Αποκλειστική χρήση κοινού αντικειμένου

 

Α.Π. 1509/2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

 

Περίληψη

ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΟΥΣ, ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ, ΚΑΙ ΑΝ ΔΕΝ ΠΡΟΕΒΑΛΑΝ ΑΞΙΩΣΗ ΠΕΡΙ ΣΥΓΧΡΗΣΕΩΣ, ΝΑ ΑΠΑΙΤΗΣΟΥΝ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΑΝΑΛΟΓΗ ΜΕΡΙΔΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΦΕΛΟΣ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΥΤΟΣ ΑΠΟΚΟΜΙΣΕ ΚΑΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ, ΕΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΜΕΡΙΔΙΟ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΟΦΕΛΟΣ. – Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση. Για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού αστικού ακινήτου και εντεύθεν των εξ αυτού ωφελημάτων του κοινωνού ο οποίος ιδιοχρησιμοποίησε τούτο, λαμβάνεται υπόψη όχι μία υποθετική (ανύπαρκτη), αλλά η πραγματική κατάσταση αυτού κατά τον ένδικο χρόνο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, για τον προσδιορισμό της ωφέλειας που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη από την αποκλειστική χρήση του επικοίνου ακινήτου και, ακολούθως, την αναλογούσα στους αναιρεσείοντες συγκοινωνούς αποζημίωση, αντίστοιχη της μισθωτικής αξίας αυτού, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έλαβε υπόψη τη θέση και την πραγματική κατάσταση αυτού, καθώς και τις μισθωτικές εν γένει συνθήκες της περιοχής. Στην πραγματική κατάσταση του επιδίκου ορθά εντάσσονται το περίκλειστο του επικοίνου ακινήτου και των επ’ αυτού καταστημάτων, μη εχόντων πρόσβαση σε δρόμο ή στη θάλασσα, η δυσχέρεια της μίσθωσης αυτών σε τρίτους για αυτοτελή χρήση, το γεγονός ότι απευθύνονται στους πελάτες μόνο του ξενοδοχείου και όχι στο ευρύ κοινό, το οποίο οφείλεται στην αντικειμενική αδυναμία χρήσης των υπηρεσιών από τρίτους. Εξάλλου, η εποχική λειτουργία των δραστηριοτήτων αυτών δεν αποτελεί επιλογή της αναιρεσίβλητης, αλλά αναπόδραστη συνέπεια της εποχικής, και όχι καθόλο το έτος, λειτουργίας όλων των επιχειρήσεων και καταστημάτων στην περιοχή. Απόρριψη. – (άρθ. 785, 786, 787, 792, 794, 961, 962, 1113 ΑΚ)

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη – Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Ε., 2) Α. Μ. του Ε., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία “ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΙΟΣ” (Ξενοδοχείο ELOUDA BEACH), που εδρεύει στην Ελούντα Λασιθίου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Αικατερίνη Σωτηροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/7/2018 αίτησή του και τους από 20/6/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15-7-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 20-6-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης, στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 11-7-2019 (βλ. την 8500/11-7-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λασιθίου Ν. Π.), ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα, και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης, προσβάλλεται η 45/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Η τελευταία απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν έγινε δεκτή και κατ’ ουσία η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 13/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που είχε κάνει δεκτή ως βάσιμη κατά ένα μέρος την από 25-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, περί καταβολής σ’ αυτούς ως αποζημίωσης, αντίστοιχης με τη μερίδα τους στα περιγραφόμενα επίκοινα αυτών και της αναιρεσίβλητης ακίνητα, της ωφέλειας που είχε η τελευταία από την αποκλειστική χρήση τους, δικάζοντας, δε, ακολούθως το Εφετείο την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη κατ’ ουσία. Η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει δε να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.

Όπως προκύπτει από το άρθρο 520 ΚΠολΔ., το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους έφεσης, δηλαδή τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς. Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι της έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1284/2019).

Σε περίπτωση, δε, έλλειψης λόγου έφεσης σαφούς και ορισμένου, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και αυτεπαγγέλτως η έφεση απορρίπτεται. Οι λόγοι έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα. Τούτο διότι, το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ.), επανεκτιμά απαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση αυτής και όχι με βάση τα αποδιδόμενα και συνδεόμενα με αυτήν ειδικότερα παράπονα που προβάλει ο εκκαλών (ΑΠ 1588/2017, ΑΠ 267/2017, ΑΠ 1345/2015, ΑΠ 1608/2008). Τυχόν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφερόμενη στο ορισμένο ή μη, είτε της αγωγής είτε της έφεσης, ελέγχεται αναιρετικά, με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 1212/2013). Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/09) και ελέγχεται με αυτήν, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης των ένδικων μέσων (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 786/2014, ΑΠ 371/2008).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστους και απαράδεκτους τους λόγους της έφεσης, επειδή πλήττουν την απόφαση για κεφάλαιο που δεν μεταβιβάστηκε σ’ αυτό και έτσι έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε και διότι δεν εξειδικεύεται το σφάλμα της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα ποια αποδεικτικά μέσα εκτιμήθηκαν εσφαλμένα ώστε να αχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην παραδοχή της αγωγής, όπως ήταν απαραίτητο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 19-2-2016 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης, το περιεχόμενο της οποίας ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με αυτήν η εκκαλούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, διατύπωσε κατά της εκκαλούμενης απόφασης λόγους έφεσης με τις αιτιάσεις ότι, α) με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 792, 1057 και 1113 ΑΚ, δέχθηκε ότι οι καρποί που ζήτησαν οι εφεσίβλητοι με την αγωγή τους, πρέπει να υπολογιστούν και επί των τριών κτισμάτων που η ίδια με δαπάνες της ανήγειρε επί του κοινού γηπέδου, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι καρποί οφείλονται μόνο για το γυμνό κοινό γήπεδο, που αποτελούσε την ιδιοκτησία τους και όπως είχε η κοινωνία κατά το χρόνο που ιδρύθηκε, β) με κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχημάτισε την εσφαλμένη κρίση και δέχθηκε ότι το ύψος του τεκμαρτού μισθώματος, αφενός ως προς το ακάλυπτο γήπεδο, αφετέρου ως προς τα τρία κτίσματα, ανέρχεται στα προσδιοριζόμενα χρηματικά ποσά, αντί του αναφερόμενου ποσού που θεωρεί η ίδια ως ορθό, ότι τα ποσά που επιδικάστηκαν είναι άδικα και πέρα από κάθε λογική, αφού το επιδικασθέν για κάθε χρόνο ποσό, υπερβαίνει την αγοραία αξία ενός στρέμματος και προσεγγίζει την αντικειμενική αξία αυτού, ότι με την επιδίκαση των συγκεκριμένων ποσών σχηματίζεται το άτοπο συμπέρασμα ότι η αξία του ακινήτου μπορεί να αποσβεστεί με το μίσθωμα αυτό σε χρόνο μικρότερο του έτους και ότι, δεχόμενο το πρωτοβάθμιο ότι τα επίδικα ακίνητα εκμισθούμενα αποφέρουν το προσδιοριζόμενο μίσθωμα, δέχθηκε υπερβολικό και παράλογο ύψος τεκμαρτών μισθωμάτων, εξαρτώντας εσφαλμένα τούτο και από το είδος της δραστηριότητας που ασκείται σ’ αυτά, χωρίς μάλιστα να λαμβάνει υπόψη ότι οι χρήσεις αυτές έχουν εποχικό χαρακτήρα και αφορούν μόνο την τουριστική περίοδο, δηλαδή το μισό χρόνο, ενώ τον υπόλοιπο παραμένουν κλειστά, μολονότι έπρεπε να δεχθεί ότι τούτο (το ύψος του τεκμαρτού μισθώματος) δεν υπερβαίνει το προσδιοριζόμενο σε κάθε περίπτωση μικρότερο ποσό.

Με βάση τους λόγους αυτούς ζητείται στο αιτητικό του ίδιου δικογράφου να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή, που είχε γίνει μερικά δεκτή με την εκκαλούμενη απόφαση. Με τους περιεχόμενους στο εφετήριο ως άνω λόγους έφεσης, πλήττεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καίτοι συνοπτικώς, η ορθότητα της εκτίμησης των αποδείξεων από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Οι προβληθέντες ως άνω λόγοι έφεσης, είναι ορισμένοι, αφού προσδιορίζεται, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, μ’ αυτούς η πλημμέλεια περί την εκτίμηση των αποδείξεων, και που συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης αναφερόμενες στα πραγματικά περιστατικά στα οποία εχώρησε εσφαλμένη εκτίμηση του Δικαστηρίου και επί πλέον είναι λυσιτελείς, αφού σε περίπτωση αποδοχής της έφεσης επέρχεται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.

Δεν ήταν αναγκαίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να εξειδικεύονται τα σημειούμενα σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα. Ούτε αναιρεί το παραδεκτό του λόγου της κακής εκτίμησης των αποδείξεων από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός της εκκαλούσας ότι η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε και προσδιόρισε εσφαλμένα το <<τεκμαρτό μίσθωμα>> του επιδίκου σε υπερβολικό και παράλογο ποσό και με βάση αυτό προέβη στην επιδίκαση του αναλογούντος στους αναιρεσείοντες συγκοινωνούς, ενώ η πρωτόδικη δέχεται μηνιαία μισθωτική αξία. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, με την επίκληση ότι το Εφετείο ερεύνησε κεφάλαιο της υπόθεσης που δεν είχε μεταβιβαστεί με την έφεση σ’ αυτό και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτους, εξαιτίας της επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες αοριστίας, τους ως άνω δύο λόγους της έφεσης και ακολούθως άκυρο το δικόγραφο της έφεσης, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέστηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης.

Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η ομολογία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά, για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών των αντιδίκων του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία η άρνηση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και από το σύνολο των ισχυρισμών του έμμεση δικαστική ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή αυτή ή την ένσταση, είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνον ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός.

Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, δηλαδή, αν δεν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση, το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει, ανελέγκτως ως προς τούτο, αν από το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση ομολογία (ΑΠ 1453/2003, ΑΠ 885/2002). Ο Άρειος Πάγος, με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ελέγχει, με τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 530/2015), μόνο αν υπήρξε ή όχι άμεση ή έμμεση αμφισβήτηση αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αποτελεί πράγμα και αν το Εφετείο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του την έλλειψη άμεσης ή έμμεσης αμφισβήτησης τέτοιου ισχυρισμού (ΑΠ 168/2006, ΑΠ 378/2004). Το ζήτημα, όμως, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τη μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνάγεται ή όχι σιωπηρή ομολογία του διαδίκου, δηλαδή η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο γιατί αφορά την εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 498/2019, ΑΠ 1236/2018, ΑΠ 389/2011, ΑΠ 210/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, αν και από το συνολικό περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης συνάγεται ομολογία, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, αυτής για την μισθωτική αξία του επικοίνου ακινήτου, καθόσον δεν αμφισβητήθηκε αυτή ειδικά, οι ίδιοι, δε, επικαλέστηκαν την ομολογία των πραγματικών και αξιολογικών στοιχείων που εκτίθενται στην ιστορική βάση της αγωγής τους, το Εφετείο δεν την έλαβε υπόψη ή τουλάχιστον δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι την έλαβε υπόψη του. Ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η διακριτική ευχέρεια του Εφετείου να κρίνει, στην περίπτωση της μη ειδικής αμφισβήτησης των πραγματικών ισχυρισμών του διαδίκου από τον αντίδικό του, ομολογία τούτων από τον τελευταίο, όπως επικαλούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, δεν ελέγχεται αναιρετικά, καθόσον αφορά την εκτίμηση πραγμάτων.

Έτσι, το Εφετείο, το οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφασή του, ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, άρα και της αναιρεσίβλητης, στη διακριτική ευχέρεια του οποίου απόκειται να συναγάγει ή όχι ομολογία, από την επικαλούμενη μη ειδική αμφισβήτηση από την τελευταία των πραγματικών περιστατικών της αγωγής που θεμελιώνουν τη μισθωτική αξία την οποία ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, μη κρίνοντας το ίδιο ότι συνάγεται τέτοια έμμεση ομολογία και μη λαμβάνοντας υπόψη την ομολογία που οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι συνάγεται, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο που αυτοί επικαλέστηκαν και να υποπέσει, έτσι, στην εκ του αρ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Οι αναιρεσείοντες, δεν προβάλλουν στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη μη ειδική αμφισβήτηση από την αναιρεσίβλητη του αντίστοιχου ουσιώδους αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τείνει στη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματός τους, αιτίαση που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του τη συναγόμενη, κατ’ αυτούς, ομολογία, σφάλμα που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, αφενός δεν έλαβε υπόψη, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κάποιο αποδεικτικό μέσο που ο αναιρεσείων νόμιμα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγχρόνως, προβάλλεται ότι, το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, δηλαδή πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον στην τελευταία περίπτωση, αποτελεί προϋπόθεση η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να του προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο (ΑΠ 1087/2007, ΑΠ 183/2006, ΑΠ 673/2005). Το απαράδεκτο αυτό ισχύει και στην περίπτωση που ο ένας ισχυρισμός προτείνεται επικουρικά έναντι του άλλου, οπότε ο προτασσόμενος λόγος ερευνάται, ο δε επόμενος αντιφατικός απορρίπτεται (ΑΠ 755/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, επικουρικά, για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την επικληθείσα από αυτές, ως άνω, ομολογία των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τη μισθωτική αξία του επικοίνου ακινήτου, την, εκ του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την, εκ του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποδεικτική δύναμη της ομολογίας αυτής, καθόσον, παρά το ότι αποτελεί πλήρη απόδειξη για τη μισθωτική αξία, δεν δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της, παρά τη σχετική από την ομολογία δέσμευσή του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον, η αιτίασή του, η οποία αναφέρεται στην παραβίαση της πλήρους αποδεικτικής δύναμης της συναγόμενης, κατ’ άρθρο 261 ΚΠολΔ, ομολογίας της μισθωτικής αξίας του επικοίνου ακινήτου, και, συνεπώς, προϋποθέτει τη λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου, είναι εντελώς αντιφατικός έναντι του προβαλλόμενου στο πρώτο μέρος του ίδιου λόγου, ο οποίος, ως προτασσόμενος εξετάζεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο της συγκεκριμένης ομολογίας, καθόσον δεν είναι νοητό το Δικαστήριο αυτό να μην έλαβε υπόψη την ως άνω ομολογία και παράλληλα να παραβίασε την αποδεικτική της δύναμη.

Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες. Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο σε προηγούμενη δίκη ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα. Ταυτότητα ιστορική αιτίας υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, και ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας, είναι τα ίδια με εκείνα που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης, στο σύνολο ή και κατά ένα μέρος της.

Εξάλλου, ως νομική αιτία, που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο, νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, και αποτελεί τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως ίδιο νομικό γεγονός (νομικός κανόνας), παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει η τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή (ΑΠ 546/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 1225/2015, ΑΠ 1550/2010).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324 ΚΠολΔ), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1415/2009), όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoμες συνέπειες (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 1229/2015, ΑΠ 1397/2012, ΑΠ 1520/2010).

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις, συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο όλο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα, καλύπτει α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών, τα οποία ήταν αναγκαία για την διάγνωση της έννομης σχέσης και δ) τις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν (ΑΠ 625/2017).

Τα ανωτέρω ισχύουν, όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης αξίωσης (άρθρο 331 ΚΠολΔ). Το δεδικασμένο, όμως, αυτό, δεν αφορά και έτσι δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε, αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης απόφασης, ούτε τις αξιολογικές κρίσεις. Η, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, αυτοτελής κάλυψη του προδικαστικού ζητήματος, το οποίο, κατά την έννοια της άνω διάταξης, αποτελούν μόνο οι προδικαστικές έννομες συνέπειες (και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα ή νομικές έννοιες κλπ), εναρμονίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη βασική ρύθμιση του οποίου, αντικείμενο του δεδικασμένου γενικώς μπορούν να αποτελέσουν μόνον έννομες σχέσεις (έννομες συνέπειες) (ΑΠ 108/2019). Εξαίρεση από την ανωτέρω διπλή δέσμευση του δεδικασμένου δικαιολογείται, όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε υπό νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον κρίσιμο στην προηγούμενη δίκη χρόνο, κατά τον οποίο και κρίθηκε η επίδικη τότε απαίτηση, αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση αυτού ταυτότητα νομικής αιτίας ή όταν στη μεταγενέστερη δίκη γίνεται επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών που συντελέστηκαν σε χρόνο που ήταν αδύνατη πλέον η παραδεκτή επίκλησή τους στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης.

Αν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, το δεδικασμένο ισχύει ακόμη και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη με βάση την έννομη σχέση που πρόκειται να κριθεί και στη νέα δίκη, στην οποία ανακύπτει έτσι ως προδικαστικό ζήτημα (ΑΠ 869/2017). Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν μόνο από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής που κρίθηκε (ΑΠ 156/2013, ΑΠ 1135/2012), έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή αν, αντίθετα, το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ’ αυτό (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 156/2013, ΑΠ 1135/2012).

Τέλος, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Δηλαδή, πρόκειται για απόφαση η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321-324 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005). Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέπει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης.

Συνεπώς, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, είναι απαραίτητη προϋπόθεση το δικαστήριο της ουσίας να επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005) και, άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου (ΑΠ 108/2019, ΑΠ 542/2017). Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου “πράγμα”, η μη λήψη του οποίου ιδρύει τον εκ του άρθρου αυτού λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η ένσταση περί ύπαρξης δεδικασμένου, τότε μόνον, αν ο διάδικος επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει από τη δικαστική απόφαση και προσκόμισε αυτή στο δικαστήριο της ουσίας και το τελευταίο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1858/2005, ΟλΑΠ 1329/1985, ΑΠ 67/2014, ΑΠ 130/2004). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την “παράβαση νόμου”, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά.

Συνεπώς, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα υπ’ αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού (ΑΠ 625/2017), μεταξύ των οποίων και εκείνη της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, ενώ διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 713/2011, ΑΠ 1164/2010). ΑΠ 877/2018, ΑΠ 644/2015). Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή όχι του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2016, ΑΠ 449/2015), ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 420/2018, ΑΠ 1218/2018, ΑΠ 869/2017). Η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε προηγούμενη δίκη και επιδίκασε για ορισμένο χρονικό διάστημα με βάση συγκεκριμένες διατάξεις αποζημίωση ή άλλες απαιτήσεις, αποτελεί δεδικασμένο και σε νέα δίκη, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, όταν αξιώνεται, με βάση το ίδιο νομικό καθεστώς, η επιδίκαση απαιτήσεων από την ίδια βασική έννομη σχέση για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν άλλαξαν, εκτός από το χρόνο, τα υπόλοιπα περιστατικά (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 451/2004).

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν, κατά τον κρίσιμο χρόνο για την μεταγενέστερη δίκη έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού τότε υπάρχει μεταβολή της νομικής ή ιστορικής αιτίας, ενώ ο κανόνας αυτός ισχύει, αν η μεταβολή έχει χωρήσει κατά την διάρκεια του κριθέντος χρονικού διαστήματος κατά την προηγούμενη δίκη, καλυπτόμενη τότε από το δεδικασμένο, το οποίο ακριβώς ως εκ της εννοίας του, παράγεται και από εσφαλμένη κατά το νομικό ή πραγματικό μέρος της δικαστική απόφαση (ΟλΑΠ 10/2002, ΟλΑΠ 34/1992, ΑΠ 625/2017, ΑΠ 623/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται, το Εφετείο, σχετικά με τα αφορώντα την, προβαλλόμενη με τον εξεταζόμενο πρώτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, και το πρώτο μέρος αυτού, πλημμέλεια, δέχθηκε, πλέον εκείνων που αναφέρονται κατωτέρω, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Οι ενάγοντες – εφεσίβλητοι με προγενέστερη (από 3-10-2008 και με αριθμό κατάθεσης 269/2008) αγωγή τους κατά της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία, μετά τον περιορισμό του αιτήματός τους και τη μετατροπή του καταψηφιστικού τους αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 322.451,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, επειδή χρησιμοποιεί αποκλειστικά για δική της χρήση το επίκοινο ίδιο ως άνω ακίνητο, εντός του οποίου έχει ανεγείρει διάφορα κτίσματα στερώντας από αυτούς (ενάγοντες) τα ωφελήματα που αναλογούν στο ιδανικό τους μερίδιο κατά ποσοστό συγκυριότητας καθενός για το χρονικό διάστημα των ετών 1998 έως 2008.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 128/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη με την υπ’ αριθμ. 25/2013 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι, η εναγομένη – εκκαλούσα εταιρεία είναι συγκυρία κατά ποσοστό 32/40 και οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επιδίκου κοινού ακινήτου κατά ποσοστό 2/40 ο πρώτος και κατά 3/40 καθένας από τους δεύτερο και τρίτη, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς: α) της ένστασης ιδίας κυριότητας στο ποσοστό συγκυριότητας των εναγόντων β) παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων και γ) της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, που προέβαλε η εναγομένη – εκκαλούσα εταιρεία.

Ειδικότερα κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι οι ενάγοντες τυγχάνουν συγκύριοι με την εναγομένη – εκκαλούσα εταιρεία, ενός ακινήτου εκτάσεως 5.000 τ.μ., που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια της πρώην κοινότητας … και στη θέση “…”, συνορευόμενο ανατολικά με πρώην ιδιοκτησίες Χ. Π. και Δ. Α. και ήδη εναγομένης – εκκαλούσας, βόρεια με πρώην ιδιοκτησία Μ. Μ. και ήδη εναγομένης – εκκαλούσας, δυτικά και νότια με πρώην ιδιοκτησία Δ. Α. και ήδη εναγομένης και μάλιστα κατά ποσοστό 2/40 ο πρώτος και 3/40 καθένας από τους δεύτερο και τρίτη (ήδη 4/40 έκαστος των εναγόντων – εφεσιβλήτων).

Ότι τα ποσοστά αυτά περιήλθαν στη συγκυριότητά τους, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 239/1980 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, την οποία οι ενάγοντες εκτέλεσαν νομίμως από τις αρχές του 1980. Μετά το θάνατο του πρώτου ενάγοντος το ποσοστό συγκυριότητάς του στο επίκοινο ακίνητο περιήλθε εξ αδιαιρέτου κατά 1/40 στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη. Ότι η εναγομένη – εκκαλούσα, η οποία είναι συγκυρία κατά ποσοστό 32/40 στο επίκοινο ακίνητο και κυρία παρακείμενης ξενοδοχειακής μονάδας με την επωνυμία “Ελούντα Μπητς”, πολυτελούς κατασκευής, πέντε αστέρων, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ξενοδοχείου της κατασκεύασε εντός του επικοίνου, αίθουσα εμβαδού 78,65 τ.μ. την οποία χρησιμοποιεί ως κομμωτήριο, αίθουσα εμβαδού 103,66 τ.μ. την οποία χρησιμοποιεί ως χώρο σάουνας και αίθουσα εμβαδού 103,66 τ.μ. την οποία χρησιμοποιεί ως γυμναστήριο, ενώ στο υπόλοιπο τμήμα έχει φυτέψει δένδρα και καλλωπιστικά φυτά και ότι η εναγομένη κάνει αποκλειστικά χρήση του επικοίνου ακινήτου από το έτος 1980 και μέχρι την άσκηση της από 3-10-2008 αγωγής των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων.

Η ως άνω απόφαση δέχτηκε ακόμη ότι πριν από την άσκηση της ως άνω αγωγής οι ενάγοντες άσκησαν στο παρελθόν δύο αγωγές και ζητούσαν αποζημίωση από την αποκλειστική χρήση του ακινήτου από την εναγομένη – εκκαλούσα, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν ως αόριστες, η μεν πρώτη με την υπ’ αριθμ. 60/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η δε δεύτερη με την υπ’ αριθμ. 259/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και ότι η εναγομένη – εκκαλούσα εταιρεία συνέχισε να κάνει χρήση του επικοίνου, γεγονός που δεν αμφισβητείται κατά τα έτη 1998 μέχρι και 2008, ενώ αρνείται όμως να καταβάλει στους ενάγοντες – εφεσιβλήτους το μερίδιο που αντιστοιχεί στο δικό τους ποσοστό συγκυριότητας, από το όφελος που η ίδια απεκόμισε από την αποκλειστική χρήση του ως άνω κοινού ακινήτου τους…

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν περαιτέρω και τ’ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη – εφεσίβλητη (το ορθό εκκαλούσα) εταιρεία εξακολουθεί να κάνει αποκλειστική χρήση του επικοίνου και να χρησιμοποιεί για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ξενοδοχείου της, τις ως άνω περιγραφόμενες αίθουσες που έχει κατασκευάσει η ίδια με δαπάνες της, ως κομμωτήριο, ως χώρο σάουνας, ως γυμναστήριο και τένις.

Επομένως, υποχρεούται να αποδώσει στους ενάγοντες την ωφέλεια του από τη χρήση των ιδανικών τους μεριδίων, η οποία συνίσταται στη δαπάνη που εξοικονόμησε από την άνευ ανταλλάγματος χρήση τους, δηλαδή στη μισθωτική τους αξία…..Αποδείχτηκε δε ότι, τα καταστήματα αυτά χρησιμοποιούνται από το ξενοδοχείο της εκκαλούσας για υποστηρικτικές λειτουργίες του, απευθύνονται μόνο στους πελάτες – ενοίκους του ξενοδοχείου και όχι στο ευρύ καταναλωτικό κοινό και ότι τα καταστήματα αυτά λειτουργούν (7) μήνες περίπου το χρόνο, αφού είναι εποχικά, όπως εποχική είναι και η λειτουργία του όλου ξενοδοχειακού συγκροτήματος, όπως εποχιακά είναι και όλα τα ξενοδοχεία και καταστήματα στην περιοχή της Ελούντας. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, τα καταστήματα αυτά δεν έχουν πρόσοψη σε δημόσιο, δημοτικό, κοινοτικό ή ιδιωτικό δρόμο ή στη θάλασσα, είναι “τυφλά”, αφού συνορεύουν γύρωθεν με την υπόλοιπη έκταση της εκκαλούσας και δεν μπορεί η οποιαδήποτε χρήση και εκμετάλλευσή τους, να απευθύνεται στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, αφού δεν μπορεί να γίνει σ’ αυτά η οποιαδήποτε χρήση και εκμετάλλευση τους, καθόσον η όλη έκταση του επικοίνου των 5000 τ.μ., είναι περίκλειστη και έτσι δεν θα μπορούσαν να μισθωθούν σε κάποιον τρίτο, πλην της εκκαλούσας – εναγομένης ΗΛΙΟΣ Α.Ε.

Συνεπώς, τα ως άνω στοιχεία μειώνουν κατά πολύ τη μισθωτική αξία αυτών των επικείμενων κτισμάτων (καταστημάτων). Περαιτέρω, η όλη ωφέλεια της εναγόμενης από το ως άνω κοινό ακίνητο μετά των κτισμάτων επ’ αυτού, πρέπει να υπολογιστεί με βάση, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και με βάση όλα τα συγκριτικά στοιχεία, που προσκόμισαν οι διάδικοι αφού ληφθούν υπόψη και οι ειδικές οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας μετά το έτος 2009 μέχρι και σήμερα. Ειδικότερα, από το έτος 2009 και εντεύθεν, επήλθε αρνητική και μη παροδικού χαρακτήρα, μεταβολή των οικονομικών δεδομένων της χώρας, με την προσφυγή προς δανειοδότηση στο ΔΝΤ και στο μηχανισμό στήριξης της Ε.Ε. Στα μέσα του έτους 2010, προκειμένου να αποφευχθεί ένα ευρύτατης έκτασης πιστωτικό γεγονός, ενώ επακολούθησαν τα έτη 2011 και 2012 εκτενείς περικοπές μισθών και συντάξεων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, έκτακτες φορολογικές επιβαρύνσεις, μείωση της αγοραστικής δύναμης του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, κατά ποσοστό πλέον του 40%.

Συγχρόνως, σε άμεση συνάρτηση με τα παραπάνω γεγονότα, η βαθιά ύφεση, που κατά τα έτη από το 2009 και μετά παρατηρήθηκε η απουσία ρευστότητας, οι κλυδωνισμοί του τραπεζικού συστήματος, ο περιορισμός κάθε μορφής δανειοδότησης – χρηματοδότησης, προκάλεσαν περιστολή της εμπορικής δραστηριότητας, κένωση εμπορικών καταστημάτων, ανεργία – που από 9% που ανερχόταν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, έφθασε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής περίπου στα 24%, παρατηρήθηκε δε έλλειψη επιχειρηματικού ενδιαφέροντος και μείωση κατακόρυφη της μισθωτικής αξίας των διαθέσιμων ακινήτων, σε αντιστοιχία με τη μείωση τζίρου και καθαρών κερδών των εμπορικών επιχειρήσεων.

Προς επίρρωση των παραπάνω, το Δημόσιο επέβαλε υποχρεωτική μείωση των μισθωμάτων, που καταβάλουν σε ιδιοκτήτες οι δημόσιες υπηρεσίες (Δήμοι, ΝΠΔΔ, κλπ) κατά 20% με το άρθ. 21 του ν. 4002/2011, ενώ με το άρθ. 2 του ν. 4081/2012, η μείωση μισθωμάτων, για ποσό μισθώματος μεγαλύτερο των 3.000 ευρώ ανήλθε σε ποσοστό 25%. Η παραπάνω “γνωστή τοις πάσι”, μεγάλη οικονομική κρίση με τις προαναφερθείσες συνέπειες, έπληξε κατά την επίδικη περίοδο και τις τουριστικές μονάδες, μεταξύ των οποίων και την ξενοδοχειακή μονάδα της εκκαλούσας της οποίας ο κύκλος εργασιών μειώθηκε κατά ποσοστό περί το 30%. Περαιτέρω, ενδεικτικό συγκριτικό στοιχείο για τις μισθώσεις της περιοχής, όπου βρίσκεται και το επίκοινο ακίνητο των διαδίκων πρέπει να αποτελέσει η μίσθωση με εκμισθωτή τον Γ. Μ…..

Κατ’ ακολουθίαν των ως άνω, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και με βάση όλα τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, το όφελος που αποκόμισε η εναγόμενη – εκκαλούσα, το οποίο συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης εναγόντων συγκοινωνών, που δεν αποτελεί μίσθωμα, κατά τ’ αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση αλλά αποδοτέα ως αποζημίωση ωφέλεια και εφόσον η αποζημίωση αυτή δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος, δεν μπορεί να υπολογιστεί με βάση την αντικειμενική αξία του επίκοινου, καθώς ο υπολογισμός αυτός με την αντικειμενική αξία προϋποθέτει μίσθωμα που αναφέρεται στην αξία της χρήσης με στενή έννοια δηλαδή το αντάλλαγμα, που καταβάλλει εκείνος που χρησιμοποιεί κατά τη σύμβαση το μίσθιο πράγμα (μισθωτής) σ’ εκείνον που κατά τη σύμβαση του παραχώρησε τη χρήση αυτού (εκμισθωτής), λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η ζήτηση για μίσθωση στην περιοχή του επίκοινου είναι πολύ περιορισμένη και των περιγραφόμενων ως άνω συνθηκών και ισχυρισμών των διαδίκων, προκύπτει ότι η μισθωτική αξία το όλου ακινήτου ανέρχεται ετησίως, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2014, στο ποσό των 115.200,00 ευρώ, γιατί η μισθωτική αξία του εν λόγω οικοπέδου, χρησιμοποιήθηκε από το ξενοδοχείο της εκκαλούσας μόνο για υποστηρικτικές λειτουργίες του……

Για να καταλήξει δε το δικαστήριο στο ποσό αυτό του οφέλους για την εκκαλούσα, έλαβε υπόψη τ’ ακόλουθα, (α’) ……. (η’) τις ειδικές οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας μετά το έτος 2009 μέχρι και σήμερα, κατά τα προαναφερόμενα……. Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης – εκκαλούσας, ότι έπρεπε η αξία της ωφέλειας από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου από την εναγομένη, να υπολογιστεί επί του εδάφους ως αγρού, χωρίς τα οικοδομήματα επ’ αυτού, κρίνεται απορριπτέος, ως μη νόμιμος, καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 1057 του ΑΚ, το οικοδόμημα αποτελεί συστατικό του εδάφους και ο κύριος του εδάφους είναι κύριος και του οικοδομήματος. Άλλωστε περί τούτου υφίσταται δεδικασμένο από την προαναφερόμενη 25/2013 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης>>.

Εν όψει των ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι από την ως άνω αναφερομένη προγενέστερη 25/2013 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης προκύπτει δεδικασμένο για τα κριθέντα ζητήματα της συγκυριότητας των διαδίκων στο επίδικο ακίνητο, των ποσοστών συγκυριότητας καθενός τούτων, της κατασκευής των οικοδομημάτων από την αναιρεσίβλητη στο κοινό ακίνητο, της αποκλειστικής χρήσης του από αυτήν, στοιχείο που δεν μεταβλήθηκε κατά το ενδιαφέρον την υπόθεση μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, και συνεπώς για την ύπαρξη αξιώσεως των αναιρεσειόντων για καταβολή σ’ αυτούς του μέρους που αναλογεί, με βάση τα ιδανικά τους μερίδια στο επίδικο, από την ωφέλεια που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη από την αποκλειστική χρήση του.

Ακολούθως, όμως, το Εφετείο δέχθηκε ότι μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου που είχε παραχθεί από την ως άνω προγενέστερη απόφαση, αναφορικά με την προσδιοριζόμενη, σε αντιστοιχία με τη μισθωτική αξία, ωφέλεια από την αποκλειστική χρήση του επιδίκου. Συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι κατά το ενδιαφέρον την υπόθεση χρονικό διάστημα, μεταβλήθηκαν οι μισθωτικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή που βρίσκεται το επίδικο κοινό των διαδίκων ακίνητο, σε αντίθεση με το κριθέν με την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση προγενέστερο χρονικό διάστημα, εξαιτίας των περιγραφόμενων ειδικών οικονομικών συνθηκών που επικράτησαν στη χώρα από το έτος 2009 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, της συνεπεία αυτών έλλειψης επιχειρηματικού ενδιαφέροντος, μείωσης της ζήτησης ακινήτων προς μίσθωση στη συγκεκριμένη περιοχή, κατακόρυφης μείωσης της μισθωτικής αξίας των ακινήτων σ’ αυτήν, σε αντιστοιχία με τη μείωση του τζίρου και των καθαρών κερδών των εμπορικών επιχειρήσεων, η οποία έπληξε, κατά την κρίσιμη για την υπόθεση χρονική περίοδο τις τουριστικές μονάδες, μεταξύ των οποίων και εκείνη της αναιρεσίβλητης, της οποίας ο κύκλος εργασιών μειώθηκε κατά ποσοστό περίπου 30%.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, μη δεχόμενο ότι υφίσταται δέσμευση του Δικαστηρίου από την προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση, αναφορικά με το ποσό στο οποίο ανέρχεται η ωφέλεια της αναιρεσίβλητης από την αποκλειστική χρήση του επικοίνου ακινήτου και την κατ’ έτος αύξηση της ωφέλειας αυτής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως υποστήριζαν οι αναιρεσείοντες με τον σχετικό περί δεδικασμένου ισχυρισμό τους, προσδιόρισε την ωφέλεια της αναιρεσίβλητης από την αποκλειστική χρήση αυτού στο αναφερόμενο ποσό. Ακολούθως, κατά παραδοχή της έφεσης της ηττηθείσας με την πρωτόδικη απόφαση αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, επιδίκασε σε καθένα από τους αναιρεσείοντες το ποσό που αναλογούσε με βάση το ιδανικό μερίδιο της συγκυριότητάς του στο επίδικο.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί της προγενέστερης αγωγής των αναιρεσειόντων – εναγόντων δεν καλύπτει, ως προς το ζήτημα τούτο, τις ένδικες αξιώσεις της μεταγενέστερης αγωγής τους, αφού ο χρόνος και τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στην 25/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, είναι διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται και κρίθηκαν με την προσβαλλομένη 45/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, στην οποία περιέχονται οι ανωτέρω, ανέλεγκτες αναιρετικά, παραδοχές από τις οποίες προκύπτει ότι έχει επέλθει μεταβολή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται, με συνέπεια να μην υπάρχει ως προς τούτο, λόγω της μεταβολή της, ταυτότητα της ιστορικής αιτίας.

Κρίνοντας, επομένως, έτσι το Εφετείο, με το να μην δεχθεί δηλαδή την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ύψος της αξίωσης των αναιρεσειόντων κατά το επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, δεν υπέπεσε στην, εκ του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραβίασης του δεδικασμένου, η οποία, κατά την εκτίμηση του πρώτου μέρους του πρώτου πρόσθετου αναιρετικού λόγου προβάλλεται με αυτόν, δοθέντος ότι, λόγω της επίκλησης της έρευνας από το Εφετείο της ένστασης περί της ύπαρξης δεδικασμένου από την προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση και της αναφοράς της διαπίστωσης της λόγω αυτού δέσμευσης ως προς τα ειδικά αναφερόμενα ανωτέρω ζητήματα, δεν καταλείπεται έδαφος εφαρμογής της προβαλλόμενης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίασης περί της μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού αυτού. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016). Δεν αποτελούν “πράγματα” οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 493/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του πρώτου πρόσθετου λόγου της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, αποδίδουν στην απόφαση ότι, έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή α) ότι τα καταστήματα που υπάρχουν στο επίδικο, χρησιμοποιούνται μόνο για υποστηρικτικές λειτουργίες του ξενοδοχείου και απευθύνονται μόνο στους πελάτες αυτού και όχι στο ευρύ κοινό, ότι λειτουργούν εποχικά, όπως και το όλο ξενοδοχειακό συγκρότημα, ότι δεν έχουν πρόσβαση σε δρόμο και η επίδικη έκταση είναι περίκλειστη και δεν θα μπορούσε να μισθωθεί σε τρίτον και ότι αυτά τα στοιχεία μειώνουν τη μισθωτική αξία αυτών, περιστατικά άλλωστε που ανάγονται σε χρόνο πριν την έκδοση των αναφερόμενων δικαστικών αποφάσεων και καλύπτονται από το δεδικασμένο τούτων, ώστε να είναι απαράδεκτη η λήψη υπόψη και αξιολόγησή τους και β) περί της οικονομικής κρίσης της χώρας και την επίδρασή της στη μείωση της μισθωτικής αξίας των επίδικων ακινήτων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις που τον στηρίζουν δεν συνιστούν πράγματα, κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που συγκροτούν βάση ένστασης, αλλά πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως στοιχεία προσδιορισμού της μισθωτικής αξίας του επιδίκου.

Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι, ούτε η πρωτόδικη 128/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, ούτε η 25/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, διαλαμβάνουν στο αιτιολογικό τους, διαφορετικές παραδοχές από την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη μορφή του επιδίκου ως περίκλειστου ακινήτου, την εποχική χρήση των καταστημάτων αυτού και του ξενοδοχειακού συγκροτήματος και τον προορισμό για χρήση από τους πελάτες του ξενοδοχείου, δεδομένου ότι δεν αναπτύσσουν τα στοιχεία αυτά της πραγματικής κατάστασης του κοινού ακινήτου και συνεπώς, δεν υπάρχει ως προς αυτά αντίθετη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την προγενέστερη.

Επιπλέον, αναφορικά με το δεύτερο μέρος του λόγου αυτού, το Εφετείο, έκρινε ότι η περιγραφόμενη οικονομική κρίση στην οποία περιέπεσε η χώρα, με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά και τις συνέπειες, που είχε ως συνέπεια την επίδραση στον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του ακινήτου και συγκεκριμένα τη μείωση αυτής, αποτελεί πασίδηλο, κατά την έννοια του άρθρου 336 παρ. 1 ΚΠολΔ, γεγονός, δηλαδή πασίγνωστο σε τέτοιο βαθμό στο κοινό, άρα και στους δικαστές, ώστε να μη γεννιέται εύλογη αμφιβολία ότι είναι αληθινό, το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι αναγκαίο να προταθεί από τους διαδίκους για να ληφθεί υπόψη και συνεπώς η αιτίαση για παρά το νόμο λήψη υπόψη των πραγματικών αυτών περιστατικών, είναι και για το λόγο τούτο απαράδεκτη, μη ιδρύουσα τον αναιρετικό λόγο εκ του αρ. 8 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή του (ΟλΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Συνεπώς, αντιφατικότητα υπάρχει όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007). Η αντιφατικότητα είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017, ΑΠ 1376/2011). Με το τρίτο μέρος του πρώτου πρόσθετου αναιρετικού λόγου, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον προέβη στις εκτιθέμενες παραδοχές του, που αφορούσαν το ζήτημα του καθορισμού της αποδοτέας ωφέλειας για την αποκλειστική χρήση από την αναιρεσίβλητη του κοινού ακινήτου, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, εκτός εκείνων που ανωτέρω, κατά την έρευνα του πρώτου μέρους του πρώτου πρόσθετου λόγου, παρατέθηκαν και τα οποία λαμβάνονται υπόψη και για την εκτίμηση της βασιμότητας του προβαλλόμενου ως άνω τρίτου μέρους του ίδιου αναιρετικού λόγου και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

<<Η εναγομένη – εκκαλούσα εταιρεία “ΗΛΙΟΣ ΑΕ” έχει στη κυριότητα και εκμετάλλευση της τα ξενοδοχεία Elounda Beach και Elounda Bay εποχιακής λειτουργίας, που βρίσκονται στην … και έχουν ανεγερθεί σε έκταση 200 περίπου στρεμμάτων. Στα 200 αυτά στρέμματα και ειδικότερα σε αυτά, που έχει ανεγερθεί το ξενοδοχείο Elounda Beach, υπάρχει έκταση 5.000 τ.μ. συγκυριότητας κατά ποσοστό 32/40 στην εκκαλούσα και κατά ποσοστό 8/40, κατά τα προαναφερόμενα στους ενάγοντες. Στην έκταση αυτή των 5.000 τ.μ. η εκκαλούσα – εναγόμενη, με δικές της δαπάνες, έχει κατασκευάσει τους περιγραφόμενους ως άνω χώρους, που χρησιμοποιεί, την αίθουσα των 78,65 τ.μ. ως κομμωτήριο, την αίθουσα εμβαδού 103,66 τ.μ. ως χώρο σάουνας και την αίθουσα επίσης εμβαδού 103,66 τ.μ. ως γυμναστήριο. Η υπόλοιπη ακάλυπτη έκταση εκ των πέντε (5) στρεμμάτων, ήτοι αν αφαιρεθούν τα τετραγωνικά μέτρα, που καλύπτουν τα τρία (3) καταστήματα ήτοι τα 4.700 τ.μ. είναι καλλιεργημένος αγρός με χαρουπιές, ελιές, λεμονιές και καλλωπιστικά φυτά….

Ειδικότερα, (η μισθωτική αξία του επιδίκου) ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μηνιαίως για όλο το έτος (12 μήνες) σε, (α’) για την αίθουσα των 78,65 τ.μ., η οποία χρησιμοποιείται ως κομμωτήριο, το επίδικο χρονικό διάστημα σε 300,00 ευρώ, (β’) για την αίθουσα 103,66 τ.μ., η οποία χρησιμοποιείται ως σάουνα, ανέρχεται για το επίδικο χρονικό διάστημα σε 500,00 ευρώ, (γ’) για την αίθουσα 103,66 τ.μ., η οποία χρησιμοποιείται ως γυμναστήριο επίσης σε 500,00 ευρώ και (δ’) το συνολικό μίσθωμα για το λοιπό ακίνητο ανέρχεται σε 300,00 ευρώ (ήτοι α) 12 μήνες χ 300 ευρώ = 3.600,00 ευρώ, β) 12 μήνες χ 500,00 ευρώ = 6.000 ευρώ, γ) 12 μήνες χ 500,00 ευρώ = 6.000,00 ευρώ και δ) 12 μήνες χ 300 ευρώ = 3.600,00 ευρώ), και συνολικά 19.200,00 ευρώ (ήτοι 3.600+6.000+6.000+3.600) ετησίως και συνολικά δε για το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα των 6 ετών χ 19.200,00 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 115.200,00 ευρώ.

Για να καταλήξει δε το δικαστήριο στο ποσό αυτό του οφέλους για την εκκαλούσα, έλαβε υπόψη τ’ ακόλουθα, (α’) την ως άνω θέση αυτού (κοινού ακινήτου), (β’) την εμπορικότητα της ευρύτερης περιοχής και των ανάλογων ακινήτων της ίδιας περιοχής, (γ’) της ζήτησης για ακίνητα προς επαγγελματική χρήση στην περιοχή αυτή, (δ’) το γεγονός ότι τα καταστήματα αυτά κατασκευάστηκαν από την εναγόμενη με δαπάνες της και απευθύνονται μόνο στους πελάτες – ενοίκους του ξενοδοχείου και όχι στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, (ε’) το γεγονός ότι λειτουργούν τα καταστήματα αυτά μόνο για (7) μήνες περίπου το χρόνο, αφού είναι εποχικά, (στ’) ότι τα καταστήματα αυτά δεν έχουν πρόσοψη σε δημόσιο, δημοτικό, κοινοτικό ή ιδιωτικό δρόμο ή στη θάλασσα, είναι “τυφλά”, (ζ’) του γεγονότος ότι τα καταστήματα αυτά δεν θα μπορούσαν εύκολα να μισθωθούν σε κάποιον τρίτο, πλην της εκκαλούσας – εναγομένης και (η’) τις ειδικές οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας μετά το έτος 2009 μέχρι και σήμερα, κατά τα προαναφερόμενα.

Συνεπώς τα ωφελήματα που αποκόμισε η εναγομένη – εκκαλούσα εξαιτίας της αποκλειστικής χρήσεως του επίκοινου για το χρονικό διάστημα από 2009 έως 2014 κατά το ποσοστό συγκυριότητας των εναγόντων (4/40 ο καθένας εξ αδιαιρέτου) ανέρχεται στο ποσό των 23.040,00 ευρώ (ήτοι στο ποσοστό των 8/40 των εναγόντων εκ του συνολικού ποσού των 115.200,00 δια δύο 4/40 έκαστος) αναλογεί το ποσό των 11.520,00 ευρώ στον καθένα…. Ωφέλεια την οποία η εναγόμενη – εκκαλούσα εταιρεία οφείλει να αποδώσει στους ενάγοντες – εφεσίβλητους, κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους, από την αποκλειστική χρήση της επίδικης ιδιοκτησίας τους, δηλαδή αποζημίωση (ως τη δαπάνη), που θα δαπανούσε αυτή για την εκμίσθωση όμοιων χώρων ακινήτου, δαπάνη, όμως, την οποία απέφυγε τελικά να τους καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από της οχλήσεως (15-1-2014), όπως τούτο έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται ως προς το κεφάλαιο τούτο των τόκων με λόγο έφεσης. Περί των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, κατέθεσαν με σαφήνεια και εξ ιδίας αντιλήψεως οι με επιμέλεια της εκκαλούσας – εναγομένης εταιρείας μάρτυρες Ε. Κ. οικονομικός διευθυντής της εφεσίβλητης και ως προϊστάμενος λογιστηρίου ο δεύτερος Ξ. Κ., που εργάζονται στην εναγόμενη από πολύ παλιά (από τη 10ετία του 1980), οι οποίοι με τις ιδιότητές τους αυτές, γνωρίζουν εξ ιδίας αντιλήψεως για την επίδικη διαφορά των διαδίκων.

Οι ανωτέρω μάρτυρες, με γνώση, κατά κατηγορηματικό τρόπο και πειστικότητα, κατέθεσαν για την ωφέλεια της εκκαλούσας από τη χρήση του ως άνω ακινήτου, ως και για όλη τη μορφή, θέση και μορφολογία της μείζονος περιοχής του κοινού ακινήτου των διαδίκων. Οι καταθέσεις, οι οποίες χωρίς να αναιρούνται από την κατάθεση άλλου μάρτυρος (οι ενάγοντες δεν εξέτασαν μάρτυρες), ούτε από την εξέταση του πρώτου των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος εξεταζόμενος ανωμοτί, χωρίς στοιχεία “επιβεβαιώνει μόνο την αγωγή του”, αντιθέτως ενισχύονται αυτές, τόσο από τα σχετικά ως άνω προαναφερόμενα στοιχεία, όσο και από τα διδάγματα κοινής λογικής και εμπειρίας. Άρα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εναγομένης ως αβάσιμους στην ουσία τους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των νόμων, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης της είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Το ίδιο όμως Δικαστήριο δεχόμενο ότι η εναγομένη όφειλε υπέρ εκάστου των εναγόντων, υψηλότερο ποσό και δη αυτό των 74.880,00 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης χρήσης (ωφέλειας), γενομένων εν μέρει δεκτών ως ουσιαστικά βάσιμων, των σχετικών λόγων της έφεσης>>.

Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε ως προς το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού του ποσού της αποζημίωσης που πρέπει να καταβάλει η αναιρεσίβλητη στους αναιρεσείοντες για την, από την ίδια, αποκλειστική χρήση του επίδικου, κοινού αυτής και εκείνων, ακινήτου, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Ειδικότερα, για το ουσιώδες ζήτημα της μισθωτικής αξίας του επίδικου ακίνητου, το Εφετείο συνήγαγε, από την αξιολόγηση των αποδείξεων, και παραθέτει τις μισθωτικές συνθήκες της περιοχής, όπου βρίσκεται το ακίνητο, σε συνδυασμό προς τη θέση και την πραγματική κατάσταση αυτού, το συγκριτικό στοιχείο άλλης μίσθωσης, με τρόπο ώστε με τις παραδοχές του αυτές να ελέγχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή των όρων που απαιτούνται από τους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961 και 962 του ΑΚ που εφαρμόστηκαν, καθώς και το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος της αναιρεσίβλητης κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, που συνίσταται, όπως αναφέρθηκε, στην κατά τον χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών αναιρεσειόντων.

Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαία στοιχεία για την αιτιολογία της απόφασης η αναφορά της μισθωτικής αξίας του επιδίκου κατά την προηγηθείσα χρονική περίοδο, αφού ενδιαφέρει η αξία αυτή κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, η οποία προσδιορίζεται με βάση τα ανωτέρω προσδιοριστικά στοιχεία και όχι με την αξία άλλου χρονικού διαστήματος, δοθέντος μάλιστα ότι ενδιαφέρουν οι μισθωτικές συνθήκες κάθε περιόδου, οι οποίες ενδεχομένως και να έχουν μεταβληθεί, όπως στην παρούσα περίπτωση, ούτε η αναφορά του ποσοστού της μείωσης, ούτε γιατί η μείωση υπερβαίνει το ποσοστό μείωσης των μισθωμάτων ή του κύκλου εργασιών της αναιρεσίβλητης, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται η ίδια μισθωτική αξία κατά το χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης στη χώρα, η οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, τοποθετείται στα μέσα του έτους 2010 (δηλαδή κατά το έτος 2009 έως και τα μέσα του έτους 2010), στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο στις παραδοχές του, με βάση τις οποίες κρίνεται η παράβαση των επικαλούμενων διατάξεων, δέχεται ότι η οικονομική κρίση άρχισε το έτος 2009 και καταλαμβάνει ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα και όχι το χρόνο που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες στο λόγο αναίρεσης.

Τέλος, δεν αποτελεί αντιφατική αιτιολογία το ότι η μισθωτική αξία του επιδίκου καθορίζεται στο ίδιο ποσό ετησίως καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα (ήτοι τα έτη 2009 έως 2014), ενώ η μισθωτική αξία του ακινήτου του Γ. Μ., που λαμβάνεται ως συγκριτικό στοιχείο, αυξάνεται στην αρχή κάθε μισθωτικού έτους του ίδιου χρονικού διαστήματος, καθόσον ως προς το συγκριτικό τούτο στοιχείο, η προσβαλλόμενη αναφέρεται στο περιεχόμενο της μισθωτικής σύμβασης στην οποία είχε συμφωνηθεί το μίσθωμα και η κατ’ έτος αύξησή του, και η αύξηση αυτή δεν αποτελεί δική της παραδοχή. Άλλωστε, το συγκριτικό αυτό στοιχείο, δεν είναι το μοναδικό που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του επιδίκου και το Εφετείο δέχεται ότι οι μισθωτικές συνθήκες αυτού διαφέρουν από εκείνες του επιδίκου, καθόσον πλεονεκτεί έναντι εκείνου, έχοντας πρόσοψη σε κοινοτικό δρόμο. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, ο ερευνώμενος πρώτος κατά το τρίτο μέρος του πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος

Από το συνδυασμό των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού αντικειμένου από τον ένα από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν προέβαλαν αξίωση περί συγχρήσεως, να απαιτήσουν από αυτόν που κάνει αποκλειστική χρήση ανάλογη μερίδα από το όφελος, το οποίο αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσης του κοινού, εκτός και αν πρόκειται για μερίδιο από παράνομο όφελος (ΑΠ 46/1994). Ωφελήματα του πράγματος, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι οι φυσικοί καρποί, δηλαδή τα φυσικά προϊόντα του πράγματος (ΑΠ 1223/1993) και καθετί που πορίζεται αυτός από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, αν και δεν είναι προϊόν αυτού, καθώς και κάθε πρόσοδος που αποφέρει το πράγμα δυνάμει κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή οι πολιτικοί καρποί, όπως π.χ. το μίσθωμα, αλλά και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ’ άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 1518/2004, ΑΠ 540/2002). Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 235/2016, ΑΠ 1694/2013, ΑΠ 1670/2011).

Περαιτέρω, για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού αστικού ακινήτου και εντεύθεν των εξ αυτού ωφελημάτων του κοινωνού ο οποίος ιδιοχρησιμοποίησε τούτο, λαμβάνεται υπόψη όχι μία υποθετική (ανύπαρκτη), αλλά η πραγματική κατάσταση αυτού κατά τον ένδικο χρόνο, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 792 παρ. 2 ΑΚ, κατά την οποία το δικαίωμα κάθε κοινωνού για την αναλογία του στα ωφελήματα από το κοινό αντικείμενο, δεν υπόκειται σε καμία μείωση χωρίς τη συναίνεση του.

Αποτελεί άλλο ζήτημα, η τυχόν αξίωση του εναγομένου κοινωνού, ο οποίος πραγματοποίησε δαπάνες επί του κοινού πράγματος και ο οποίος δικαιούται να αναζητήσει αυτές σύμφωνα με το νόμο (ΑΠ 1465/2006, ΑΠ 1006/2002). Για την εκτίμηση της αποζημίωσης αυτής που δικαιούται ο άλλος κοινωνός που δεν βρίσκεται στη χρήση του κοινού, λαμβάνονται υπ’ όψιν οι μισθωτικές συνθήκες της περιοχής, όπου βρίσκεται το ακίνητο σε συνδυασμό προς τη θέση και την κατάσταση αυτού (ΑΠ 181/1974), στοιχεία που προκύπτουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 1480/2000). Οι αναιρεσείοντες, με το τέταρτο μέρος του πρώτου πρόσθετου λόγου της αναίρεσης, πλήττουν την απόφαση με τις εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, διότι το Εφετείο, α) για να καταλήξει στην κρίση του περί του ποσού του οφέλους, έλαβε υπόψη του αφενός ότι τα επίδικα καταστήματα κατασκευάστηκαν με δαπάνες της αναιρεσίβλητης και απευθύνονται μόνο στους πελάτες ενοίκους του ξενοδοχείου, αφετέρου ότι λειτουργούν εποχικά, πράγματα που δεν επιτρέπεται από το νόμο να συνεκτιμηθούν για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας, και να περιορίσουν την ωφέλεια των αναιρεσειόντων χωρίς τη θέλησή τους, κατά παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ και β) άλλως, παραβίασε τις άνω διατάξεις εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες που συνίστανται στο ότι, ενώ απέρριψε την ένσταση δαπανών που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη, αντιφατικά συνυπολογίζει τις δαπάνες αυτές για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας των ακινήτων.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως οι παραδοχές της εκτίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο, για τον προσδιορισμό της ωφέλειας που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη από την αποκλειστική χρήση του επικοίνου ακινήτου, αντίστοιχη της μισθωτικής αξίας αυτού, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έλαβε υπόψη τη θέση και την πραγματική κατάσταση αυτού, καθώς και τις μισθωτικές εν γένει συνθήκες της περιοχής. Στην πραγματική κατάσταση του επιδίκου ορθά εντάσσονται το περίκλειστο του επικοίνου ακινήτου και των επ’ αυτού καταστημάτων, μη εχόντων πρόσβαση σε δρόμο ή στη θάλασσα, η δυσχέρεια της μίσθωσης αυτών σε τρίτους για αυτοτελή χρήση, το γεγονός ότι απευθύνονται στους πελάτες μόνο του ξενοδοχείου και όχι στο ευρύ κοινό, με το σαφές νοηματικό περιεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα λειτουργεί τις δραστηριότητες που ασκούνται στα τμήματα αυτά του επίδικου ακινήτου προκειμένου να παρέχει ολοκληρωμένες υπηρεσίες στους πελάτες του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, ώστε να τις απολαμβάνουν στο χώρο που διαμένουν, λόγω της προσδιορισθείσας ικανής απόστασης από την πόλη του …, όπου θα μπορούσαν να τις αναζητήσουν. Όπως σαφώς συνάγεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, το γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές απευθύνονται στους πελάτες του ξενοδοχείου, δεν έχει την έννοια του αποκλεισμού ή απαγόρευσης από την αναιρεσίβλητη της χρήσης των υπηρεσιών αυτών από άλλους που δεν είναι πελάτες του ξενοδοχείου, αλλά, της αντικειμενικής αδυναμίας χρήσης των υπηρεσιών από τρίτους, αφού δεν υπάρχει πρόσβαση στους χώρους, καθόσον δεν έχουν πρόσοψη σε δρόμο και είναι περίκλειστη η έκτασή τους.

Εξάλλου, η εποχική λειτουργία των δραστηριοτήτων αυτών δεν αποτελεί επιλογή της αναιρεσίβλητης, αλλά αναπόδραστη συνέπεια της εποχικής, και όχι καθόλο το έτος, λειτουργίας όλων των επιχειρήσεων και καταστημάτων στην περιοχή. Τα ανωτέρω, αλλά και οι μισθωτικές συνθήκες της περιοχής, όπως είναι η εμπορικότητα αυτής, και η πολύ περιορισμένη ζήτηση για μίσθωση ακινήτων προς επαγγελματική χρήση σ’ αυτήν, συνιστούν την πραγματική κατάσταση του επιδίκου, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις και αποτελούν στοιχεία προσδιορισμού της μισθωτικής αξίας αυτού. Από το νοηματικό περιεχόμενο της φράσης της προσβαλλόμενης ότι “Για να καταλήξει δε το δικαστήριο στο ποσό αυτό του οφέλους για την εκκαλούσα, έλαβε υπόψη τ’ ακόλουθα, …. (δ’) το γεγονός ότι τα καταστήματα αυτά κατασκευάστηκαν από την εναγόμενη με δαπάνες της και απευθύνονται μόνο στους πελάτες – ενοίκους του ξενοδοχείου και όχι στο ευρύ καταναλωτικό κοινό”, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο συνέδεσε τη δαπάνη κατασκευής των αιθουσών λειτουργίας των δραστηριοτήτων με την πρόθεση παροχής στους πελάτες του ξενοδοχειακού συγκροτήματος των υπηρεσιών αυτών και όχι με τον προσδιορισμό αυτοτελώς της μισθωτικής αξίας των επιδίκων. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 786, 787, 792 παρ. 2, 794, 961, 962 και 1113 ΑΚ, δεδομένου ότι τη μισθωτική αξία του κοινού πράγματος, προκειμένου να προσδιορίσει την ωφέλεια της αναιρεσίβλητης από την αποκλειστική του χρήση και, ακολούθως, την αναλογούσα στους αναιρεσείοντες συγκοινωνούς αποζημίωση, προσδιόρισε με βάση τις μισθωτικές συνθήκες της περιοχής όπου τούτο βρίσκεται, τη θέση και την περιγραφείσα πραγματική κατάσταση αυτού.

Εξάλλου, με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά, η προσβαλλόμενη διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατά το σχηματισμό της κρίσης της, ως προς την εκτίμηση της μισθωτικής αξίας του επιδίκου. Δεν αποτελεί αντίφαση στις αιτιολογίες της απόφασης, η απόρριψη από το Εφετείο της υποβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης επίσχεσης λόγω των γενόμενων απ’ αυτήν δαπανών στο επίδικο κοινό ακίνητο για την κατασκευή, επέκταση, ανακαίνιση και συντήρηση των οικοδομημάτων του εξοπλισμού στο γυμναστήριο και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, με την ως άνω αναφορά συνυπολογισμού για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας, αφού ως προς το τελευταίο ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν χρησιμοποίησε αυτοτελώς ως στοιχείο προσδιορισμού της μισθωτικής αξίας του επιδίκου τις γενόμενες από την αναιρεσίβλητη δαπάνες κατασκευής, επέκτασης, ανακαίνισης και συντήρησης των οικοδομημάτων, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 340 και 346 ιδίου κώδικα το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα προς σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του για την αλήθεια ή όχι πραγματικών γεγονότων που ασκούν αμέσως ή εμμέσως ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, και και τα προς έμμεση απόδειξη χρησιμεύοντα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο, κατά το άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ, από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων (ΑΠ 627/2018, ΑΠ 1307/2015). Δικαστικά τεκμήρια μπορούν να συναχθούν και από δικαστικές αποφάσεις άλλης δίκης, πολιτικής ή ποινικής (ΑΠ 708/2008).

Όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά την κατάστρωση του νομικού του συλλογισμού, ως προς τον ασκούντα έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ισχυρισμό της αγωγής περί της μισθωτικής αξίας του επίδικου επικοίνου ακινήτου, ώστε να προσδιορίσει την καταβλητέα στις αναιρεσείουσες αποζημίωση για την αποκλειστική χρήση αυτού από την συγκυρία αναιρεσίβλητη, δεν έλαβε υπόψη τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από τις νόμιμα προσκομισθείσες απ’ αυτές 128/2010, 25/2013 και 7/2015 δικαστικές αποφάσεις, για το ότι η αξία της χρήσης αυτού ανέρχονταν κατά τους επίδικους χρόνους στα αιτούμενα με την αγωγή ποσά.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικαστική του κρίση σχετικά με το πραγματικό γεγονός της μισθωτικής αξίας του επίδικου ακινήτου, για τον, κατά τις διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ, προσδιορισμό της αιτούμενης με την αγωγή αποζημίωσης για την αποκλειστική χρήση αυτού από την αναιρεσίβλητη, έλαβε υπόψη και αξιολόγησε τις προσκομισθείσες με επίκληση ως άνω δικαστικές αποφάσεις, ρητά αναφερόμενες με τους αριθμούς τους και το, σε γενικές γραμμές, περιεχόμενό τους, και, κατ’ ακολουθία, έλαβε υπόψη του τα ποσά που επιδικάστηκαν για την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου από την αναιρεσίβλητη, κατά το ενδιαφέρον τις αποφάσεις αυτές χρονικό διάστημα και τα συναγόμενα από αυτές δικαστικά τεκμήρια, και έτσι, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη με τον ως άνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια.

Ο σχηματισμός από το Εφετείο διαφορετικής, από τις ανωτέρω αποφάσεις, κρίσης ως προς τη μισθωτική αξία του κοινού ακινήτου κατά το ερευνώμενο ήδη μεταγενέστερο χρονικό διάστημα που διέδραμε με μεταβολή των μισθωτικών συνθηκών, δεν ιδρύει τον, από τη διάταξη του αρ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 παρ 11 περ. β’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, το δικαστήριο της ουσίας, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του για το σχηματισμό του πορίσματός του, μόνο τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι.

Αν λάβει υπόψη του για τη διάγνωση της αλήθειας των πραγματικών ισχυρισμών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν, υποπίπτει στην προβλεπόμενη από την προαναφερόμενη διάταξη αναιρετική πλημμέλεια. Ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν για τη θεμελίωση αυτού του λόγου αναίρεσης, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΑΠ 836/2018, ΑΠ 180/2018, ΑΠ 454/2016). Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης, το καταρτισθέν μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του Γ. Μ. μισθωτήριο ακινήτου, χρησιμοποιώντας τούτο ως ενδεικτικό συγκριτικό στοιχείο για τις μισθώσεις της περιοχής του επίδικου ακινήτου, μολονότι τούτο δεν επικαλέστηκε ούτε προσκομίστηκε από τους διαδίκους. Από την παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκοπούμενη απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης επί της υπόθεσης, επανεκτίμησε την χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου αναιρεσείοντος και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα στην κατ’ έφεση δίκη οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τις μνημονευόμενες ειδικά ένορκες βεβαιώσεις, τα διδάγματα κοινής πείρας και τους κανόνες λογικής και όσα συνομολογήθηκαν από τους διαδίκους. Στην ελάσσονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρονται ειδικά κάποια από τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη.

Σχετικά με το χρησιμοποιηθέν συγκριτικό στοιχείο προσδιορισμού της μισθωτικής αξίας του επιδίκου, στο οποίο αναφέρεται ο άνω αναιρετικός λόγος, στην προσβαλλόμενη εκτίθενται τα εξής: <<Περαιτέρω, ενδεικτικό συγκριτικό στοιχείο για τις μισθώσεις της περιοχής, όπου βρίσκεται το επίκοινο ακίνητο των διαδίκων πρέπει να αποτελέσει η μίσθωση με εκμισθωτή τον Γ. Μ., ο οποίος εκμίσθωσε στην εναγόμενη – εκκαλούσα αγρό έκτασης εμβαδού 14.167 τ.μ. από το έτος 1975 (μίσθωση που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα), η οποία όταν μισθώθηκε από την εκκαλούσα ήταν αγρός και με δαπάνες της τελευταίας κατασκευάστηκαν βοηθητικές εγκαταστάσεις, δηλαδή υπόγεια δεξαμενή νερού, διαμορφωμένο πάρκινγκ, αθλητικές εγκαταστάσεις, βιολογικός καθαρισμός και στο υπόλοιπο τμήμα της έκτασης αυτής έχει φυτέψει δένδρα ήτοι χαρουπιές, ελιές, καλλωπιστικά φυτά και θάμνοι (όπως και το ένδικο επίκοινο ακίνητο).

Το ετήσιο δε μίσθωμα κατά τα κρίσιμα έτη, μέχρι το 2014 ανήρχετο ως εξής: Το έτος 2009 σε 13.164 ευρώ, το έτος σε 13.427 ευρώ, το έτος 2011 σε 13.952 ευρώ, το έτος 2012 σε 14.202 ευρώ, το έτος σε 14.288 ευρώ, το έτος 2014 σε 14.102 ευρώ. Δηλαδή ανά τετραγωνικό μέτρο το ετήσιο μίσθωμα ανήρχετο το έτος 2009 σε 0,90 ευρώ, το έτος 2010 σε 0,918 ευρώ, το έτος 2011 σε 0,95 ευρώ, το έτος 2012 σε 0,97 ευρώ, το έτος 2013 σε 0,98 ευρώ και το έτος 2014 σε 0,96 ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι, το ως άνω ακίνητο (Μ.) πλεονεκτεί έναντι του επικοίνου των διαδίκων, καθόσον αυτό έχει πρόσοψη σε κοινοτικό δρόμο και δεν είναι τυφλό>>.

Το επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες, για τη θεμελίωση του προβαλλόμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, μισθωτήριο αυτού του ακινήτου, ουδόλως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, προκύπτει ότι κατά την ανάπτυξη του ζητήματος της μισθωτικής αξίας της επίκοινης έκτασης, αναφέρεται στο συγκεκριμένο συγκριτικό στοιχείο, επικαλούμενη για την απόδειξη όσων ισχυρίζεται το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Ε. Κ., την οποία επικαλείται και προσάγει, αλλά και την με επίκληση προσαγόμενη καρτέλα αναλυτικού καθολικού για τους Δ. και Ι. Μ. που τηρεί η ίδια, ως υποχρεωτικό φορολογικό βιβλίο Γ’ κατηγορίας. Το Εφετείο ρητά μνημονεύει την …/…-11-2017 ένορκη βεβαίωση του Ε. Κ. ως αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίζεται με επίκληση, αναφέρει δε, κάνοντας ειδική μνεία στην κατάθεση αυτού ως οικονομικού διευθυντή της αναιρεσίβλητης, καθώς και την κατάθεση του προϊσταμένου του λογιστηρίου αυτής Ξ. Κ., και δέχεται, αξιολογώντας τις καταθέσεις τους, με βάση την πολυετή παροχή των υπηρεσιών τους, τις ιδιότητές τους, τη συναγόμενη γνώση, αλλά και την πειστικότητα αυτών, ως αξιόπιστες και ασφαλείς για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης, περί των γενόμενων δεκτών στο σκεπτικό της απόφασης πραγματικών γεγονότων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής λογικής και εμπειρίας. Από την περιγραφή δε του συγκριτικού στοιχείου και όσων εκτίθενται στην απόφαση σχετικά με τη μίσθωση αυτή, σαφώς συνάγεται ότι τα παρατιθέμενα εξήγαγε το Εφετείο από την ένορκη αυτή βεβαίωση και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και όχι από μισθωτήριο έγγραφο.

Επομένως, το Εφετείο δεν χρησιμοποίησε ως αποδεικτικό μέσο το έγγραφο μισθωτήριο ακινήτου που συντάχθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του Ε. Κ., ήτοι δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν επικαλέστηκαν οι διάδικοι και δεν προσκομίστηκε στη δίκη και επομένως, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη με τον ως άνω, εκ του αρ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, πλημμέλεια. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 15-7-2018 αίτηση αναίρεσης και οι από 20-6-2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης για αναίρεση της 45/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 20-6-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης των 1) Ι. Μ. και 2) Α. Μ., για αναίρεση της 45/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.