Περίληψη
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατά συναυτουργία. Πρωτόδικη καταδικαστική κρίση και άσκηση έφεσης από τους δύο εκ των τριών συγκατηγορουμένων. Απαλλαγή των εκκαλούντων λόγω αμφιβολιών. Ποινική δικονομία. Λόγοι αναίρεσης. Υπέρβαση εξουσίας. Επεκτατικό αποτέλεσμα ενδίκου μέσου. Παρά το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης για επέκταση του ευνοϊκού αποτελέσματος και στον μη ασκήσαντα έφεση συγκατηγορούμενο. Απόρριψη του αιτήματος με το σκεπτικό ότι η αθώωση λόγω αμφιβολιών αποτελεί προσωπικό λόγο που δεν μπορεί να εφαρμοστεί και για τον συγκατηγορούμενο που δεν άσκησε ένδικο μέσο. Εσφαλμένη η κρίση του δικαστηρίου. Η συναυτουργία προϋποθέτει κοινό δόλο και γνώση του δόλου των συγκατηγορουμένων. Διαπίστωση συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του επεκτατικού αποτελέσματος. Βάσιμος ο λόγος αναίρεσης. Αναιρεί και κηρύσσει αθώο τον συγκατηγορούμενο.
Αριθμός 391/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου – Εισηγητή και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λάμπρου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Ε. Γ. του Ι., κατοίκου … Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, για αναίρεση της υπ’αριθ. 1267/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κρήτης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.10.2019 και με αριθμό …/2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να επεκταθεί και υπέρ του αναιρεσείοντος το αθωωτικό αποτέλεσμα της 1267/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κρήτης και να κηρυχθεί αθώος της πράξης αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση κατ’ επάγγελμα αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠοινΔ, “Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με τον νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σε αυτόν από τον νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην περίπτωση της συνάφειας ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε. Για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της απόφασής του”. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για την επέλευση του επεκτατικού αποτελέσματος ένδικου μέσου (εφέσεως ή αναιρέσεως), πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) να έχει ασκήσει παραδεκτά ένδικο μέσο ένας από τους λοιπούς κατηγορουμένους, β) να μην ασκήθηκε ή να ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή να απορρίφθηκε ως απαράδεκτο η ως ανυποστήρικτο ένδικο μέσο από τον κατηγορούμενο, υπέρ του οποίου επέρχεται το επεκτατικό αποτέλεσμα, γ) να υπάρχει συμμετοχή με την ευρύτερη έννοια (όχι μόνο με την έννοια των άρθρων 45-47 ΠΚ), στην οποία περιλαμβάνεται και η τυχαία συναυτουργία ή παραυτουργία, όταν οι παραυτουργοί συμπαραπέμφθηκαν και δικάστηκαν στην ίδια δίκη και για την ίδια πράξη κατά το αντικειμενικό σκέλος της, δ) να υπάρχει εξάρτηση, κατά τον νόμο, της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου από την ποινική ευθύνη του άλλου, οπότε το ένδικο μέσο που ασκεί ο ένας από αυτούς, έστω και αν παρέχεται μόνο σ’ αυτόν και οι λόγοι που προβάλλει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τον άλλον κατηγορούμενο, ε) να υπάρχει συνάφεια, κατά τα άρθρα 128 , 129 και 131 ΚΠοινΔ, εφόσον οι προβαλλόμενοι λόγοι αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κατηγορουμένου που άσκησε το ένδικο μέσο και στ) οι λόγοι του ένδικου μέσου να μην αναφέρονται αποκλειστικά στον κατηγορούμενο που το έχει ασκήσει. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι ο μη αξιόποινος χαρακτήρας της πράξεως ή η μη τέλεση αντικειμενικά της πράξεως (από οποιονδήποτε) ή η τέλεσή της από κατονομαζόμενους τρίτους (και όχι από τους συγκατηγορουμένους) κλπ. Συναφή είναι και τα εγκλήματα, που τελούνται στον ίδιο τόπο και χρόνο από περισσότερους μη συναίτιους, δηλαδή μη συμμετόχους κατά την έννοια των άρθρων 45-47 ΠΚ, όπως είναι η τυχαία συναυτουργία ή παραυτουργία, η οποία υπάρχει, όταν περισσότεροι, στον ίδιο τόπο και χρόνο, διαπράττουν την ίδια πράξη, κατά το αντικειμενικό σκέλος της, δρώντας αυτοτελώς ο καθένας και χωρίς να υπάρχει κοινός δόλος και συναπόφαση για την τέλεσή της. Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται, ότι όποιος ωφελείται από το επεκτατικό αποτέλεσμα ένδικου μέσου μπορεί να λάβει μέρος, για να ακουστεί ως προς αυτό, στη σχετική δίκη ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου, χωρίς να αποκτά την ιδιότητα του εκκαλούντος ή του αναιρεσείοντος. Εάν δεν έλαβε μέρος στην εφετειακή δίκη, δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά της εκδοθείσης αποφάσεως, αλλά δικαιούται να ζητήσει να αποφανθεί το Εφετείο για το επεκτατικό αποτέλεσμα συμπληρώνοντας την απόφασή του. Ενώ, εάν εμφανίστηκε (αυτόκλητος ή μετά από κλήση) στο ακροατήριο του Εφετείου, για να ακουστεί ως προς το επεκτατικό αποτέλεσμα της εφέσεως, νομιμοποιείται να ζητήσει την αναίρεση της εφετειακής αποφάσεως, ως προς το μέρος που έκρινε τη μη επέκταση του ευεργετικού αποτελέσματος και σ’ αυτόν. Εξ άλλου υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ’, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την άσκησή της στην συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει (αρνητική υπέρβαση) να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα της βασιμότητος αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αρ. 3873/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου η Α. Α., Α. Α. και ο ήδη αναιρεσείων Ε. Γ. κρίθηκαν ένοχοι του αδικήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και επιβλήθηκε στον καθένα ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών. Η κατηγορία που τους αποδόθηκε ήταν ότι, στο Ηράκλειο της Κρήτης σε μη εξακριβωμένο χρονικό σημείο του έτους 2012, αλλά πάντως πριν από τις 13-12-2012, ενώ διατηρούσαν ενεχυροδανειστήριο, με περισσότερες πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση δέχθηκαν στην κατοχή τους τα αναφερόμενα στην απόφαση πράγματα που προήλθαν από την αξιόποινη πράξη της κλοπής, στην πράξη δε αυτή προέβησαν κατ’ επάγγελμα, ενώ παράλληλα τα αντικείμενα αυτής ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Κατ’ αυτής της αποφάσεως άσκησαν έφεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου οι Α. Α. και Α. Α., αιτούμενοι την αθώωσή τους, ενώ ο αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση. Οι εφέσεις αυτές συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 21-10-2019 και το δικαστήριο τους απήλλαξε ελλείψει δόλου στο πρόσωπό τους. Στη συζήτηση αυτή παρέστη αυτοβούλως και ο αναιρεσείων, χωρίς να κλητευθεί. Αμέσως μετά την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως ο συνήγορός του ζήτησε την επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως της αποφάσεως και σ’ εκείνον, πλην όμως το δικαστήριο απέρριψε την αίτησή του αυτή με το εξής σκεπτικό: “Σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω αθωωτικής για τους δύο εκκαλούντες κατηγορουμένους αποφάσεως, που ήταν συγκατηγορούμενοι του αιτούντος Ε. Γ. στην πρωτοβάθμια δίκη, ως συναυτουργοί της παραπάνω αξιόποινης πράξεως της αποδοχής που τους αποδιδόταν, αυτοί αθωώθηκαν λόγω αμφιβολιών ως προς την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό τους, δηλαδή αθωώθηκαν για λόγο που αναφέρεται αποκλειστικά σε έκαστο από αυτούς, ήτοι για προσωπικό λόγο απαλλαγής, που δεν επιδρά στην ευθύνη του ως άνω μη ασκήσαντος το ένδικο μέσο συγκατηγορούμενού τους (αιτούντος). Επομένως δεν συντρέχει εν προκειμένω νόμιμη περίπτωση επεκτάσεως του αποτελέσματος των εφέσεων που άσκησαν οι ως άνω εκκαλούντες υπέρ του τελευταίου, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματός του”. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο παραβίασε με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις να ασκήσει τη δικαιοδοσία αυτή, δηλαδή ο μη ασκήσας έφεση αναιρεσείων είχε εμφανιστεί και συμμετάσχει στη δευτεροβάθμια δίκη για να ακουστεί ως προς το επεκτατικό αποτέλεσμα της εφέσεως των συγκατηγορουμένων του, υποπίπτοντας έτσι (το δικαστήριο) σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Η δε προαναφερόμενη αιτιολογία της απορρίψεως του αιτήματος, ότι δηλ. επειδή οι συγκατηγορούμενοί του απαλλάχθηκαν για προσωπικό λόγο, αυτός ο λόγος δεν επιδρά στην ευθύνη του -μη ασκήσαντος το ένδικο μέσο- συγκατηγορουμένου τους, είναι εσφαλμένη, εφόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει ως προϋπόθεση ότι η πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος τελέστηκε κατά συναυτουργία, πράγμα που σημαίνει ότι όχι μόνο οι δύο εκκαλούντες αλλά και ο αναιρεσείων ενεργούσαν “από κοινού”, ήτοι με κοινό δόλο, ο οποίος συνίσταται στο ότι κάθε συμμέτοχος ήθελε ή -τουλάχιστον- αποδεχόταν την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του υπό έρευνα εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι έπρατταν με δόλο να τελέσουν το ίδιο έγκλημα, οπότε δεν μπορούσε να εξαιρεθεί από αυτό το ευνοϊκό αποτέλεσμα ο τότε αιτών. Επομένως, αφού είναι βάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Θ ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου, καθώς και του από 20-1-2020 προσθέτου τοιούτου, και θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το απορριπτικό της σκέλος, να επεκταθεί δε και υπέρ του αναιρεσείοντος το αθωωτικό αποτέλεσμα της υπ’ αριθ. 1267/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου, κηρυσσομένου αυτού αθώου της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 1267/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου κατά το απορριπτικό της σκέλος.
Επεκτείνει και υπέρ του αναιρεσείοντος Ε. Γ. το αθωωτικό αποτέλεσμα της ανωτέρω αποφάσεως.
Κηρύσσει αυτόν αθώο της πράξεως της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση κατ’ επάγγελμα αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που φέρεται ότι τελέστηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης σε μη εξακριβωμένο χρονικό σημείο του έτους 2012, αλλά πάντως πριν από τις 13-12-2012.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2020.
