξεις και θλάσεις πρόσθιας επιφάνειας του επικαρδίου, ρήξη περικαρδιακού σάκου, τραυματικές ρήξεις και θλάσεις`πρόσθιας επιφάνειας του μυοκαρδίου, τραυματικές αιμορραγικές διηθήσεις του νωτιαίου μυελού στο ύψος των Α5-Α6 σπονδύλων, κάταγμα εξάρθρωμα Α5-Α6 σπονδύλων, αίμα εντός του οισοφάγου και έξαιμα έσω όργανα, ο θάνατος της δε οφείλεται σε αιμορραγική καταπληξία, συνεπεία κακώσεων σπλάχνων θώρακος, απότοκων του ένδικου ατυχήματος (βλ. την με αριθμ. πρωτ. ……/5-2- 2020 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Κρήτηςη …………………….). Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η θανούσα ………………………….., ηλικίας 61 κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν μητέρα του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εναγόντων, πεθερά των πέμπτης και έκτης των εναγόντων, γιαγιά των ανηλίκων …………………… γεν. το 2007 (τέκνο του 2ου και 6ης των εναγόντων) και ………………….. γεν. το 2014 (τέκνο του 4ου και 5ης των εναγόντων), και αδελφή της έβδομης και όγδοης των εναγόντων. Η θανούσα δεν συνοικούσε με τους ανωτέρω συγγενείς της, αυτό όμως δεν αναιρεί την ψυχική σύνδεση με αυτούς, με τους οποίους διατηρούσε στενές σχέσεις και αποτελούσαν μια αγαπημένη οικογένεια, έχοντας αναπτύξει μεταξύ τους ισχυρούς δεσμούς αγάπης και στοργής. Ο κατά τα ως άνω αιφνίδιος θάνατός της προκάλεσε στους ενάγοντες αυτούς βαθύ πόνο και θλίψη, προς άμβλυνση δε της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για την ηθική τους παρηγορία και ψυχική ανακούφιση δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο θάνατος της ………………….., της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού που προκάλεσε το ατύχημα και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό της, του βαθμού συγγένειας και του ψυχικού δεσμού εκάστου των δικαιούχων με την εκλιπούσα, της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψης και του πόνου που δοκίμασε έκαστος εξ αυτών, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των εναγόντων (η οικονομική κατάσταση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας δεν λαμβάνεται υπόψη διότι η ευθύνη της είναι εγγυητική) κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης: α) σε έκαστο των εναγόντων, τέκνων της, το ποσό των 50.000 ευρώ, β) σε εκάστη νύφη της, το ποσό των 10.000 ευρώ, γ) σε εκάστη εγγονή της το ποσό των 20.000 € και δ) σε εκάστη αδελφή της το ποσό των 20.000 € ποσά που κρίνονται εύλογα, δηλαδή ανάλογα με τις άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (αρθρ. 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2,9 παρ.2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, ΟλΑΠ 6/2009 Αρμ. 2009.1162, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 1934/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) μετά την εκτίμηση των στοιχείων που το άρθρο 932 του ΑΚ θέτει. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του προσδιόρισε τα ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε μεγαλύτερα ποσά για τα τέκνα της θανούσης και για τις νύφες της και σε μικρότερα ποσά για την εγγονή της ………………………….. και για τις αδελφές της, σε σχέση με τα ποσά που ορίζονται με την παρούσα, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει οι σχετικοί λόγοι των ένδικων εφέσεων με τους οποίους προσάπτεται αιτίαση κατά της εκκαλουμένης ως προς την κρίση της αυτή για τα ανωτέρω, να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως βάσιμοι κατ`ουσίαν, ενώ οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι των, ελέγχονται αβάσιμοι κατ`ουσία και απορριπτέοι. Τουναντίον, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του προσδιόρισε το ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε 20.000 € για την ανήλικη εγγονή τη θανούσας, …………….. ορθά τo νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες κατά περίπτωση συναφείς λόγοι των άνω εφέσεων ελέγχονται αβάσιμοι κατ`ουσία και απορριπτέοι.

Σχετικά με το εάν τα προαναφερθέντα ποσά για την χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης των εναγόντων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλονται στους τελευταίους με το νόμιμο τόκο επιδικίας ή υπερημερίας, λεκτέα τα ακόλουθα: Με τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν 4055/06-03-2012 (Φ.Ε.Κ. Α`51/12-03-2012) αντικαταστάθηκε από 02-04-2012 (άρθρο 113) η διάταξη του άρθρου 346 Α.Κ. ως εξής: “Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δυναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει αν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης”. Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των Δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν, μάλιστα, εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ητιήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο Δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις, στις οποίες ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν 4055/2012). Συνεπώς, μετά την τροποποίηση του άρθρου 346 ΑΚ, τα μοναδικά κριτήρια, τα οποία πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση τόκων υπερημερίας (και όχι επιδικίας) είναι α) ρητό αίτημα του εναγομένου και β) εύλογη αντιδικία, ανεξαρτήτως του καταψηφιστικού ή αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής (ΕφΑθ 4052/2021, ΕφΑθ 3809/2021 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση τόκων υπερημερίας (ΑΠ 609/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1207/2017 ΕλλΔικ 2017/102). Το πότε υφίσταται εύλογη αντιδικία θα κριθεί in concrete από το δικάζον Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων, π.χ. αν αντικείμενο της δίκης είναι ερμηνεία νέας νομικής διάταξης ή αν υφίστανται εν γένει κατά την δικαστική διάγνωση της υπόθεσης σοβαρές ερμηνευτικές δυσχέρειες (ΑΠ 1207/2017 ό.π., ΕφΑθ 3699/2021, ΕφΑΘ 2413/2021, ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα λοιπόν προς τη νέα ρύθμιση που εισάγεται με το άρθρο 346 Α.Κ., ο νόμιμος τόκος μετά την επίδοση της αγωγής είναι ο τόκος επιδικίας, χωρίς να απαιτείται ρητή μνεία επί τούτου (ΑΠ 553/2019 ΝΟΜΟΣ). Αντιθέτως, ρητή αναφορά στη δικαστική απόφαση απαιτείται, όταν το Δικαστήριο κατ’ εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Με βάση αυτά, μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 375/2021 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, κατά τη σχετική περί τούτου κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, με βάση τα αιτούμενα με τις υπό κρίση αγωγές (κύρια και παρεμπίπτουσα); ποσά, οι εναγόμενοι αντιδίκησαν ευλόγως, όπως άλλωστε μαρτυρεί και ο συσχετισμός των πιο πάνω ποσών με αυτά που επιδικάζονται με την παρούσα. Εσφαλμένως, συνεπώς, απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση το παραδεκτώς υποβληθέν αίτημα του πρώτου εναγομένου περί εξαίρεσης από τον τόκο επιδικίας (ενώ έγινε δεκτό ως προς τους λοιπούς εναγομένους) και, συνεπώς, γενομένου δεκτού ως και κατ` ουσία βάσιμου του συναφούς τέταρτου λόγου της από 9-7-2022 έφεσης, δια του οποίου επαναφέρεται το εν λόγω αίτημα, πρέπει τούτο να γίνει δεκτό ως και κατ’ ουσία βάσιμο και να αναγνωριστεί ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στους ενάγοντες τα εν λόγω ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτές οι εφέσεις, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 153/2020 απόφαση στο σύνολο της ως προς την οριστική διάταξή της, που αφορά την επιδίκαση στους ενάγοντες (πλην του πρώτου) της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και την με αυτήν αναγκαίως συναρτώμενη διάταξη περί δικαστικών εξόδων, αφού η δικαστική δαπάνη καθορίζεται εξ υπαρχής ενιαία γι΄αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της εξαφάνισης της απόφασης και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση από αυτό το Δικαστήριο (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ) και, εκδικαζομένης αυτής εκ νέου, ενόψει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν: α) σε καθένα από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων, το ποσό των 50.000 ευρώ, β) σε καθεμία από τις πέμπτη και έκτη ενάγουσες, το ποσό των 10.000 ευρώ, γ) σε κάθε μία από τις έβδομη και όγδοη ενάγουσες το ποσό των 20.000 € και δ) σε καθεμία από τις ανήλικες …………………. (εκπροσωπούμενη από τον 2° και 6η των εναγόντων) και …………………………….(εκπροσωπούμενη από τον 4° και 5η των εναγόντων), το ποσό των 20.000 €, έκαστο αυτών με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει, να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων κατά ένα μέρος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους και να επιβληθεί μέρος της δικαστικής δαπάνης των παραπάνω εναγόντων σε βάρος της εναγομένων (άρθρ. 178 σε συνδ. με 183 του ΚΠολΔ). Λόγω δε της μερικής νίκης των εκκαλούντων πρέπει να επιστραφεί σ` αυτούς, το κατατεθέν για τη συζήτηση εκάστης εφέσεως, παράβολο των 100 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ, αντιμωλία των διαδίκων τις: α) από 8-7-2022 και αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΕΦ …../8-7-2022 και β) από 9-7-2020 και αριθ. έκθεσης κατάθεσης ΕΦ …../11-7-2022, εφέσεις κατά της υπ’ αριθμ. 153/2022 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών-αυτοκίνητα).

ΘΕΩΡΕΙ ως μη ασκηθείσα την από 9-7-2020 έφεση ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο ………… και καταργεί τη δίκη ως προς αυτόν τον εφεσίβλητο.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-7-2022 έφεση καθ ό μέρος ασκείται τον πρώτο εκκαλούντα …………………..

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του πρώτου εκκαλούντος ……………………….. τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων της έφεσης αυτής, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά τα λοιπά τύποις και ουσία τις ανωτέρω εφέσεις.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή των παραβόλων των εφέσεων στους αντίστοιχους καταθέσαντες εκκαλούντες.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ` αριθ. 153/2022 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών -αυτοκίνητα) ως προς την οριστική διάταξή της, που αφορά την επιδίκαση στους ενάγοντες (πλην του πρώτου) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 10-1-2019 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./2019) αγωγή ως προς το ανωτέρω κονδύλιο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι oι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος: α) στον δεύτερο ενάγοντα ατομικά το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, β) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) στον τέταρτο ενάγοντα ατομικά το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) στην πέμπτη ενάγουσα ατομικά το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ε) στην έκτη ενάγουσα ατομικά το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, στ) στην ανήλικη ……………………. εκπροσωπούμενη από τους γονείς της ………………..και …………… συζ. …………………το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000), ζ) στην ανήλικη …………………….. εκπροσωπούμενη από τους γονείς της …………………. και ……………………… συζ. …………., το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) €, η) στην έβδομη ενάγουσα το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, και θ) στη όγδοη ενάγουσα το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, έκαστο αυτών με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος των εναγομένων, μέρος των δικαστικών εξόδων των άνω εναγόντων, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο προσδιορίζει σε δώδεκα χιλιάδες διακόσια πενήντα (12.250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στα Χανιά στις 25 Απριλίου 2024 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                                     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ