Περίληψη
Αγωγή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης επί θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατ` άρθρο 932 ΑΚ. Συνεκτιμώμενα κριτήρια για τον προσδιορισμό του εύλογου χαρακτήρα του επιδικαζόμενου για την άνω αιτία χρηματικού κονδυλίου που δεν πρέπει να αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας. Δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης είναι μόνο η οικογένεια του θύματος. Κατηγορίες προσώπων που εμπίπτουν στην στενή οικογένεια του θύματος που δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης μόνο αν υπέστησαν θλίψη και αναστάτωση από τον θάνατο του οικείου τους. Ορισμένο αγωγής ως προς το άνω κονδύλι. Υποχρέωση των συζύγων για από κοινού συνεισφορά στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών τους βάσει των οικονομικών δυνάμεων τους. Σε αυτές συνυπολογίζεται και η παροχή υπηρεσιών τινός των συζύγων εντός του συζυγικού οίκου. Υπολογισμός μέτρου συνεισφοράς εκάστου συζύγου στις οικογενειακές ανάγκες. Επί θανάτωσης τινός εξ αυτών ο έτερος σύζυγος διατηρεί αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαιτίου της αδικοπραξίας σύμφωνα με το άρθρο 928β ΑΚ λόγω υποχρέωσης του θανόντος να τον διατρέφει. Περιεχόμενο της ως άνω αποζημίωσης. Βάσιμο αξίωσης αποζημίωσης για τα έξοδα κηδείας θανόντος εξ αδικοπραξίας. Περιεχόμενο του άνω κονδυλίου. Δικαιούχοι αυτού. Η επίδοση αγωγής για καταβολή χρηματικής απαίτησης υπέχει θέση όχλησης του υπόχρεου ο οποίος και οφείλει εφεξής τόκους υπερημερίας. Η άνω συνέπεια δεν αίρεται επί παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής ή απόρριψης αυτής για τυπικούς λόγους. Βάσιμο ισχυρισμού περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος εξ αδικοπραξίας στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας του. Συνέπειες ανά περίπτωση. Δικονομική αντιμετώπιση ένστασης αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος στην επέλευσης της ζημίας του επί αγωγής αποζημίωσης βάσει του Ν. ΓπΝ/1911 και των άρθρων 914 επ. ΑΚ αντίστοιχα. Όροι προσήκουσας κυκλοφορίας πεζών κατά τον ΚΟΚ. Συνέπειες παραβίασης των ρυθμίσεων αυτού. Η παράλειψη διέλευσης αυτών από υπάρχουσα διάβαση πεζών μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητα αυτών στην επέλευση τροχαίου ατυχήματος. Αναβάλλει έκδοση οριστικής απόφασης και διατάσσει επανάληψη συζήτησης για συμπλήρωση αποδείξεων ως προς το αγωγικό κονδύλιο των εξόδων κηδείας. Δέχεται κατά τα λοιπά εν μέρει την αγωγή.
Αριθμός Απόφασης 153/2022
(αριθμός κατάθεσης αγωγής: ……/2019)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
(άρθρο 614 περ. 6 ΚΠολΔ)
ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Αγάπη Πετροπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Πρόεδρος Πρωτοδικών, και από τη Γραμματέα Δέσποινα Παπαλιονάκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 25η Νοεμβρίου 2021, για να δικάσει τη διαφορά για ζημίες από αυτοκίνητο, μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) έως και 8), εκ των οποίων οι δεύτερος και τέταρτος παραστάθηκαν μετά και άπαντες οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, Βασιλείου Σπανουδάκη, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου με Α.Μ. 1213, που κατέθεσε προτάσεις και κατέβαλε τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων εισφορές (υπ’ αριθμ. ……./29.11.2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΗ).
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) και 2), και 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ……, που εδρεύει στην ….., …… αριθμ. …, είναι κάτοχος του ΑΦΜ ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Ελένης Κιοσκή, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου με AM 696, που κατέθεσε προτάσεις και κατέβαλε τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων εισφορές (υπ` αριθμ. ……./24.11.2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΗ).
ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ζητούν να γίνει δεκτή η από 10.01.2019 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./23.01.2019 αγωγή τους, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 23ης.01.2020, οπότε αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, επί θανατώσεως τον βαθμό συγγένειας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση των συγγενών του παθόντος για την ψυχική τους οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτοί να απολαύουν μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα (ΑΠ 90/2017, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ). Εξάλλου, το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εισάγοντας ως νομικό κανόνα την «αρχή της αναλογικότητας», επιβάλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκεται εκάστοτε (Ολ. ΑΠ 43/2005, πρβλ. και ΕΔΔΑ: … κατά …, απόφαση της 03.12.2002). Έτσι, σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, το δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξεως επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, όμως συγχρόνως δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει τον σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης (πρβλ.: Α.Π. 1942/2013, Αρμ. 2014. 1120, Α.Π. 1020/2004 Ελλ.Δ/νη 2005. 492, Ολ. Α.Π. 43/2005, ΕλλΔ/νη 2005/1649, Α.Π. 132/2006, ΕλλΔ/νη 2006/742, Αρμ. 2006/757, «Επισκ.Εμπ.Δ.» 2006/96, «ΔΙΚΗ» 2006/877, Α.Π. 1462/2005, ΕλλΔ/νη 2006/190, Α.Π. 634/2007, ΕλλΔ/νη 2007/77, Α.Π. 79/2010, Στ. Ματθία, Το πεδίο λειτουργίας της αρχής της αναλογικότητας, ΕλλΔ/νη 2006 σελ. 1 επ., Θ. Δαλακούρα, Αρχή αναλογικότητας και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού/1993/ ιδίως σελ. 88 επ., Βασ. Σκουρή, Η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και η νομοθετικοί περιορισμοί της επαγγελματικής ελευθερίας, ΕλλΔ/νη 1987 σελ. 773 και εκεί παραπομπές, Κ. Μπέη στη Δ. 40, 815). Περαιτέρω, στη διάταξη και άρθρου 932 παρ. 3 δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου «οικογένεια του θύματος» γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσης του, υφίσταται αναγκαία τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις με την πάροδο των ετών. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και ατενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, οι οποίοι δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού τους πόνου στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν με αυτόν ή διέμεναν χωριστά (Ολ. ΑΠ 21/2000, Νόμος, ΑΠ 382/2013, Νόμος, ΑΠ 1228/2011, Νόμος, 2152/2009, Νόμος). Υπό την έννοια αυτή στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται ο/η σύζυγος, οι ανιόντες (γονείς, παππούς γιαγιά), οι κατιόντες και οι απώτεροι κατιόντες (τέκνα, εγγόνια, δισέγγονο), οι αδελφοί, οι αγχιστείς συγγενείς πρώτου βαθμού, όπως είναι ο πεθερός, η πεθερά, ο γαμβρός από κόρη, η νύφη από γιο, καθώς και τα τέκνα του ενός συζύγου που γεννήθηκαν από άλλο γάμο, τα οποία σε περίπτωση θανάτωσης του συζύγου του δευτερόγαμου γονέα τους δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (Ολ. ΑΠ 21/2000, Νόμος, ΑΠ 260/2011, Νόμος, ΑΠ 1362/2007, ΕφΑΔ 2008, σ. 62, ΑΠ 795/2004, Νόμος, ΑΠ 924/2004, ΕΕμπΔ 2004, σ. 783, ΑΠ 160/2001, Νόμος). Η επιδίκαση δε χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, το οποίο εκτιμάται από το Δικαστήριο της ουσίας, της ύπαρξης της μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν αυτός ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων, από την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης (Ολ. ΑΠ 21/2000, Νόμος, ΑΠ 260/2011, Νόμος, ΑΠ 581/2010, Νόμος, ΑΠ 1279/2009, Νόμος, ΑΠ 1077/2009, Νόμος, ΑΠ 1362/2007, ΕφΑΔ 2008, σ. 62, ΑΠ 795/2004, Νόμος ΑΠ 924/2004, ΕΕμπΔ 2004, σ. 783). Τίθενται, επομένως, δύο κριτήρια που θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) ο δικαιούχος να είναι συγγενής του θύματος – τυπική προϋπόθεση και β) να δοκίμασε πόνο και θλίψη από την απώλειά του – ουσιαστική προϋπόθεση. Το πρώτο κριτήριο πληρούται με τη σχέση συγγένειας, που συνδέει το θανόντα με τον δικαιούχο, ενώ το δεύτερο αποτελεί ζήτημα πραγματικό, που κρίνεται κυριαρχικό από το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 51/2018, Νόμος). Τέλος, η αξίωση κάθε μέλους της οικογένειας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης είναι ανεξάρτητη από την ιδιότητα του μέλους ως κληρονόμου του θύματος (ΑΠ. Γεωργιάδη, σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, υπό αρ. 932, αρ. 20, σ. 819, Γ. Γεωργιάδη, σε ΑΠ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, τ. I, 2010, υπό αρ. 932, αρ. 29, σ. 1904). Για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, πρέπει στο δικόγραφο να εκτίθεται με ακρίβεια η τέλεση της αδικοπραξίας από τον υπόχρεο στην καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης ή οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αντικειμενικής ευθύνης από τον νόμο, καθώς και η πρόκληση ψυχικής οδύνης στα αιτούμενα τη χρηματική ικανοποίηση πρόσωπα. Πρέπει, επίσης, να ζητείται ορισμένο χρηματικό ποσό καθόσον ο ενάγων δεν απαλλάσσεται να διατυπώσει ορισμένο αίτημα, ενόψει του άρθρου 932 του ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης επιδικάζεται κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου.
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι παρέχεται στο Δικαστήριο της ουσίας η δυνητική ευχέρεια, όπως υστέρα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του ήτοι του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθώς και να καθορίσει το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο. Για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στην αγωγή με ακρίβεια, όπως κατά κανόνα τούτο συμβαίνει στην αγωγή για περιουσιακή ζημία, όσα στοιχεία κρίνονται απαραίτητα προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει το Δικαστήριο ως βάση για τον αιτούμενο προσδιορισμό. Τα στοιχεία αυτά, συμπληρωματικά, δύνανται να προκόψουν και από τις αποδείξεις (Α.Π. 1046/2011, Νο.Β. 2012/339).
Συνεπώς, οι ειδικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, όπως είναι η έκταση της βλάβης του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση, καθώς και οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου κ.λ.π., αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες). Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, αλλά το Δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 284/2012, Νο.Β. 60, 1784, ΑΠ 983/2012, Νο.Β. 61, 154, ΑΠ 1220/2010, Νο.Β. 2011. 378. Βλ. επίσης ΜονΕφΠειρ. 15/2015 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1053/2009, ΕπισκΕμπΔ 2009/735, ΕφΑθ 302/2006, Δ.Ε.Ε. 2006/513, ΕφΑθ 8981/1998, ΕλλΔ/νη 2001/750. Βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Eρ.Nομ.Α.Κ., άρθρο 932, σελ. 1090 αρ. 38, Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, 2008, παρ. 20/92, σ. 425). Περαιτέρω, από τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, όπως αντί καταστάθηκαν με το άρθρο 15 του νόμου 1329/1983, με τα οποία ορίζεται ότι οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας με την προσφορά της προσωπικής τους εργασίας, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, προκύπτει ότι θεσμοθετήθηκε, με βάση την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων να συνεισφέρουν για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του. Η συνεισφορά αυτή καλύπτεται και με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών, ως ένα μέσο για την αντιμετώπιση των αναγκών του κοινού οίκου, στο μέτρο των δυνατοτήτων του κάθε συζύγου, υποχρέωση που γεννά εκ του νόμου δικαίωμα του άλλου να αξιώνει, τη συνεισφορά των υπηρεσιών αυτών. Έτσι, στην περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου και της συνακόλουθης απώλειας της δυνατότητας προσφοράς των προσωπικών του υπηρεσιών, δικαιούται ο επιζών σύζυγος να απαιτήσει από τον υπαίτιο του θανάσιμου τραυματισμού αποζημίωση για τη στέρηση των υπηρεσιών, που συνιστούσαν την εκ του νόμου οφειλόμενη συμβολή του θύματος στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β` του ΑΚ. Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, θα εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων από τον οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που θα εκτίθενται από τους διαδίκους (Ολ. ΑΠ 39/1997). Ο συσχετισμός των προσφερόμενων, κατά περίπτωση, υπηρεσιών είναι αναγκαίος όχι για να υπολογιστούν αποτιμόμενα χρηματικώς τα συνολικά εισοδήματα των δύο συζύγων και να επιμεριστούν στη συνέχεια για τον κάθε ένα ανάλογα με τις ανάγκες και τη συμβολή του στη δημιουργία του οικογενειακού προϋπολογισμού, αλλά για να προσδιοριστεί το ύψος της απώλειας που υπέστη ο επιζών σύζυγος από τη μη προσφορά υπηρεσιών, τις οποίες θα είναι υποχρεωμένος να αναπληρώσει με την απασχόληση οικιακής βοηθού, την οποία όμως δεν είναι αναγκαίο και να προσλάβει. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή ακολουθηθεί ο τρόπος υπολογισμού της συνεισφοράς, όπως συμβαίνει για τον καθορισμό του ύψους της διατροφής, δεν θα καταβάλλεται ποτέ ποσό αποζημιώσεως στον εργαζόμενο επιζώντα σύζυγο, αφού δεν θα προκύπτει υπέρ του διαφορά στην περίπτωση κατά την οποία θα έχει αποδοχές από μισθό ή σύνταξη, υπέρτερο του αποτιμηθέντος ύψους των προσφερόμενων υπηρεσιών του θανατωθέντος συζύγου ο οποίος δεν εργάζονταν, δεν είχε άλλα εισοδήματα και περιορίζονταν να προσφέρει τις υπηρεσίας του στη συζυγική οικία (Ολ. ΑΠ 39/97, ΑΠ 34/2003, ΑΠ 123/1999, ΑΠ 747/1995, ΕλλΔικ 37.1544, ΕφΛαρ 572/2003, δημ. Νόμος, ΕφΑθ 11269/1986, ΕλλΔ/νη 1988/142 και εκεί περαιτέρω παραπομπές). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 928 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει τα έξοδα κηδείας σε εκείνον που, κατά τον νόμο, βαρύνεται με αυτά. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής σε συνδυασμό και προς τη διάταξη του άρθρου 1831 ΑΚ, τα εξόδα κηδείας του θανατωθέντος, ήτοι όλες οι γενόμενες δαπάνες για τον ενταφιασμό του, που τελούν σε άμεση σχέση με τον θάνατό του και είναι ανάλογες προς την κοινωνική του θέση, δικαιούνται να αξιώσουν από τον υπεύθυνο του θανάτου του εκείνοι που φέρουν αυτά κατά τον νόμο, οι οποίοι είναι οι κληρονόμοι του ή οι προς διατροφή του υπόχρεοι, ή ένας εξ αυτών, εφόσον πράγματι κατέβαλε αυτά, δεδομένου ότι η αξίωση αυτή έχει τον χαρακτήρα της αποζημίωσης και δεν επιδιώκεται με κληρονομικό δικαίωμα, ως στοιχείο της κληρονομιάς ώστε να χωρήσει επιμερισμός της με βάση την κληρονομική μερίδα (ΑΠ 709/2011, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ, ΑΠ 1590/1980, ΝοΒ 29, σ. 295, ΕφΘεσ 633/2008, Αρμ 2009, σ. 40, ΕφΘεσ 1735/1993, ΕλλΔ/νη 1994 σ. 676). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α` και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνον διαδικαστική πράξη αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας όχλησης, που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου άσκησης της αγωγής και μέσου έναρξης της δίκης, ώστε, ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους χωρίς υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη (ΑΚ 346) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει τον νόμιμο τόκο, ως άμεσο αποτέλεσμα της όχλησης, που όταν ασκείται με την αγωγή, της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική φύση της, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει (Ολ. ΑΠ 13/1994, Νόμος, ΑΠ 178/2016, Νόμος, ΑΠ 992/2015, Νόμος, ΑΠ 106/2014, Νόμος, ΕφΛαρ 489/2014, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ). Λόγω δε της φύσεως της οχλήσεως ως διαπλαστικού δικαιώματος, η παραίτηση από την αγωγή (Ολ. ΑΠ 13/1994, Νόμος, ΑΠ 23/2004, Νόμος, ΑΠ 1071/2002, Νόμος, ΑΠ 488/2002, Νόμος, ΕφΘ 2856/2006, Αρμ 2007, σ. 505), η απόρριψή της για τυπικούς λόγους (ΑΠ 105/2001, ΕλλΔ/νη 2001, σ. 744) ή ο περιορισμός του καταφηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό (ΑΠ 1954/2007, Νόμος, ΑΠ 989/2007, Νόμος, ΑΠ 888/2003 Νο3 2004, σ. 380. ΑΠ 679/2002, ΧρΙΔ 2002, σ. 605, ΑΠ 89/2002, ΕλλΔ/νη 2002, σ. 1030. ΑΠ 1174/2001, ΝοΒ 2002, σ. 1263, ΑΠ 1122/2000, ΧρΙΔ 2001, σ. 314, ΑΠ 550/2000, ΕλλΔ/νη 2000, σ. 1665, ΑΠ 66/1999, ΕΕΝ 2000, σ. 379) δεν αίρουν τις συνέπειες της όχλησης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι την 28η.10.2018, και περί ώρα 19:00`, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας …. Ι.Χ. επιβατηγό όχημα ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη, από αποκλειστική υπαιτιότητα του προκάλεσε αυτοκινητικό ατύχημα και, ειδικότερα, από αμέλειά του περί την οδήγηση, όπως τα περιστατικά της ειδικότερα εξειδικεύονται στην αγωγή, επέπεσε με την πλάγια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του επί του σώματος της .. συζ. εν ζωή … το γένος ….., συγγενή τους η οποία επιχειρούσε πεζή να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της τελευταίας. Με βάση το ιστορικό αυτό, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή και στη συνέχεια της παρούσας, οι ενάγοντες ζητούν, όπως παραδεκτά με τις προτάσεις τους, αλλά και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρα 223, 224, 295, 297, και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), έτρεψαν ολικώς τα αγωγικά κονδύλια από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας: α) στον πρώτο αυτών, σύζυγο της αποβιώσασας, το ποσό των 200.000,00 ευρώ, β) σε κάθε έναν από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτών, τέκνα της αποβιώσασας, το ποσό των 200.000,00 ευρώ γ) σε κάθε μια από τις πέμπτη και έκτη αυτών, νύφες εξ υιών της αποβιώσασας, το ποσό των 100.000,00 ευρώ, δ) σε κάθε μια από τις νομίμως εκπροσωπούμενες ανήλικες εγγονές της αποβιώσασας, …. και …, το ποσό των 100.000,00 ευρώ και ε) σε κάθε μια από τις έβδομη και όγδοη αυτών, αδελφές της αποβιώσασας το ποσό των 100.000,00 ευρώ. Επιπλέον, ο πρώτος αυτών, σύζυγος της αποβιώσασας, ζητεί να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλουν α) το ποσό των 35.000,00 ευρώ ως αποζημίωση πενταετούς στέρησης της συνεισφοράς της θανούσης στις οικογενειακές τους ανάγκες, επιφυλασσόμενος για το μετέπειτα της πενταετίας διάστημα, συνιστάμενης της συνεισφοράς αυτής στη φροντίδα και περιποίηση του ιδίου και του οίκου τους που θα συνέχιζε να προσφέρει, εάν δεν μεσολαβούσε ο θανάσιμος τραυματισμός της και που μπορεί να υποκατασταθεί μόνο από υπηρεσίες τρίτου προσώπου έναντι αμοιβής ύψους 600,00 ευρώ μηνιαίως β) το ποσό των 1.624,00 ευρώ για έξοδα κηδείας της θανούσης, που κατέβαλε ο ίδιος. Τέλος, ζητούν να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (αρ. 7, 9, 14 παρ. 2, 16 αρ. 11, 22, 35 και 37 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την προκειμένη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αρ. 614 παρ. 6 σε συνδυασμό προς άρθρο 591 ΚΠολΔ, ως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015) και είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 340 εκ., 346, 781 επ., 914, 926, 928 εδ. β` και 932 ΑΚ, 2, 4, 9 ΓΠΝ/1911, 1, 2, 4, 6 και 10 Ν. 489/1976 όπως τροποποιηθείς ισχύει, 5 παρ. 1, 2, 3, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 και 39 ΚΟΚ, 64 παρ. 1, 70, 74 αριθμ. 1, 118, 216, 219, 176, 180 και 191 ΚΠολΔ. Νόμιμο, συνεπώς, τυγχάνει και το αίτημα για αναγνώριση οφειλής νόμιμων τόκων επί του αιτηθέντος ποσού, δεδομένου ότι ο περιορισμός του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, αφενός μεν δεν αίρει την ενέργεια της όχλησης, ως συνέπειας ουσιαστικού δικαίου, η οποία, και όταν ασκείται μέσω καταψηφιστικής αγωγής, δεν χάνει τη νομική της φύση ως οιονεί δικαιοπραξίας (Ολ. ΑΠ 23/2004, ΑΠ 23/2004, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αφετέρου δε, δεν συνιστά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, λόγο για την κατ` εξαίρεση επιδίκαση τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται, υπό την προϋπόθεση υποβολής σχετικού αιτήματος, μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ει λόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 1207/2017, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, μετά τον ως άνω περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της εκδοθησόμενης απόφασης προσωρινά εκτελεστής είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, ενόψει του ότι η κήρυξη προσωρινής εκτελεστότητας προϋποθέτει αποδοχή καταφηφιστικού αιτήματος (ΕφΑθ 628/2003, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ, ΠΠρΑθ 31/2015, Τράπεζα Νομκών Πληροφοριών ΔΣΑ, ΜΠρΑθ 2991/2008, ΕφΑΔ 2009, σ. 707, ΜΠρΑθ 3357/2007, Νόμος). Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ενόψει του ότι για το αντικείμενό της, μετά την τροπή του αιτήματος της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν.Δ. 1544/1942, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 4640/2019 και ισχύει, σε συνδυασμό με την παρ. 2 του αυτού άρθρου 42 Ν. 4640/2019, δεδομένου ότι εν προκειμένω πρόκειται περί αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε ασκηθεί ως καταψηφιστική πριν από την από 30.11.2019 δημοσίευση του Ν. 4640/2019, μετατράπηκε σε αναγνωριστική μετά από αυτή και εισήχθη σε πρώτη συζήτηση μετά την 1η Ιανουαρίου 2020.
Από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το Δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις, και ιδιαίτερα τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος αυτής (ενδεικτικά, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 1656/2018, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 213/2017, ΑΠ 158/2015, ΑΠ 36/2015, άπασες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της παρ. 4 εδ. α’ και ε` του άρθρου 38 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται, αν υπάρχουν σε αυτό διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, ενώ, αν δεν υπάρχουν, να μην κατεβαίνουν σε αυτό χωρίς να βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να το διασχίζουν κάθετα προς τον άξονά του. Έτσι, η παράλειψη ζημιωθέντος πεζού να χρησιμοποιήσει τη διάβαση πεζών που υπάρχει στο οδόστρωμα το οποίο διασχίζει, ή η διέλευση επί του οδοστρώματος χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, όπως επιβάλλεται από τις παραπάνω διατάξεις, θεμελιώνει συντρέχον αυτού πταίσμα, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις σωματικές κακώσεις που του προκλήθηκαν. Αν, ωστόσο, το ίδιο αποτέλεσμα ζημίας θα είχε επέλθει και με τη χρήση της διάβασης πεζών και, σε κάθε περίπτωση, με την προηγούμενη βεβαίωση ότι δεν θα παρεμποδιστεί η κυκλοφορία των οχημάτων, τότε δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο του πεζού, που διέσχισε το οδόστρωμα. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι εναγόμενοι, απαντώντας παραδεκτά κατ’ άρθρο 261 ΚΠολΔ, αρνούνται την αγωγή. Επιπλέον, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας τους δικηγόρου τους, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, η οποία κατά περιεχόμενο αναλύεται στις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, προτάσεις, ισχυρίζονται: α) ότι αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο ατύχημα είναι η θανούσα πεζή και συγγενής των εναγόντων, ….., λόγω της παραβίασης των παραπάνω αναφερομένων διατάξεων του ΚΟΚ, κατά τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα στις προτάσεις τους, ισχυρισμός που είναι νόμιμος, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση ως προς τη βάση της αγωγής από αδικοπραξία και ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας του άρθρου 5 του ν. ΓΠΝ/1911 ως προς τη βάση της από τις διατάξεις του νόμου αυτού (ΑΠ 1179/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία του, β) επικουρικά, ότι η θανούσα βαρύνεται με συντρέχον πταίσμα, κατά ποσοστό 80%, για την πρόκληση του ατυχήματος, για τις ίδιες ως άνω αιτίες, ισχυρισμός που συνιστά την εκ των άρθρων 300 ΑΚ και 6 ν. ΓΠΝ/1911 νόμιμη ένσταση (Ολ. ΑΠ 423/1985, Ολ. ΑΠ 1115/1986 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), που πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, γ) ότι, αναφορικά με το κονδύλι στέρησης προφερόμενων υπηρεσιών, που αιτείται ο πρώτος των εναγόντων και σύζυγος της θανούσης, και κατ’ εκτίμηση του ισχυρισμού τους, πρέπει να γίνει αποτίμηση της συνεισφοράς που θα παρείχε καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και να αφαιρεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στη δική του συνεισφορά, ισχυρισμός που, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, συνιστά νόμιμη ένσταση συνεισφοράς κατά το μέτρο που απαιτείται να προσδιοριστεί το ύψος της απώλειας που υπέστη ο επιζών σύζυγος από τη μη προσφορά υπηρεσιών της θανούσης συζύγου του, στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ (ΑΠ 124/2017 ό.π.) και πρέπει να εξεταστεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα δ) ότι η ευθύνη της τρίτης εναγόμενης για την κάλυψη των ζημιών για σωματικές βλάβες τρίτων περιορίζεται μέχρι του ποσού του 1.220.000,00 ευρώ ανά θύμα και ότι οι ενάγοντες πρέπει να ικανοποιηθούν σύμμετρα, ισχυρισμός που αποτελεί ένσταση περιορισμού ευθύνης και σύμμετρης ικανοποίησης των δικαιούχων, η οποία προτείνεται παραδεκτά και νόμιμα, στηριζόμενη στα άρθρα 2 παρ. 1, 6 παρ. 2, 4 και 5,10 παρ. 3 και 29 παρ. 1 του Ν. 489/1976 του Ν. 489/1976, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της (ΑΠ 927/2017, ΑΠ 1070/2015, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ε) ότι ο πρώτος ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να αιτείται τα έξοδα κηδείας της αποβιώσασας, καθώς η αποβιώσασα ήταν ασφαλισμένη στον ΕΟΠΥΥ, ισχυρισμός που συνιστά την δικονομική ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, στηριζόμενη στο άρθρο 68 ΚΠολΔ, η οποία στο ουσιαστικό δίκαιο συνιστά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Ακόμη, οι εναγόμενοι επικουρικά αιτούνται την εξαίρεση των τυχόν επιδικασθησομένων απαιτήσεων των εναγόντων από τον τόκο επιδικίας και την επιδίκαση αυτών με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, λόγω της εύλογης αντιδικίας τους, καθώς και της φύσεως των αιτούμενων κονδυλίων (επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου), σύμφωνα με το άρθρο 346 εδ. δ` και ε` ΑΚ, αίτημα που προβάλλεται παραδεκτά και είναι νόμιμο, πρέπει δε να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Τέλος, ζητούν να καταδικαστούν οι ενάγοντες στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.
Από την εκτίμηση των με αριθμούς ……. και …… από 18.11.2021 ενόρκων βεβαίωσης των μαρτύρων απόδειξης, ……, …… και ….., οι οποίες χορηγήθηκαν ενώπον του συμβολαιογράφου Χανίων, ……, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, προ δύο τουλάχιστον εργάσιμων ημερών, των εναγομένων, ως συνάγεται εκ των με αριθμούς ……/15.11.2011 και ……/15.11.2021 εκθέσεων επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ……, προς τον πρώτο και τη δεύτερη των εναγομένων, αντιστοίχως, καθώς και εκ της με αριθμό ……/15.11.2021 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ….., προς την τρίτη εναγομένη, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τα οποία άλλα λαμβάνονται υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΚΠολΔ 339, 395), μερικά δε αναμένονται ονομαστικά κατωτέρω, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται κανένα από αυτά κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπό κρίση υπόθεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που εκτιμώνται ελεύθερα στην παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια (ΕφΛαμ 36/2008, Εφ Δωδ 9/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και από τις εξομοιούμενες με τα έγγραφα ως προς την αποδεικτική τους δύναμη, μη αμφισβητούμενης γνησιότητας, φωτογραφίες (ΚΠολΔ 444 παρ. 1γ, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4, βλ. ΑΠ 239/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Περί ώρα 19:00` του απογεύματος της 28ης.10.2018, η ….., συζ. εν ζωή …… το γένος ……. ευρίσκετο στη …., στο ύψος …, στην πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας προς την πόλη των ……. Τη Λεωφόρο αυτή, που έχει συνολικό πλάτος 9 μέτρα ανά ρεύμα κυκλοφορίας και είναι διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, η ανωτέρω επιχείρησε να διασχίσει κάθετα και ελαφρώς διαγωνίως από δεξιά προς αριστερά ως προς την πορεία των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο κινήθηκε, εκτός διάβασης πεζών, που υπάρχει σε απόσταση περί τα διακόσια (200) μέτρα από το σημείο στο οποίο ευρίσκετο, με πορεία, όσον αφορά στα κινούμενα επί της οδού οχήματα, αφενός μεν από τα αριστερά της στο πρώτο μισό του οδοστρώματος, στο όριο του οποίου υπάρχει διαχωριστική νησίδα δεντροφυτεμένη πλάτους τεσσάρων μέτρων, αφετέρου δε από τα δεξιά της στο δεύτερο μισό του οδοστρώματος, όπου δεν πρόλαβε να εισέλθει. Η οδός είναι ευθεία, με απεριόριστη ορατότητα, προ του ύψους στο οποίο κινήθηκε η ανωτέρω, ωστόσο, στο ρεύμα κυκλοφορίας που επιχείρησε να διασχίσει, υφίσταται ελαφριά καμπύλη – αριστερή στροφή ως προς την πορεία των οχημάτων. Επίσης, η Λεωφόρος είναι ασφαλτοστρωμένη, κατά την ώρα δε του συμβάντος, που επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν σε ξηρά κατάσταση, η επί αυτής κυκλοφορία οχημάτων ήταν αραιή και ο τεχνητός φωτισμός, δεδομένου ότι είχε ήδη νυχτώσει, ήταν επαρκής. Η ……, φορώντας μπλούζα μπεζ χρώματος και σκουρόχρωμο παντελόνι, έχοντας ανά χείρας την τσάντα της και ένα μπουφάν, και σύροντας μια τροχήλατη βαλίτσα, στην πρόθεσή της να διασχίσει κάθετα τον δρόμο για να περάσει απέναντι, εισήλθε στο οδόστρωμα, αφού προηγουμένως έλεγξε την επί της οδού κυκλοφορία στο ρεύμα από …… προς ….., δηλαδή από αριστερά προς δεξιά της, ως προς τη θέση που είχε και την πορεία που ήθελε να ακολουθήσει. Τούτο προκύπτει τόσο από τις παρατηρήσεις των συνταξάντων την έκθεση αυτοψίας, Υποστυνόμο Α` ….. και Αρχιφύλακα ….., σύμφωνα με τις οποίες “εκτιμάται ότι τη στιγμή που ξεκίνησε να περάσει απέναντι είχε στο κοντινό οπτικό της πεδίο το αυτοκίνητο της μάρτυρος και, ως εκ τούτου, η διέλευσή της δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων”, όσο και από τις καταθέσεις αυτής τούτης της μάρτυρα, στην οποία αναφέρονται οι συντάξαντες την έκθεση αυτοψίας, …. Η τελευταία, τόσο στην από 28.10.2018 ένορκη κατάθεσή της προανακριτικά όσο και στην με αριθμό …../18.11.2021 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον του συμβολαιογράφου Χανίων, …., καταθέτει, ως αυτόπτης μάρτυρας, ότι, οδηγώντας η ίδια με ταχύτητα περί τα 50 χιλ./ώρα στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας που επιχειρούσε να διασχίσει η …., τη διέκρινε μπροστά της από απόσταση 20 έως 50 μέτρων, χωρίς να χρειαστεί να ανακόψει την πορεία της, καθόσον η ανωτέρω προσέγγιζε τη νησίδα μεταξύ των ρευμάτων κυκλοφορίας, που βρίσκεται στο όριο της αριστερής λωρίδας του ρεύματος κυκλοφορίας όπου εκινείτο, απέχοντας 1-2 μέτρα από αυτή. Όλα δε τα ανωτέρω διέκρινε σαφώς, δεδομένου ότι η κίνηση των οχημάτων στο σημείο εκείνη τη στιγμή ήταν μηδενική μπροστά της, όπως καταθέτει. Συνεπώς, αφού το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ως άνω μάρτυς, στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας, ήταν το μοναδικό πλησίον της …, όταν εκείνη ευρισκόταν ήδη εγγύς της νησίδας, η τελευταία, προ της εισόδου της στο οδόστρωμα, έλεγξε την κυκλοφορία επί αυτού και κινήθηκε ούσα βέβαια ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία και ότι δεν θα θέσει το εαυτό της σε κίνδυνο. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή, το με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, ασφαλισμένο για την, κατά το χρόνο εκείνο, έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τροχαία ατυχήματα στην τρίτη εναγομένη, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο, εξερχόμενο με υψηλά ανεπτυγμένη ταχύτητα από την αριστερή καμπή, έχοντας όμως επαρκέστατη ορατότητα, αφού προσπέρασε το αυτοκίνητο της μάρτυρα, ήρθε σε σύγκρουση με το σώμα της πεζής, που ευρισκόταν εγγύς της νησίδας (η αυτόπτης μάρτυρας κάνει λόγο για απόσταση “μιας δρασκελιάς” στην ένορκη βεβαίωσή της και “δυο περίπου βημάτων” στην από 02.11.2018 συμπληρωματική κατάθεσή της προανακριτικά), φέροντας σε επαφή τον εμπρόσθιο προφυλακτήρα με το αριστερό άκρο αυτού στο σώμα της, κοντά στα 0,60 μ. από το έδαφος, όπου και την εκτίναξε λόγω ορμής, σε ύψος τουλάχιστον 1,50 μ. και σε απόσταση 8,50 μ. Στη συνέχεια, ευθυγραμμιζόμενο επί της οδού, συνέχισε την πορεία του, ακινητοποιήθηκε δε σε απόσταση 81,50 μ. από το σημείο πτώσης της πεζής, με συνολικά διανυθείσα απόσταση από το σημείο κρούσης περίπου 90 μ., χωρίς να κάνει προσπάθεια πέδησης ή ελιγμού, όπως συνάγεται από τη, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος, μη ανεύρεση ιχνών πέδησης ή πλάγιας ολίσθησης και όπως εκτιμάται από τους διενεργήσαντες, κατόπιν εντολής του Τμήματος Τροχαίας ….., πραγματογνωμοσύνη περί των συνθηκών του ατυχήματος σε σχέση με την κατάσταση και την ταχύτητα του αυτοκινήτου, ηλεκτρολόγους μηχανολόγους μηχανικούς, …. και …, στην από Νοεμβρίου 2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τους. Κατά την τελευταία, κατόπιν εξέτασης των δυναμικών χαρακτηριστικών της κρούσης και ανάλυσης των στοιχείων παραμόρφωσης (συνθλίψεων) του αυτοκινήτου, συμπεραίνεται πως το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο όχημα εκινείτο επί της οδού, στο αριστερό μέρος αυτής, και χωρίς λόγο, ούτε εξαιτίας τεχνικού προβλήματος του (δεν διαπιστώθηκε καμία δυσλειτουργία στα συστήματα διεύθυνσης, πέδησης, απώλεια τροχού ή πίεσης αέρα εντός ελαστικού) προκάλεσε τη σύγκρουση με την πεζή, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα που υπερέβαινε τα 50 χλμ./ώρα συνεχώς επιταχυνόμενη, με εκτιμώμενη, σε βέλτιστη παραδοχή, τα 98,50 – 99,0 χλμ./ώρα (η αυτόπτης μάρτυρας την εκτιμά ανώτερη των 100 χλμ./ώρα), παρότι στο σημείο του ατυχήματος υφίσταται πινακίδα ορίζουσα το όριο ταχύτητας στην οδό στα 40 χλμ./ώρα. Σημειώνεται δε ότι, όπως χαρακτηριστικά καταθέτει εξ αρχής και η αυτόπτης μάρτυρας, το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο αυτοκίνητο, κατόπιν της πρόκρουσής του στην πεζή, δεν άλλαξε πορεία, αλλά συνέχισε να κινείται ευθεία κανονικά την πορεία του, “σα να μην είχε συμβεί τίποτα”. Καταθέτει επίσης, τόσο προανακριτικά όσο και στην ένορκη βεβαίωσή της, ότι επί εκατό μέτρα περίπου από το σημείο πρόσκρουσης, παρότι η ίδια κόρναρε ασταμάτητα, ο οδηγός – πρώτος εναγόμενος δεν σταμάτησε, παρά μόνο στο κόκκινο φανάρι, οπότε η ίδια ακινητοποιήθηκε δίπλα του και τον επέπληξε για το ότι χτύπησε μια γυναίκα και έφυγε. Μόνο τότε ο εναγόμενος έδειξε να ξαφνιάζεται, έβαλε όπισθεν και, πηγαίνοντας αντίθετο, στον δρόμο, διακινδυνεύοντας να προκαλέσει και δεύτερο ατύχημα, γύρισε στο σημείο όπου ήταν πεσμένη η ….., η οποία, συνεπεία της κρούσης του αυτοκινήτου επ` αυτής, τραυματίστηκε θανάσιμα, του θανάτου της οφειλόμενου, σύμφωνα με την από 28.10.2018 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή, …., σε αιμορραγική καταπληξία συνεπεία κακώσεων σπλάγχνων θώρακος, απότοκων οδικού τροχαίου ατυχήματος. Εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται ανενδοίαστα ότι η πρόσκρουση του αυτοκινήτου στην κινούμενη επί του οδοστρώματος, εγγύς της νησίδος, πεζής, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να επιδεικνύει κατά την οδήγηση ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος όχι απλώς δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενος χειρισμούς, και δε ρύθμιζε την ταχύτητά του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψιν τις επικρατούσες συνθήκες, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, αλλά οδηγούσε εξαιρετικά επικίνδυνα, χωρίς κανέναν έλεγχο του αυτοκινήτου του και χωρίς καμία εποπτεία της κίνησης επί της οδού, στην οποία εκινείτο. Ήτοι, οδηγούσε με ταχύτητα υπεδιπλάσια των 40 χλμ./ώρα, που κατ` ανώτατο όριο επιτρέπεται στο ύψος της σύγκρουσης (98,50 – 99,00 χλμ./ώρα κατά βέλτιστη για τον ίδιο παραδοχή). Επίσης, παρότι είχε ανεμπόδιστη ορατότητα και επαρκή φωτισμό και μπορούσε, συνεπώς, να διακρίνει την πεζή (η μάρτυς τη διέκρινε ευχερώς και λεπτομερώς, παρότι δεν εκινείτο στη δική της λωρίδα κυκλοφορίας) δεν αντιλήφθηκε καν την παρουσία της, όπως αποδεικνύει η παντελής απουσία προσπάθειας μείωσης της ταχύτητας του οχήματος του, πέδησης ή ελιγμού, παρότι η λωρίδα δεξιά της πορείας του ήταν κενή και επιχειρούμενος ελιγμός προς αυτήν ήταν ευχερής και καθ` όλα ασφαλής. Περαιτέρω, παρότι προσέκρουσε σε ανθρώπινο σώμα, το οποίο εκσφενδόνισε, συνέχισε κανονικά την πορεία του και δεν σταμάτησε παρά μόνο σε ευρισκόμενο περί τα 100 μ. από το σημείο σύγκρουσης φανάρι, χωρίς, κατά τα φαινόμενα, να έχει αντιληφθεί τι είχε προηγηθεί. Συνεπώς, παρότι οδηγούσε με εξαιρετικά υψηλή ταχύτητα, δεν είχε καμία απολύτως αντίληψη των συνθηκών κυκλοφορίας στον δρόμο και καμία αντίδραση σε εξωτερικά ερεθίσματα και επιδράσεις. Είναι δε αναληθές ότι η θανούσα εμφανίστηκε αιφνιδίως μπροστά του και δεν είχε περιθώρια αντίδρασης, καθόσον, μετά τη διαγραφή της καμπύλης στην πορεία του, είχε πλήρη ορατότητα και δυνατότητα παρακολούθησης της κίνησης της πεζής (η μάρτυρας την εντόπισε παρότι αρχικά το αυτοκίνητό της εκινείτο έμπροσθεν του αυτοκινήτου του εναγόμενου) και, αν είχε αντίληψη των συνθηκών γύρω του, δεν θα επιτάχυνε προσπερνώντας το όχημα της μάρτυρα, αλλά, αντιθέτως, θα αρκούσε να μειώσει ταχύτητα, οπότε η πεζή θα προλάβαινε να ανέβει στη νησίδα και δεν θα χρειαζόταν καν να τροχοπεδήσει ή να προβεί σε ελιγμό, ανεξάρτητα από το ότι θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να προβεί απλώς σε αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας, συνεχίζοντας την πορεία του στο μεσαίο ρεύμα κυκλοφορίας. Η πεζή, αντιθέτως, ουδόλως συνετέλεσε με πράξεις ή παραλείψεις της στο αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού της. Ειδικότερα, παρότι σε συνθήκες νύχτας, με επαρκή, πάντως, τεχνητό φωτισμό, επιχείρησε να διασχίσει τον δρόμο σύροντας τροχήλατη βαλίτσα και δεν επέλεξε να κινηθεί από την περί τα 200 μέτρα μακριά ευρισκόμενη διάβαση πεζών, η ενέργειά της αυτή έγινε κατόπιν ελέγχου, ως προαναφέρθηκε, της κυκλοφορίας οχημάτων επί της οδού, η οποία, κατά τον χρόνο ελέγχου, ήταν σχεδόν μηδενική, καθόσον το πλησιέστερο σε αυτήν αυτοκίνητο (της προαναφερθείσας αυτόπτη μάρτυρα) κινείτο από 20 έως 50 μέτρα πριν από αυτήν, στη δεξιά λωρίδα, όταν η ίδια είχε διανύσει περί τα οκτώ (8) από τα εννέα (9) μέτρα του οδοστρώματος και ευρισκόταν περί το ένα (1) μέτρο από τη διαχωριστική νησίδα, στο όριο της αριστερής λωρίδας. Σωστά, συνεπώς, εκτίμησε ότι κανένα όχημα, κινούμενο με την επιτρεπόμενη επί της λεωφόρου ταχύτητα, δεν θα την προσέγγιζε μέχρι να φτάσει στη νησίδα και ασφαλώς επιχείρησε να διασχίσει τον δρόμο, χωρίς να εμποδίζει την επ` αυτού κυκλοφορία. Ούτε ο πρώτος εναγόμενος θα την προσέγγιζε πριν φτάσει επί της νησίδας, εάν εκινείτο με την προβλεπόμενη ταχύτητα. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, καθόσον δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται βάσει των νομικών κανόνων και της κοινής πείρας ως μέσος συνετός οδηγός, η παράβαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς, ως μόνος όρος επέλευσης του αποτελέσματος, με το ένδικο συμβάν, της ένστασης των εναγόμενων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας της θανάσιμα τραυματισθείσης πεζής απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο του συμβάντος, η, γεννηθείσα το έτος 1957, …. διένυε το 61ο έτος της ηλικίας της και δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Ήταν παντρεμένη από το έτος 1973 με τον πρώτο ενάγοντα, ….., με τον οποίον είχαν αποκτήσει τρία (3) τέκνα, τον ….. (τέταρτο ενάγοντα), που γεννήθηκε το έτος 1975, τον …… (δεύτερο ενάγοντα), που γεννήθηκε το έτος 1977 και τον …. (τρίτο ενάγοντα), που γεννήθηκε το έτος 1993 (βλ. σχετικά το προσκομισθέν με επίκληση από τους ενάγοντες με αριθμ. πρωτ. ….. από 10.01.2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών της θανούσης από το Γραφείο Δημοτολογίου – Ιθαγένειας – Μητρώου του Δήμου ..). Εκ των τέκνων τους ο μεν ….. είναι έγγαμος από το έτος 2016, οπότε τέλεσε γάμο με την ….. (πέμπτη ενάγουσα), με την οποία έχουν αποκτήσει ένα τέκνο, γεννηθέν το έτος 2014, τη …., την οποία ο τελευταίος αναγνώρισε ως γνήσιο τέκνο του δια της με αριθμό …../2014 πράξης της συμβολαιογράφου Χανίων, ….., ο δε …… είναι έγγαμος από το έτος 2004, οπότε τέλεσε γάμο με την …. (έκτη ενάγουσα), με την οποία έχουν αποκτήσει ένα τέκνο, γεννηθέν το έτος 2007, τη …… (βλ. τα, μετά από κλήση κατ` άρθρο 227 ΚΠολΔ, προσκομισθέντα με επίκληση από τους ανωτέρω ενάγοντες πιστοποιητικά οικογενειακής τους κατάστασης από το Γραφείο Δημοτολογίου – Ιθαγένειας – Μητρώου του Δήμου ……). Εξάλλου, κατά το χρόνο του θανάτου της, η απολιπόμενη κατέλειπε εν ζωή τις δύο αμφιθαλείς αδελφές της, ……. ή ….. το γένος … και …… συζ. ……. στο γένος …, με τις οποίες διατηρούσε τις συνήθεις μεταξύ αδελφών στενές σχέσεις (έβδομη και όγδοη των εναγόνιων, αντιστοίχως/βλ. τη, μετά από κλήση κατ` άρθρο 227 ΚΠολΔ, προσκομιοθείσα με επίκληση από τις ανωτέρω ενάγουσες με αριθμ. πρωτ. …… από 31.05.2022 βεβαίωση του Τμήματος Δημοτικής Κατάστασης της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου ……). Η θανούσα ήταν ιδιαιτέρως αγαπητό πρόσωπο και διατηρούσε στενούς συναισθηματικούς δεσμούς με όλα τα ανωτέρω συγγενικά της πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των εκ των υιών της νυφών, οι οποίες, σύμφωνα με τα στη νομική σκέψη της παρούσης αναφερόμενα, συμπεριλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων. Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων απόδειξης, αποδεικνύεται ότι η θανούσα είχε μέχρι τον χρόνο του θανάτου της ενεργό και σημαντικό ρόλο στη ζωή των εναγόντων συγγενών της, δεδομένου ότι καθ` όλα τα χρόνια του έγγαμου βίου της συμβίωνε αρμονικά με τον σύζυγό της – πρώτο ενάγοντα, έχοντας αφιερωθεί στην ανατροφή των τέκνων της, εκ των οποίων ο …… τρίτος ενάγων, διέμενε στην πατρική οικία, και δημιουργώντας μια αγαπημένη οικογένεια, την οποία εξακολουθούσε να στηρίζει συνδράμοντας στην ανατροφή των εγγονών της, διαθέτοντας τον χρόνο και τις δυνάμεις της για τη φροντίδα και φύλαξή τους προς βοήθεια των γονέων τους. Ήταν δε ιδιαιτέρως αγαπητή, όχι μόνο στο στενό συγγενικό της περιβάλλον, αλλά και στο φιλικό και ευρύτερα κοινωνικό. Ως εκ των ανωτέρω, άπαντες οι ενάγοντες, λόγω του αιφνίδιου και βίαιου θανάτου της, υπέστησαν, όπως είναι βιολογικά και κοινωνικοσυναισθηματικά αναμενόμενο, βαθύτατο πόνο και θλίψη. Ως εκ τούτου, προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστη ο καθένας τους ξεχωριστά, και προς ψυχική παρηγοριά και ηθική τους ανακούφιση, δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις ιδιαίτερες συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, όπως περιγράφονται ανωτέρω, την αποκλειστικότητα, τη βαρύτητα και το μέγεθος του πταίσματος του πρώτου εναγομένου – οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού της πεζής, καθώς και την μετά το ατύχημα συμπεριφορά του, την ηλικία της θανούσης, τον στενό συγγενικό δεσμό και τις προσωπικές σχέσεις της με τους ενάγοντες, που ήταν ανάλογες και με τη συγγένειά τους, την ηλικία ενός εκάστου των εναγόντων, καθώς και την κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της τρίτης εναγόμενης – ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, αλλά και της έντονης ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες από τον απροσδόκητο θάνατο της συγγενούς τους, ανάλογα με τον βαθμό της (συγγένειας), κρίνει ότι, για την απάμβλυνση αυτής και για την ηθική παρηγοριά και ανακούφισή τους, δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, η οποία καθορίζεται για τον εν ζωή σύζυγο και πρώτο των εναγόντων, στο ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000,00) ευρώ, για κάθε ένα από τα τέκνα της θανούσης, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων στο ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ, για κάθε μία οπό τις πέμπτη και έκτη των εναγόντων, νύφες εξ υιών της θανούσης, στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ, για την ανήλικη εγγονή της ……, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνασκούντες τη γονική της μέριμνα γονείς της, που κατά τον χρόνο θανάτου της γιαγιάς της, με την οποία είχε αναπτύξει ιδιαίτερο δεσμό, ήταν δέκα (10) ετών, στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ και για την ανήλικη εγγονή της ……, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνασκούντες τη γονική της μέριμνα γονείς της, η οποία κατά τον χρόνο θανάτου της γιαγιάς της ήταν τεσσάρων (4) ετών και δεν είχε την ψυχοσυναισθηματική ωριμότητα να βιώσει το πένθος από την απώλεια της γιαγιάς της στο βαθμό της δεκάχρονης εξαδέλφης της, αλλά, δεδομένου ότι είχε ήδη αναπτυχθεί μεταξύ αυτής και της θανούσης γιαγιάς της ιδιαίτερος συναισθηματικός δεσμός, η απώλειά της της προκάλεσε ψυχικό πόνο λόγω του αισθήματος έλλειψης αυτής, που θα είναι μετά βεβαιότητας τα επόμενα χρόνια της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας, που θα είναι σε θέση να δέχεται εντονότερα τις ψυχικές επιδράσεις του εξωτερικού κόσμου, στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ, και σε κάθε μια εκ των αδελφών της θανούσης (έβδομη και όγδοη των εναγόντων), στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ. Δεδομένου δε ότι το συνολικό ποσό, που επιδικάζεται με την παρούσα, υπολείπεται του ορίου της ασφαλιστικής κάλυψης των 1.220.000,00 ευρώ, παρέλκει η έρευνα της σχετικής ένστασης της πέμπτης εναγομένης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η θανούσα δεν εργαζόταν εκτός οικίας, αλλά ότι καθ` όλη τη διάρκεια του συζυγικού της βίου απασχολείτο μετά του οίκου της οικογένειας, φροντίζοντας για την καθαριότητα και τη λειτουργικότητα της οικίας, και περιποιούμενη τον σύζυγό της, επιμελούμενη τη διατροφή του, τον ρουχισμό του και την εν γένει συντήρησή του, στο πλαίσιο της κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ υποχρέωσής της για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες. Κατά τον χρόνο θανάτου της διένυε το 61ο έτος της ηλικίας της, ενώ ο σύζυγός της – πρώτος ενάγων, γεννηθείς το έτος 1948, ήταν 70 ετών. Κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εξακολουθούσε να του προσφέρει τις ανωτέρω υπηρεσίες της για περισσότερα από πέντε (5) έτη από του χρόνου του θανάτου της. Τις στερηθείσες αυτές υπηρεσίες, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, ο πρώτος ενάγων θα υποχρεωθεί να αναπληρώσει με την πρόσληψη προσώπου ικανού να του τις παράσχει, αντί αμοιβής, ζημιούμενος αμέσως κατά το ύψος αυτής, αφού ληφθούν υπόψιν και οι λοιπές σχετικές περιστάσεις και, ειδικότερα, το γεγονός ότι την κάλυψη των δαπανών συντήρησης της συζυγικής οικίας και της διατροφής αμφότερων των συζύγων επωμιζόταν σε χρήμα αποκλειστικά ο σύζυγος – πρώτος ενάγων. Κατά συνέπεια, συνυπολογισθείσης της μείωσης της απαιτούμενης συνεισφοράς του για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών εξαιτίας της απώλειας της συζύγου του, η ζημία του πρώτου ενάγοντος από τη στέρηση των υπηρεσιών της θανούσης ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ μηνιαίως, το οποίο οφείλουν να του καταβάλλουν σε ολόκληρο οι εναγόμενοι, σε μηνιαίες δόσεις με τον νόμιμο τόκο από την 1η ημέρα κάθε μήνα έως την εξόφληση, για το επόμενο της επίδοσης της αγωγής χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, και όχι εφάπαξ, όπως αιτείται ο ενάγων, καθόσον δεν απέδειξε ότι συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι για τα έξοδα κηδείας της θανούσης κατέβαλε ο σύζυγός της πρώτος των εναγόντων το συνολικό ποσό των 1.624,00 ευρώ (βλ. την με αριθμό …../02.11.2018 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του εργολάβου κηδειών ….. Τα παραπάνω έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 928 και 1831 A.K., δικαιούνται να αξιώσουν από τον υπεύθυνο του θανάτου του προσφιλούς τους προσώπου οι κληρονόμοι του ή οι προς διατροφή του υπόχρεοι, εφόσον πράγματι κατέβαλαν αυτά, δεδομένου ότι η αξίωση αυτή έχει τον χαρακτήρα της αποζημιώσεως και δεν επιδιώκεται με κληρονομικό δικαίωμα, ως στοιχείο της κληρονομιάς, ώστε να χωρήσει επιμερισμός της με βάση την κληρονομική μερίδα (Α.Π. 1590/1980, Νο.Β. 28. 295, ΕφΘεσ. 1735/1993, ΕλλΔ/νη 35. 676). Επομένως, οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, υποχρεούνται να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το παραπάνω ποσό. Ωστόσο, δεν προσκομίζεται από τον εν άγοντα πληροφοριακό σημείωμα του ασφαλιστικού φορέα του ιδίου, στον οποίον, ως μη εργαζόμενη, ήταν εμμέσως ασφαλισμένη η θανούσα, που να βεβαιεί αν έχει κατατεθεί ή όχι αίτηση για τη χορήγηση εξόδων κηδείας της θανούσας ……., και αν οι κληρονόμοι έλαβαν ή δικαιούνται να λάβουν οποιοδήποτε ποσό για τη δαπάνη, στην οποία υποβλήθηκαν για τα έξοδα αυτά, και μέχρι ποιου ύψους. Συνεπώς, προκύπτουν αμφιβολίες ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση του πρώτου ενάγοντος ως προς το αγωγικό κονδύλιο των εξόδων κηδείας, το βάρος απόδειξης του οποίου φέρει ο ίδιος, με αποτέλεσμα, δεκτού γενομένου και του σχετικώς επικουρικώς προταθέντος ισχυρισμού των εναγόμενων, να πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης ως προς το κονδύλιο αυτό και να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης (άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου ο πρώτος ενάγων να προσκομίσει σχετικό έγγραφο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει, εν μέρει, δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλουν, ο μεν πρώτος εναγόμενος με τον νόμιμο τόκο επιδικίας, οι δε δεύτερη και τρίτη εναγόμενες με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, αφού, ενόψει της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, εξαιρετική περίπτωση εύλογης αντιδικίας συντρέχει μόνο ως προς τις αντικειμενικώς ευθυνόμενες δεύτερη και τρίτη εναγόμενες, κατά παραδοχή του παραδεκτώς με τις προτάσεις και με δήλωση στα πρακτικά υποβαλλόμενου νόμιμου, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, αιτήματος αυτών: α) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εβδομήντα (70.000,00) χιλιάδων ευρώ β) σε κάθε έναν από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ γ) σε κάθε μία από τις πέμπτη και έκτη ενάγουσες το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ δ) στην ανήλικη …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνασκούνες τη γονική μέριμνα αυτής γονείς της, δεύτερο και έκτη των εναγόντων, το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ και στην ανήλικη …., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνασκούνες τη γονική μέριμνα αυτής γονείς της, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ και ε) σε κάθε μία από τις έβδομη και όγδοη των εναγόντων το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ. Επίσης, πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα σε ολόκληρο, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την άσκηση της ένδικης αγωγής, το ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, νομιμοτόκως από την ληξιπροθεσμία κάθε δόσης, για τον μεν πρώτο εναγόμενο με το νόμιμο τόκο επιδικίας, για δε τις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας και να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης ως προς το αγωγικό κονδύλι των εξόδων κηδείας, να διαταχθεί δε η επανάληψη της συζήτησης ως προς αυτό, προκειμένου ο πρώτος ενάγων να προσκομίσει βεβαίωση του ασφαλιστικού φορέα στον οποίον ήταν εμμέσως ασφαλισμένη η θανούσα, από την οποία να προκύπτει το ποσό που επιδοτήθηκε ή δικαιούται να εισπράξει για τα έξοδα κηδείας της. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν αιτήματος τους, σε βάρος των εναγομένων, ανάλογα με την έκταση της ήττας των τελευταίων στη δίκη (άρθρα 176 εδ. α`, 178 παρ. 1, 180 αρ. 3 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, άρθρα 63 και 68 ΚωδΔικηγ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης ορίζεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΝΑΒΑΛΕΙ την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς το αγωγικό κονδύλιο των εξόδων κηδείας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο προκειμένου ο πρώτος ενάγων, ……., να προσκομίσει βεβαίωση του ασφαλιστικού φορέα στον οποίον ήταν εμμέσως ασφαλισμένη η θανούσα, από την οποία να προκύπτει το ποσό που επιδοτήθηκε ή δικαιούται να εισπράξει για τα έξοδα κηδείας της.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε στο σκεπτικό ως απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατά τα λοιπά, εν μέρει, την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον: α) στον πρώτο ενάγοντα, ……, το ποσό των εβδομήντα (70.000,00) χιλιάδων ευρώ, β) στον δεύτερο ενάγοντα, ……, το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ, γ) στον τρίτο ενάγοντα ……, το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ, δ) οτον τέταρτο ενάγοντα, ……, το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ, ε) στην πέμπτη ενάγουσα, ….. συζ. …… το γένος ……, το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00 ευρώ στ) στην έκτη ενάγουσα, ….. συζ. ….. το γένος ….., το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ, ζ) στην ανήλικη …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνασκούντες τη γονική μέριμνα αυτής γονείς της, … και … συζ. …… το γένος ……, το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ, η) στην ανήλικη …… και ….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνασκούντες τη γονική μέριμνα αυτής γονείς της, …… συζ. …. το γένος …, το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ, θ) στην έβδομη ενάγουσα, … συζ. … το γένος …, το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, και ι) στην όγδοη ενάγουσα, ….. συζ. ……. το γένος ….., το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, ο μεν πρώτος εναγόμενος με τον νόμιμο τόκο επιδικίας, οι δε δεύτερη και τρίτη εναγόμενες με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον πρώτο ενάγοντα, ……, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την άσκηση της ένδικης αγωγής, το ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, νομιμοτόκως από την ληξιπροθεσμία κάθε δόσης, για τον μεν πρώτο εναγόμενο με τον νόμιμο τόκο επιδικίας, για δε τις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος των εναγομένων, μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννέα χιλιάδων πεντακοσίων (9.500,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στα Χανιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 09.06.2022, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, και θεωρήθηκε αυθημερόν.
