Απόφαση 689/2026 Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου: Δεκτή ανακοπή και ακύρωση παλαιών προστίμων παράνομης στάθμευσης

Αριθμός Απόφασης 689/2026

ΑΚ50/2025

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

ΤΜΗΜΑ Β ΄ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2026, με δικαστή την Ανθούλα Καπελώνη, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και γραμματέα τη Ζωή Καψετάκη, δικαστική υπάλληλο,

γ ι α να δικάσει την ανακοπή με ημερομηνία κατάθεσης 12.02.2025 (ΑΚ 50/12.02.2025),

τ η ς …………………, κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης, η οποία παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), της πληρεξουσίας –δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου φέροντος επιβεβαίωση του γνησίου της υπογραφής μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr)– δικηγόρου της, Ειρήνης Κατσαράκη,

κ α τ ά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Δήμος Ηρακλείου», που εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Νικολάου Σιναδινάκη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά τον νόμο

1. Επειδή, με την υπό κρίση ανακοπή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετ. το με κωδικό πληρωμής 766654967955 0811 0076 e-παράβολο και το από 11.02.2025 αποδεικτικό εξόφλησής του), ζητείται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, η ακύρωση των υπ’ αριθμ. 4329/28.12.2007 (δεκατρείς ταυτάριθμες), 4497/03.12.2009 (τριάντα δύο ταυτάριθμες), 2281/15.07.2011, 3219/09.08.2012 (τρεις ταυτάριθμες), 1445/03.06.2013 (πέντε ταυτάριθμες) και 992/08.05.2015 (έξι ταυτάριθμες) πράξεων ταμειακής βεβαίωσης του Δήμου Ηρακλείου, συνολικού ποσού 3.832,50 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων (κατά τη 16η.01.2025) ποσού 6.316,39 ευρώ, οι οποίες περιλαμβάνονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 3941/16.01.2025 ατομική ειδοποίηση υπερημερίας, της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του καθ’ ου Δήμου και αφορούν σε οφειλές από πρόστιμα παράνομης στάθμευσης του οχήματος με αριθμ. κυκλοφορίας ……….. που επιβλήθηκαν σε βάρος της ανακόπτουσας σε διάφορες ημερομηνίες εντός των ετών 2005 έως και 2012.

2. Επειδή, οι προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης διοικητικών προστίμων για παράνομη στάθμευση οχημάτων είναι συναφείς μεταξύ τους, διότι στηρίζονται στην ίδια νομική και στην ίδια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, πραγματική βάση, συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 227 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 122 παρ. 2 περ. α΄ του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.). Ως εκ τούτου, παραδεκτώς ασκείται κοινό ένδικο βοήθημα κατά των πράξεων αυτών, κατ’ άρθρο 122 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ. Η, δε, υπό κρίση ανακοπή, η οποία ασκείται, εν γένει, παραδεκτώς, πρέπει να εξεταστεί ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα.

3. Επειδή, με τον κυρωθέντα με το άρθρο πρώτο του ν. 2696/1999 (ΦΕΚ Α΄ 57) Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 115 περ. β΄ του ν. 5209/2025 (ΦΕΚ Α΄ 100/13.06.2025), ορίστηκε στο άρθρο 34 ότι: «10. Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο είκοσι χιλιάδων (20.000) δραχμών, ενώ αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις των λοιπών παραγράφων του άρθρου αυτού τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών. … Η παράβαση βεβαιούται από το αστυνομικό όργανο ή άλλο προς τούτο αρμόδιο όργανο που τη διαπίστωσε, το οποίο συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία καλείται ο παραβάτης, αν το επιθυμεί, να εκθέσει, μέσα σε τρεις (3) ημέρες, τις αντιρρήσεις του στην Αρχή που υπάγεται το αστυνομικό όργανο που βεβαίωσε την παράβαση. Στην περίπτωση που δεν παρουσιαστεί ή εφόσον οι αντιρρήσεις κριθούν αβάσιμες, ο διοικητής της υπηρεσίας ή ο οικείος Ο.Τ.Α. επιβάλλει το διοικητικό πρόστιμο, το οποίο εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων. … 11. … 12. …». Μεταγενέστερα, η παράγραφος 10 του προμνησθέντος άρθρου 34 του Κ.Ο.Κ. αντικαταστάθηκε από το άρθρο 32 του ν. 3542/2007 [(ΦΕΚ Α΄ 50) με ισχύ από 03.06.2007, σύμφωνα με το άρθρο 97 του νόμου αυτού], ως εξής: «10. Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο ογδόντα (80,00) ευρώ, πλην των περιπτώσεων ιστ’ και ιη’ για την παράβαση των οποίων τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ και αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις των λοιπών παραγράφων του άρθρου αυτού τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο σαράντα (40,00) ευρώ …». Επίσης, ο ως άνω Κ.Ο.Κ. ορίζει στο άρθρο 104 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 93 του ν. 3542/2007 [(ΦΕΚ Α΄ 50) με ισχύ από 03.06.2007, σύμφωνα με το άρθρο 97 του νόμου αυτού], τα εξής: «1. Στον καταλαμβανόμενο επ’ αυτοφώρω να διαπράττει παραβάσεις, για τις οποίες προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα, βεβαιώνεται από το αρμόδιο κατά περίπτωση όργανο το προβλεπόμενο διοικητικό πρόστιμο για καθεμία από αυτές. … 2. Ο παραβάτης έχει δικαίωμα να εμφανισθεί εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών, που αρχίζει από την επίδοση της βεβαίωσης στην Αρχή, στην οποία ανήκει το ανωτέρω όργανο, όπως αυτή προσδιορίζεται στη σχετική βεβαίωση παράβασης, προκειμένου να προβάλει τις αντιρρήσεις του. Αν δεν προβληθούν αντιρρήσεις ή αν οι προβληθείσες απορριφθούν, επικυρώνεται το διοικητικό πρόστιμο από τον Προϊστάμενο της Αρχής και καταβάλλεται κατά το ήμισυ εντός δέκα (10) ημερών από της βεβαιώσεως της παραβάσεως, εκτός της περίπτωσης της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του Κ.Ο.Κ., όπου το διοικητικό πρόστιμο καταβάλλεται στο ακέραιο. Η απόφαση με την οποία γίνονται δεκτές οι αντιρρήσεις απαιτείται να είναι πλήρως αιτιολογημένη με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά και στοιχεία. [Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 3897/2010 (ΦΕΚΑ΄ 208), ως εξής: «Ο παραβάτης έχει δικαίωμα να εμφανισθεί εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών, που αρχίζει από την επίδοση της βεβαίωσης στην Αρχή, στην οποία ανήκει το ανωτέρω όργανο, όπως αυτή προσδιορίζεται στη σχετική βεβαίωση παράβασης, προκειμένου να προβάλει τις αντιρρήσεις του. Η απόφαση με την οποία εξετάζονται οι αντιρρήσεις πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά και στοιχεία. Αν δεν προβληθούν αντιρρήσεις ή αν απορριφθούν, επικυρώνεται το διοικητικό πρόστιμο από τον Προϊστάμενο της Αρχής και καταβάλλεται κατά το ήμισυ μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη βεβαίωση της παράβασης, εκτός: α) της περίπτωσης της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του Κ.Ο.Κ., …, β) των περιπτώσεων των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 86 του Κ.Ο.Κ., …»]. 3. Εφόσον παρέλθει άπρακτη η ανωτέρω προθεσμία των δέκα (10) ημερών, το διοικητικό πρόστιμο καταβάλλεται στον δικαιούχο Ο.Τ.Α., χωρίς έκπτωση, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την βεβαίωση του. 4. … 5. Τα πρόστιμα από τις διοικητικές παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., που δεν καταβλήθηκαν εντός της αναφερόμενης προθεσμίας των δύο (2) μηνών, βεβαιώνονται υποχρεωτικά, εντός χρονικού διαστήματος τριών (3) μηνών, από τον οικείο Ο.Τ.Α., στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας του παραβάτη. Η βεβαίωση των προστίμων αυτών γίνεται με τη σύνταξη και αποστολή χρηματικών καταλόγων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 58 του π.δ/τος 16/1989 όπως ισχύει, εισάγονται σε Ειδικό Κωδικό Αριθμό Εσόδου του Κρατικού Προϋπολογισμού, τα δε εισπραττόμενα ποσά, μετά την αφαίρεση των δαπανών είσπραξης, αποδίδονται κατά τετράμηνο στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, το οποίο τα διανέμει στους Ο.Τ.Α. με βάση συντελεστές κατανομής, που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης που εκδίδεται ύστερα από πρόταση της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος. … 6. … 7. … 8. …». Περαιτέρω, με τις διατάξεις της 7330Φ708.1/39α/1979 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης «Περί καθορισμού λεπτομερειών δια την επιβολήν διοικητικού προστίμου, συμφώνως προς τας διατάξεις του Κωδικός Οδικής Κυκλοφορίας» (ΦΕΚ Β΄ 501), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 4 του ίδιου ανωτέρω άρθρου 34 του Κ.Ο.Κ., προβλέφθηκε ότι για κάθε παράβαση συμπληρώνεται από το αστυνομικό όργανο που την διαπιστώνει έντυπο σε τρία αντίτυπα, το ένα από τα οποία εγχειρίζεται στον παραβάτη (άρθρο 1 παρ. 2), ότι προκειμένου για παράβαση παράνομης στάθμευσης οχήματος, κατά την οποία ο υπαίτιος είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση εξακρίβωση της ταυτότητας αυτού, το αστυνομικό όργανο που βεβαιώνει την παράβαση, μετά τη συμπλήρωση των ενδείξεων του εντύπου που μπορούν να συμπληρωθούν, επικολλά ή αναρτά στον ανεμοθώρακα του οχήματος το προοριζόμενο για τον παραβάτη αντίτυπο και ότι η έκθεση αυτή επέχει θέση κλήσης του παραβάτη προκειμένου, εφ’ όσον το επιθυμεί, να προσέλθει στην προϊσταμένη υπηρεσία του βεβαιώσαντος την παράβαση, εντός τριημέρου, και να εκθέσει τις αντιρρήσεις του (άρθρο 3 παρ. 1). Η ίδια ρύθμιση περί επικόλλησης της πράξης βεβαίωσης παράβασης για παράνομη στάθμευση στον ανεμοθώρακα του οχήματος σε περίπτωση απουσίας του οδηγού επαναλήφθηκε και με την 7016/6/127/2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ Β΄ 199), καθώς και με την 2515/5/64/2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ Β΄ 1306), εκδοθείσες, ομοίως, κατ’ εξουσιοδότηση, μεταξύ άλλων, της ίδιας διάταξης του Κ.Ο.Κ.

4. Επειδή, στο άρθρο 167 παρ. 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α΄ 114), ορίζεται ότι: «Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος, για την είσπραξη των εσόδων των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν. Τα ταμειακά όργανα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ασκούν αντιστοίχως όλες τις αρμοδιότητες που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. αποτελούν έσοδα των οικείων Δήμων στην περιφέρεια των οποίων διαπιστώθηκαν οι παραβάσεις αυτές και, εφόσον δεν εξοφλούνται εντός της εκάστοτε αναφερόμενης στο σώμα της έκθεσης βεβαίωσης παράβασης προθεσμίας, βεβαιώνονται με την εγγραφή τους στους χρηματικούς καταλόγους των Δήμων και εισπράττονται από αυτούς, εφόσον διαθέτουν δική τους ταμειακή υπηρεσία, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Κ.Ε.Δ.Ε.

5. Επειδή, στον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων [Κ.Ε.Δ.Ε., ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ Α΄ 90)] –ο οποίος εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου 167 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και εφαρμοζόταν και υπό τον προϊσχύσαντα Δημοτικό και Κοινοτικό Κώδικα (άρθρο 229 π.δ. 410/1995, ΦΕΚ Α΄ 231)– όπως το εν λόγω ν.δ. ίσχυε τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 85 παρ. 5 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4978/2022 (ΦΕΚ Α΄ 190/07.10.2022) νέου Κ.Ε.Δ.Ε., οριζόταν στο άρθρο 2, όπως οι διατάξεις αυτού ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α΄ 288/31.12.2013), ότι: «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία … ενεργείται δε δυνάμει νόμιμου τίτλου … 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κείμενους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ήν οφείλεται. β) … γ) …», ενώ μετά την αντικατάστασή τους με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 4224/2013: «2. Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, νόμιμο τίτλο αποτελούν: α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής. β) …», στο άρθρο 4, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του ν. 4224/2013, ότι: «1. Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου, ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποίηση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ό ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις. Η ειδοποίησις αποστέλλεται προς τον οφειλέτην διά της ταχυδρομικής υπηρεσίας ή δι’ υπαλλήλων του Δημοσίου Ταμείου.… 2. … 3. …» και όπως ίσχυε μετά από την αντικατάστασή του από το άρθρο 7 του ν. 4224/2013: «1. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, καθώς και των δημοσίων εσόδων της περίπτωσης β` της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του παρόντος Κώδικα, μετά την καταχώριση του χρέους ως δημοσίου εσόδου κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 3, η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει ατομική ειδοποίηση, την οποία, είτε αποστέλλει ταχυδρομικά στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα είτε την κοινοποιεί σε αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4174/2013. Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου, εφόσον υπάρχει, του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που έχουν ήδη υπολογισθεί κατά την κείμενη νομοθεσία, ο αριθμός και η χρονολογία καταχώρισης του χρέους ως δημοσίου εσόδου ή ο τίτλος στον οποίο βασίζεται το χρέος, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής αυτού, η μνεία ότι από την επομένη ημέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής του χρέους και μέχρι την τελική εξόφληση αυτού υπολογίζονται οι τόκοι και το πρόστιμο του άρθρου 6 του παρόντος. … 2. …».

6. Επειδή, με το άρθρο 22 του ν.δ. 318/1969 «Περί βεβαιώσεως και εισπράξεως των εσόδων των Δήμων και Κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α΄ 212), όπως ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 773 του ν. 5314/2026 (ΦΕΚ Α΄ 103/29.06.2026), ορίζεται ότι: «1. Οι βεβαιωτικοί κατάλογοι φόρων, τελών … και προστίμων καταρτίζονται κατά τας διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 – 5 του από 17 Μαΐου 1959 Β.Δ. 2. Απόσπασμα των βεβαιωτικών καταλόγων κοινοποιείται με απόδειξη στο φορολογούμενο, για πόσο μεγαλύτερο από δέκα χιλιάδες δραχμές. …. 3. Αντίγραφον του βεβαιωτικού καταλόγου αποστέλλεται, συγχρόνως με την ενέργειαν των κοινοποιήσεων εις τον ταμίαν διά την βεβαίωσιν του εσόδου. Μετά την πάροδον της, διά την άσκησιν προσφυγής κατά των βεβαιωτικών καταλόγων, προθεσμίας, η δημοτική ή κοινοτική υπηρεσία αποστέλλει εις τον ταμίαν πίνακα εμφαίνοντα τα ονοματεπώνυμα των ασκησάντων προσφυγήν μετά μνείας του αριθμού υφ’ όν ούτοι φέρονται εγγεγραμμένοι εις τον βεβαιωτικόν κατάλογον. Ο ταμίας βάσει του πίνακος τούτου, αναστέλλει την είσπραξιν των αφορώντων εις τους προσφυγόντας ποσών, γνωστοποιεί δε εις τους υπολοίπους το χρέος των, κατά τας διατάξεις του άρθρου 41 του ν.δ. 4260/1962». Στο, δε, άρθρο 41 του ως άνω ν.δ. 4260/1962 (ΦΕΚ Α΄ 186) προβλέπεται ότι: «Οι οφειλέται των δήμων και κοινοτήτων λαμβάνουν γνώσιν του χρέους των δι’ ατομικής ειδοποιήσεως, αποστελλομένης εις αυτούς υπό του αρμοδίου ταμείου εντός μηνός από της ημέρας, κατά την οποίαν οι φορολογικοί κατάλογοι ή τα εξ άλλης αιτίας χρέη εβεβαιώθησαν οριστικώς. Αι ατομικαί ειδοποιήσεις αποστέλλονται, είτε δια δημοτικών και κοινοτικών υπαλλήλων ή εισπρακτόρων επί τη υπογραφή των παραληπτών οφειλετών ή εν απουσία τούτων υπό των οικείων των εις ειδικόν βιβλιάριον, είτε δια του ταχυδρομείου, τηρουμένου προς τούτο παρ’ εκάστω ταμείω ιδίου βιβλίου, εμφαίνοντος την έκδοσιν και αποστολήν των ατομικών ειδοποιήσεων. …». Εξάλλου, με το άρθρο 4 του από 17.05/15.06.1959 β.δ. «Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α΄ 114), όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 773 ν. 5314/2026, ορίζεται ότι: «1. Τίτλος βεβαιώσεως είναι παν έγγραφον αποδεικτικόν ή και απλώς βεβαιωτικόν της οφειλής προς τον δήμον. Ειδικώτερον: έγγραφα αποτελούντα νομίμους τίτλους είναι: α) … δ) … οι φορολογικοί κατάλογοι οι κατά τους οικείους φορολογικούς νόμους καταρτιζόμενοι υπό των αρμοδίων προς βεβαίωσιν του εσόδου το οποίον αφορώσιν ούτοι Υπηρεσιών ή οργάνων των δήμων. … 2. Τα εκ των ως άνω τίτλων στοιχεία καταχωρίζονται εις καταλόγους ή καταστάσεις εφ’ ων αναγράφονται ονομαστικώς οι φορολογούμενοι και τα εισπρακτέα καθ’ έκαστον τούτων ποσά, αναλυτικώς. 3. Αι εγγραφαί αύται γνωστοποιούνται επί αποδείξεσι είς τους φορολογουμένους διά κοινοποιήσεως αποσπασμάτων εγγραφής, καλουμένους άμα όπως εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ασκήσουν τα ένδικα μέσα κατά της εγγραφής των. 4. Οι ούτω καταρτιζόμενοι κατάλογοι ή καταστάσεις μετά την εκπνοήν των νομίμων προθεσμιών υπογράφονται παρά των αρμοδίων οργάνων της βεβαιωτικής του εσόδου υπηρεσίας και αρχής και σφραγίζονται διά της υπηρεσιακής αυτής σφραγίδος, αποτελούν δε τον πλήρη βεβαιωτικόν νόμιμον τίτλον και εν συνεχεία τον νόμιμον τίτλον της εισπράξεως των βεβαιωθέντων εσόδων. 5. Ο ως άνω καταρτισθείς κατ’ έσοδον και οικονομικόν έτος νόμιμος τίτλος, συντεταγμένος εις τριπλούν και συνοδευόμενος από κατάστασιν συντεταγμένην εις τριπλούν, αναγράφουσαν περιληπτικώς τον συνολικόν αριθμόν των φορολογουμένων, το είδος του εσόδου και το ποσοτικόν άθροισμα του τίτλου, διαβιβάζεται δι’ εγγράφου του δημάρχου ή της αρμοδίας βεβαιωτικής αρχής εις το αρμόδιον ταμείον του δήμου. …», ενώ με το άρθρο 52 του αυτού β.δ. ορίζεται ότι: «1. Άμα τη υπό του δημάρχου ή των αρμοδίων υπηρεσιών του δήμου ή άλλων αρμοδίων αρχών αποστολή εις το ταμείον δήμου χρηματικών καταλόγων ή άλλων χρηματικών τίτλων εισπρακτέων εσόδων, ο δημοτικός ταμίας ή ο προϊστάμενος του γραφείου εσόδων ελεγκτής ή λογιστής επιμελείται … της εμπροθέσμου εξελέγξεως των χρηματικών καταλόγων ή τίτλων, της εντός των νομίμων προθεσμιών εκδόσεως του προσήκοντος αποδεικτικού παραλαβής εισπρακτέων της καταχωρίσεως αυτού εις το βιβλίον εισπρακτέων εσόδων και της αποστολής του παραρτήματος εις την εντεταλμένην την βεβαίωσιν υπηρεσίαν ως και την λογιστικήν υπηρεσία του δήμου. 2. Συντελεσθείσης της κατά την προηγουμένην παράγραφον οριζομένης εργασίας διά την βεβαίωσιν των εσόδων ο δημοτικός ταμίας, επιμελεία του προϊσταμένου του γραφείου εσόδων ελεγκτού ή λογιστού εκδίδει ατομικάς ειδοποιήσεις ή γενικάς ή ειδικάς προσκλήσεις προς τους οφειλέτας, αντίγραφα δε ή αποσπάσματα των χρηματικών καταλόγων παραδίδει, επί αποδείξει, εις τα εισπρακτορικά όργανα όπως επιμεληθούν της εισπράξεως.».

7. Επειδή, ενόψει των δικονομικών ρυθμίσεων των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευομένων σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, δεν αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ούτε επιτρέπεται η ταμειακή βεβαίωση δημοτικών ή κοινοτικών φόρων, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών, προστίμων και γενικώς επιβαρύνσεων, εάν προηγουμένως δεν έχει κοινοποιηθεί νομίμως στον υπόχρεο η καταλογιστική πράξη (πρβλ. ΣτΕ 1875/2015, 2104/2014, 3378/2012, 3387/2011 επταμ.) και, εν προκειμένω, ο βεβαιωτικός κατάλογος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του ν.δ. 318/1969 (πρβλ. ΣτΕ 2104/2014, 3378/2012), η εγγραφή στον οποίο συνιστά την βεβαίωση εν ευρεία εννοία του εν λόγω χρέους (πρβλ. ΣτΕ 798/2014 επταμ.).

8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με τις υπ’ αριθμ. 4329/28.12.2007 (δεκατρείς ταυτάριθμες), 4497/03.12.2009 (τριάντα δύο ταυτάριθμες), 2281/15.07.2011, 3219/09.08.2012 (τρεις ταυτάριθμες), 1445/03.06.2013 (πέντε ταυτάριθμες) και 992/08.05.2015 (έξι ταυτάριθμες) πράξεις του Δήμου Ηρακλείου, βεβαιώθηκαν ταμειακώς σε βάρος της ανακόπτουσας οφειλές της συνολικού ποσού 3.832,50 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων (κατά τη 16η.01.2025) ποσού 6.316,39 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 10.148,89 ευρώ. Οι οφειλές αυτές προέρχονται από πρόστιμα παράνομης στάθμευσης του οχήματος με αριθμ. κυκλοφορίας ……….. που επιβλήθηκαν σε βάρος της ανακόπτουσας σε διάφορες ημερομηνίες εντός των ετών 2005 έως και 2012. Με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 3941/16.01.2025 ατομική ειδοποίηση υπερημερίας, της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του καθ’ ου Δήμου, η ανακόπτουσα ενημερώθηκε για τις εν λόγω ληξιπρόθεσμες οφειλές της και κλήθηκε να προβεί σε εξόφληση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής αυτών. Ήδη, με την υπό κρίση ανακοπή, όπως αναπτύσσεται με το νομίμως κατατεθέν στις 26.05.2026 υπόμνημα, η ανακόπτουσα στρέφεται κατά των ανωτέρω πράξεων ταμειακής βεβαίωσης και ζητεί την ακύρωσή τους, ως μη νομίμων.

9. Επειδή, η ανακόπτουσα, μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι ο καθ’ ου Δήμος Ηρακλείου μη νομίμως προέβη στην ταμειακή βεβαίωση των προστίμων, αφού πριν από την εν στενή εννοία (ταμειακή) βεβαίωση των ποσών αυτών, δεν της είχε κοινοποιηθεί ποτέ σχετικό απόσπασμα των βεβαιωτικών καταλόγων, κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του ν.δ. 318/1969. Επιπροσθέτως, υποστηρίζει ότι έλαβε γνώση των ένδικων οφειλών το πρώτον με την ατομική ειδοποίηση καταβολής υπερημερίας. Αντιθέτως, ο καθ’ ου Δήμος, με την υπ’ αριθμ. 28838/24.03.2026 έκθεση απόψεων της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης του Τμήματος Ταμειακής Βεβαίωσης – Εισπράξεων και Κοινοποίησης Φορολογητέας Ύλης και το νομίμως κατατεθέν στις 29.05.2026 υπόμνημα, υπεραμύνεται της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων, υποστηρίζοντας ότι η ανακόπτουσα ενημερώθηκε για τις εγγραφές των οφειλών της στους χρηματικούς καταλόγους του καθ’ ου, διότι επιδόθηκαν σε αυτή σχετικές ειδοποιήσεις και ειδικότερα ότι: α) ο υπ’ αριθμ. 4497/2009 χρηματικός κατάλογος επιδόθηκε σε αυτήν, στη διεύθυνση ……………, με τη με αριθμό RE635969763GR συστημένη επιστολή, β) ο υπ’ αριθμ. 2281/2011 χρηματικός κατάλογος επιδόθηκε σε αυτήν, στη διεύθυνση ……….., με τη με αριθμό RΕ935219961GR συστημένη επιστολή, γ) ο υπ’ αριθμ. 3219/2012 χρηματικός κατάλογος επιδόθηκε σε αυτήν, στη διεύθυνση ………………, με τη με αριθμό RE069171336GR συστημένη επιστολή, και δ) ο υπ’ αριθμ. 1445/2013 χρηματικός κατάλογος επιδόθηκε σε αυτήν, στη διεύθυνση ……………, με τη με αριθμό RΕ069719763GR συστημένη επιστολή, για τον χρηματικό κατάλογο με αριθμό 4329/2007 υποστηρίζει ότι δεν βρέθηκαν στοιχεία αποστολής στην ανακόπτουσα και για τον χρηματικό κατάλογο με αριθμό 992/2015 ότι στο «αποτέλεσμα ενημέρωσης» από το τηρούμενο στο καθ’ ου αρχείο αναγράφει «Άγνωστος».

10. Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα κοινοποίηση στην ανακόπτουσα αποσπάσματος βεβαιωτικών καταλόγων αναφορικά με τα επιβληθέντα σε βάρος της πρόστιμα παράνομης στάθμευσης πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων ταμειακής βεβαίωσης. Ο, δε, καθ’ ου Δήμος, ως φέρων το σχετικό βάρος, δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό του ότι κοινοποιήθηκαν με συστημένες επιστολές στην ανακόπτουσα, σε χρόνο προγενέστερο των ένδικων ταμειακών βεβαιώσεων, τα σχετικά αποσπάσματα των οικείων χρηματικών καταλόγων, στους οποίους εγγράφηκαν οι ένδικες οφειλές. Τούτο διότι, δεν προσκομίζονται αποδεικτικά κοινοποίησης με συστημένη επιστολή των εν λόγω καταλόγων, και συγκεκριμένα ενυπόγραφες αποδείξεις παράδοσης υπαλλήλου των ΕΛ.ΤΑ. ή άλλα ισοδυνάμου περιεχομένου έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει η πραγματική παραλαβή των εν λόγω συστημένων επιστολών από την ανακόπτουσα σε συγκεκριμένο χρόνο (πρβλ. ΔΕφΑθ 247/2025, ΔΕφΘεσ 246/2025). Περαιτέρω, δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας ούτε ότι οι κλήσεις – βεβαιώσεις παράνομης στάθμευσης επιδόθηκαν αυτοπροσώπως στην ίδια ως παραβάτη, ή ότι εκείνη αρνήθηκε να τις παραλάβει, ούτε ότι αυτές επικολλήθηκαν στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου λόγω απουσίας του παραβάτη οδηγού κατά τον χρόνο βεβαίωσης της κάθε παράβασης. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα και λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπόψη ότι αναγκαία προϋπόθεση για τη διενέργεια από τους Ο.Τ.Α. της εν στενή εννοία ταμειακής βεβαίωσης των προς αυτούς οφειλόμενων προστίμων παράνομης στάθμευσης είναι η προηγούμενη σύνταξη βεβαιωτικού καταλόγου και η κοινοποίησή του στον υπόχρεο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν.δ. 318/1969, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νομίμως ο καθ’ ου Δήμος Ηρακλείου εξέδωσε τις ένδικες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης δίχως, προηγουμένως, να έχουν κοινοποιηθεί στην ανακόπτουσα σχετικά αποσπάσματα βεβαιωτικού καταλόγου. Για τον λόγο, δε, αυτόν, που προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση ανακοπή, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής.

11. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθούν οι υπ’ αριθμ. 4329/28.12.2007 (δεκατρείς ταυτάριθμες), 4497/03.12.2009 (τριάντα δύο ταυτάριθμες), 2281/15.07.2011, 3219/09.08.2012 (τρεις ταυτάριθμες), 1445/03.06.2013 (πέντε ταυτάριθμες) και 992/08.05.2015 (έξι ταυτάριθμες) πράξεις ταμειακής βεβαίωσης του Δήμου Ηρακλείου, οι οποίες περιλαμβάνονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 3941/16.01.2025 ατομική ειδοποίηση υπερημερίας, της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του εν λόγω Δήμου. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην ανακόπτουσα (άρθρο 277 παρ. 9 εδ. α΄ του Κ.Δ.Δ.), ενώ, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, ο καθ’ ου Δήμος πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του Κ.Δ.Δ.).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την ανακοπή.

Ακυρώνει τις υπ’ αριθμ. 329/28.12.2007 (δεκατρείς ταυτάριθμες), 4497/03.12.2009 (τριάντα δύο ταυτάριθμες), 2281/15.07.2011, 3219/09.08.2012 (τρεις ταυτάριθμες), 1445/03.06.2013 (πέντε ταυτάριθμες) και 992/08.05.2015 (έξι ταυτάριθμες) πράξεις ταμειακής βεβαίωσης του Δήμου Ηρακλείου, οι οποίες περιλαμβάνονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 3941/16.01.2025 ατομική ειδοποίηση υπερημερίας, της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του εν λόγω Δήμου.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην ανακόπτουσα.

Απαλλάσσει τον καθ’ ου Δήμο από τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο Ηράκλειο σε έκτακτη επ’ ακροατηρίω δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου στις 22 Σεπτεμβρίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΝΘΟΥΛΑ ΚΑΠΕΛΩΝΗ ΖΩΗ ΚΑΨΕΤΑΚΗ