Αριθμός 566/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο – Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο – Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Γ., κατοίκου … ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου … η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Απέργη που ανακάλεσε την από 3/3/2023 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2021 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/12/2021 αίτησή του και τους από 10/7/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 1-12-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 75/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 30-8-2013 αγωγή της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά την επικουρική βάση της για την αναγνώριση της ακυρότητας των εκεί αναφερόμενων δικαιοπραξιών ως αντικείμενων στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ), μετά από την έκδοση της υπ’ αριθμ. 427/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ’ αριθμ. 84/2018 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, η οποία είχε απορρίψει κατ’ ουσίαν την ως άνω αγωγή της ενάγουσας κατά την κύρια βάση της εκ του άρθρου 131 ΑΚ και είχε παραλείψει να αποφανθεί επί της επικουρικής ως άνω τοιαύτης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως παραδεκτό είναι και το από 10-7-2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης (άρθρο 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αναίρεσης και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την υπ’ αριθμ. 84/2018 αμετάκλητη απόφαση του τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων και απέρριψε κατ’ ουσία την πρώτη βάση της ένδικης αγωγής της ενάγουσας ως προς την ακυρότητα των επίδικων δικαιοπραξιών (μεταβιβάσεις χρηματικών ποσών 47.060 και 40.000 ευρώ από τη μητέρα τους προς τον εναγόμενο) λόγω της έλλειψης της συνείδησης των πραττομένων και της ψυχικής και διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της μητρός τους (άρθρο 131 ΑΚ). Ότι την ως άνω δικαστική απόφαση ως έγγραφο δικαστικό τεκμήριο (άρθρο 339 ΚΠολΔ) νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, από την οποίαν αποδεικνύεται ότι η μητέρα του προέβη στις ως άνω μεταβιβάσεις των χρηματικών ποσών προς αυτόν με ελεύθερη βούληση δίχως εξαναγκασμό της και δίχως να εκμεταλευθεί αυτός την κατάσταση της υγείας της. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : “οι διάδικοι είναι τέκνα και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Γ. χήρας Γ. Κ., η οποία απεβίωσε στο Γενικό Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου στις 5.10.2009 από σηψαιμία, αγγιείτιδα. Ο εναγόμενος, ο οποίος είναι άγαμος ζούσε με τη μητέρα του, όσο εκείνη βρισκόταν στη ζωή στο … ενώ η ενάγουσα η οποία είναι έγγαμη με τρία παιδιά, ζούσε στον …. με την οικογένειά της. Στις 13.8.2009 και ώρα 15.00 η μητέρα των διαδίκων, μεταφέρθηκε και εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου, λόγω αναιμίας (αιματοκρίτης 20), έκπτωσης νεφρικής λειτουργίας και αναφερόμενων διαρροιών και εμέτων. Σε ακτινογραφία θώρακος βρέθηκαν διάσπαρτα βρογχοπνευμονικά διηθήματα και σε HRTC θώρακος που ακολούθησε εμφανίστηκε εικόνα κυψελιδικής αιμορραγίας. Η γενική ούρων έδειχνε μικροσκοπική αιματουρία. Διαγνώστηκε σύνδρομο πνεύμονος νεφρού, μεταγγίστηκε με 2 ΜΣΕ και έγινε παραπομπή στη Νεφρολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου στις 14.8.2009. Εκεί εμφάνισε επιδείνωση των αερίων αίματος και ήταν ολιγουρική. Στην πορεία ο εργαστηριακός έλεγχος επιβεβαίωσε την κλινική διάγνωση της αγγειίτιδας. Η ασθενής νοσηλεύθηκε στο ΠΑΓΝΗ από 14.8.2009 έως και 7.9.2009 που έλαβε εξιτήριο. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η μητέρα των διαδίκων Γ. Κ., διατηρούσε στην … Τράπεζα τον με αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό, ως συνδικαιούχος με τον προαποβιώσαντα σύζυγό της Γ. Κ.. Στις 13.8.2009 μετά την επίσκεψή της σε ιδιώτη παθολόγο ιατρό στον Άγιο Νικόλαο και πριν την εισαγωγή της το μεσημέρι της ίδιας ημέρας στο Γενικό Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου, μετέβη μαζί με τον εναγόμενο υιό της στο υποκατάστημα της … Τράπεζας στον Άγιο Νικόλαο, όπου υπέβαλε την από 13.8.2009 αίτηση- δήλωση μετατροπής του ατομικού λογαριασμού καταθέσεών της (…) σε κοινό διαζευκτικό λογαριασμό (αριθ. Λογαρ. …) με τον εναγόμενο και με ποσό καταβολής 47.060 ευρώ, το οποίο μεταφέρθηκε λογιστικώς από τον προαναφερόμενο ατομικό λογαριασμό στον κοινό διαζευκτικό λογαριασμό…. Το ποσό των 47.060 ευρώ παρέμεινε στην Τράπεζα, όπως φαίνεται από το βιβλιάριο αυτό, για μία διετία μέχρι 15.3.2011, οπότε το ανέλαβε ο εναγόμενος, ως μόνος δικαιούχος. Έτσι, στον αρχικό ατομικό λογαριασμό της Γ. Κ. παρέμεινε ποσό 40.000 ευρώ, το οποίο την επόμενη ημέρα 14.8.2009 ανέλαβε ο εναγόμενος δυνάμει της από 14.8.2009 της Γ. Κ. προς την … Τράπεζα, υπογεγραμμένης από την ίδια, να του καταβάλει το παραπάνω ποσό…. Από τον τρόπο όμως και τον χρόνο που έγιναν οι ως άνω μεταβιβάσεις αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη. Ειδικότερα, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι οι σχέσεις της ενάγουσας και της οικογένειάς της με τη μητέρα της ήταν καλές, χωρίς να αποδειχθεί ότι υπήρξε ποτέ διατάραξή τους, άλλωστε, ούτε ο εναγόμενος επικαλείται κάτι το αντίθετο. Ο τελευταίος, όμως, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη που είχε η μητέρα του από τις υπηρεσίες του, λόγω της σοβαρής κατάστασης της υγείας της και συνακόλουθα, την εξάρτησή της από αυτόν τον δεδομένο χρόνο, καθώς διέμεναν στην ίδια οικία, προέτρεψε και έπεισε αυτήν να προβεί στις επίδικες δικαιοπραξίες. Συγκεκριμένα, οι παραπάνω μεταβιβάσεις έγιναν ελάχιστο χρόνο (την ίδια ημέρα) πριν την εισαγωγή της μητέρας των διαδίκων στο Νοσοκομείο, μετά από επίσκεψη σε ιδιώτη γιατρό, ο οποίος, διαγιγνώσκοντας την πολύ σοβαρή κατάσταση της υγείας της συνέστησε την άμεση εισαγωγή της στο Νοσοκομείο. Σημειωτέον ότι η βαρύτητα της όλης κλινικής κατάστασης της ασθενούς, όπως αυτή περιγράφηκε ανωτέρω, επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι ο θάνατός της επήλθε από σηψαιμία και αγγειίτιδα μόλις 1 1/2 μήνα μετά από τις κρίσιμες ημερομηνίες και σχεδόν ένα μήνα μετά την έξοδό της από το ΠΑΓΝΗ. Ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου για το ότι οι επίμαχες δικαιοπραξίες δεν υπήρξαν προϊόν ελεύθερης βούλησης της μητέρας των διαδίκων, εκτός από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας που δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, είναι και το γεγονός ότι η τελευταία συμβιούσε πάντα με τον εναγόμενο και αν ήθελε πράγματι να δωρίσει τα ως άνω ποσά μόνο στον εναγόμενο θα το επιχειρούσε προ της ασθένειάς της και όχι, με την αγωνία ενδεχομένως και του θανάτου (ο οποίος και επήλθε 1 1/2 μήνα μετά), την ημέρα που αποφασίστηκε η εισαγωγή της στο Νοσοκομείο. Εν κατακλείδι, η συμπεριφορά του εναγομένου να συνοδεύει τη βαριά άρρωστη μητέρα του στην Τράπεζα προκειμένου να “προλάβει” αυτός μόνο να καρπωθεί το ποσό των καταθέσεων αυτής λίγες μέρες πριν το θάνατό της προσκρούει στα χρηστά ήθη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Υπό τα δεδομένα, επομένως, αυτά, οι μεταβιβάσεις των χρημάτων που έλαβαν χώρα κατά τις ημερομηνίες 13.8.2009 και 14.8.2009 τυγχάνουν άκυρες ως αντικείμενες στα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι διενεργήθηκαν υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες περιστάσεις και συνθήκες, που προσδίδουν σε αυτές ανήθικο χαρακτήρα, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της ενάγουσας-εκκαλούσας και, αφού κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή ως προς την ως άνω επικουρική της βάσης, αναγνώρισε ότι οι ως άνω μεταβιβάσεις των χρηματικών ποσών από τη μετέπειτα θανούσα μητέρα των διαδίκων προς τον εναγόμενο είναι άκυρες ως αντικείμενες στα χρηστά ήθη. Στήριξε δε την κρίση του το Εφετείο και σε ” ..όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι με επίκληση επαναπροσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,… χωρίς ωστόσο η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των παραπάνω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης”. Έτσι όμως από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι αυτό έλαβε υπόψη του κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, και ότι συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την ως άνω υπ’ αριθμ. 84/2018 αμετάκλητη απόφαση εν όψει του ότι η αναφορά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι πλήρως γενική και δεν γίνεται ουδεμία ειδική μνεία σ’ αυτή μη αξιολογώντας την ως άνω δικαστική απόφαση ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό του εναγομένου ότι οι ως άνω μεταβιβάσεις των χρηματικών ποσών από τη μητέρα του σ’ αυτόν έγιναν με ελεύθερη βούλησή της και δίχως την εκμετάλλευση της υγείας της κατά τον χρόνο εκείνο, αφού η θανούσα δεν τις ανακάλεσε κατά τον χρόνο που μεσολάβησε από την έξοδό της από το νοσοκομείο μέχρι τον θάνατό της καίτοι θα μπορούσε.
Συνεπώς, πρέπει ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Ακολούθως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου αναίρεσης στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα αυτού, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 75/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάζει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
