Ψευδής καταμήνυση – Ψευδορκία μάρτυρα – Αιτιολογία – Εσφαλμένη εφαρμογή – Απόλυτη ακυρότητα – Οριστική παύση ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής
Αριθμός 1873/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. …/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Μαρία Βασδέκη – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου – Φλουρή, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων 1. Ε. Β. του Ι. και Ι. Β. του Ε., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 90/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Μ. Κ. του Γ., κάτοικο …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βρεττό.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.6.2014 αίτηση τους και στους από 14.1.2019 πρόσθετους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό …/2014.
Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 24/6/2014 αίτηση-δήλωση αναίρεσης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και οι από 14/1/2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 90/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για τις αξιόποινες πράξεις ο πρώτος της ψευδούς καταμήνυσης και αμφότεροι για ψευδορκία μάρτυρα (άρθρα 229 και 224 του καταργηθέντος ΠΚ ) σε συνολική ποινή φυλάκισης 14 μηνών ο πρώτος και πέντε (5 ) μηνών ο δεύτερος, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, περιέχουν δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων και την επιμέτρηση της ποινής β) την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 99 ΠΚ και γ) την απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’, Ε’, Α’ ΚΠΔ ).
Κατά το άρθρο 511 του ισχύοντος ΚΠΔ ( Ν. 4620/2019) ” αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β’. Δεν επιτρέπεται, όμως, να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της”.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 , 112 και 113 του ΠΚ , όπως αυτός ισχύει από 1-7-2019 (Ν.4619/2019), το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 311 παρ. 1 , 368 εδ. α’ περ. β ‘ και 511 ΚΠΔ, όπως αυτός ισχύει από 1-7-2019 ( 4620/2019), προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή μετά την άσκηση της αναίρεσης οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ` αυτή ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, χωρίς να χρειάζεται να κριθεί κάποιος λόγος βάσιμος ( άρθρο 511 ΚΠΔ ).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, οι οποίες τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης φέρονται τελεσθείσες στο … και στον … στις 4-10-2007 και στις 23-10-2007, αντίστοιχα. Ωστόσο, από το χρόνο τέλεσης των άνω πράξεων μέχρι τη συζήτηση πολλώ μάλλον μέχρι τη διάσκεψη της προκείμενης υπόθεσης έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής και το αξιόποινο των αδικημάτων αυτών έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω της επελθούσας παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 90/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων Ε. Β. και Ι. Β., λόγω παραγραφής, του ότι “Α) Ο 1ος κατηγορούμενος, Ε. Β., στο …, την 4-10-2007, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ή ανέφερε γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτή. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας “… Ο.Ε.”, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Ηρακλείου, την από 4-10-2007 μήνυση αυτής, στην οποία ανέφερε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο εγκαλών, Μ. Κ. του Γ., αφού προέβη στην πλαστογράφηση της υπ’ αριθμ. … επιταγής της Τράπεζας …, φερόμενης ως εκδοθείσας εις διαταγήν του (του εγκαλούντος), στο …, από την ως άνω εταιρεία, με ημερομηνία 10-10-2007, ποσού 18.700 ευρώ, συμπληρώνοντας αυτήν ως προς όλα τα στοιχεία της και θέτοντας στην θέση του εκδότη την σφραγίδα (της ως άνω εταιρείας και κατ’ απομίμηση της γνήσιας την υπογραφή αυτού (του κατηγορουμένου – νομίμου εκπροσώπου της φερομένης ως εκδότριας εταιρείας), την εμφάνισε προς πληρωμή, την 2-10-2007, στην Τράπεζα …, όπου και σφραγίστηκε, ως ακάλυπτη, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων προς πληρωμή. Ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε είναι ότι η παραπάνω επιταγή είχε πράγματι εκδοθεί από την εταιρεία “… Ο.Ε.”, καθώς είχε συμπληρωθεί ως προς όλα τα παραπάνω στοιχεία της και είχε υπογράφει από τον ίδιο (τον κατηγορούμενο), ως νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, με εντολή του οποίου είχε παραδοθεί στον εγκαλούντα, μέσω του συνεργάτη του, Γ. Ρ.. Σκοπός του δε ήταν, δια της υποβολής της ως άνω ψευδούς μηνύσεως, να προκαλέσει την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούντος, Μ. Κ., για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως.
Β) Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, Ε. Β. και Ι. Β., στον … την 23-10-2007, εξεταζόμενοι ενόρκως, ως μάρτυρες, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενοι ενόρκως, ως μάρτυρες, ενώπιον του Πταισματοδίκη Λασιθίου, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε, βάσει της προαναφερομένης μηνύσεως της εταιρείας, ” … Ο.Ε.”, κατά του νυν εγκαλούντος, για πλαστογραφία της προαναφερομένης υπ’ αριθμ…. επιταγής της Τράπεζας …, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψευδώς τα εξής: 1) ο 1ος εξ αυτών (Ε. Β.Σ): ότι ουδέποτε υπέγραψε αυτός, ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της ως άνω εταιρείας, την εν λόγω επιταγή, ότι δεν γνώριζε τον νυν εγκαλούντα και τότε εγκαλούμενο, Ε. Κ., ότι η εταιρεία του δεν είχε ποτέ συναλλαγές μαζί του, ότι δεν γνώριζε πως είχε βρεθεί στα χέρια του (του Ε. Κ.) η επίμαχη, φερομένη ως πλαστή, επιταγή και ότι ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί ότι το σώμα της επιταγής αυτής έλειπε από το αντίστοιχο μπλοκ επιταγών της εταιρείας του, 2) ο 2°ς εξ αυτών (Ι. Β.): ότι στις 2- 10-2007, ενώ βρισκόταν στην … με τον υιό του, Ε. Β. (1° κατ/νο), τους ενημέρωσε τηλεφωνικά υπάλληλος της Τράπεζας …, για την εμφάνιση της επίμαχης επιταγής, ποσού 18.700 ευρώ, από τον εγκαλούντα, Ε. Κ., ότι σε επικοινωνία, που είχε με υπάλληλο της … στο …, τον πληροφόρησαν ότι οι λογαριασμοί του εγκαλούντος, Ε. Κ., είχαν πρόβλημα και για τον λόγο αυτό είχαν στείλει όλες τις επιταγές προς είσπραξη, ότι ο υιός του – 1ος κατηγορούμενος δεν γνώριζε για την ύπαρξη της επίμαχης επιταγής και ότι ουδέποτε αυτή υπεγράφη είτε από αυτόν (τον υιό του) είτε από την Ε. Β., των οποίων γνώριζε τις υπογραφές. Ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζαν αμφότεροι, είναι ότι : α) η εν λόγω επιταγή ήταν καθ’ όλα γνήσια, δεδομένου ότι είχε εκδοθεί από την εταιρεία “… Ο.Ε.” και έφερε την υπογραφή του 1ου εξ αυτών, νομίμου εκπροσώπου της, Ε. Β., β) ότι ο εγκαλών ήταν νόμιμος κομιστής αυτής, γ) ότι όφειλαν το ποσό των 18.700 ευρώ στον Γ. Ρ., γι’ αυτό και ο 2ος εξ αυτών, Ι. Β., πατέρας των ομορρύθμων εταίρων της ως άνω εταιρείας, ο οποίος παγίως τους εκπροσωπούσε, κατ’ εντολήν τους και κατόπιν συνεννοήσεως τους, παρέδωσε την εν λόγω επιταγή στον εγκαλούντα, εις διαταγήν του οποίου είχε εκδοθεί, κατόπιν σχετικής υποδείξεως του Γ. Ρ., λόγω ύπαρξης αντίστοιχης οφειλής του τελευταίου προς αυτόν (τον εγκαλούντα)”.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2019.
