Η αγορά σε κατάχρηση: Κερδοσκοπία, έλεγχος και θεσμική αδράνεια

Παρά την κατάργηση του άρθρου 405 του Ποινικού Κώδικα και την αποποινικοποίηση της αισχροκέρδειας, το ελληνικό δίκαιο δεν είναι άοπλο απέναντι σε φαινόμενα κερδοσκοπίας. Η έννομη τάξη αναπτύσσει άμυνες μέσω τριών διακριτών πεδίων: του διοικητικού δικαίου της αγοράς, του δικαίου του ανταγωνισμού και του φορολογικού-ελεγκτικού πλαισίου. Το κράτος, ακόμη και χωρίς την απειλή της φυλάκισης, διατηρεί μηχανισμούς καταστολής και αποτροπής — αρκεί να τους ενεργοποιεί αποτελεσματικά.

Το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο

Ο ν. 4177/2013, ο λεγόμενος Κώδικας Δεοντολογίας της Αγοράς, προβλέπει δυνατότητα επιβολής διοικητικών προστίμων σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης ανατίμησης, ιδίως όταν αυτή δεν τεκμηριώνεται με αυξήσεις στο κόστος προμήθειας. Το άρθρο 21 επιτρέπει την αυτεπάγγελτη ή κατόπιν καταγγελίας παρέμβαση της αρμόδιας αρχής, ενώ με το άρθρο 82 η ΔΙΜΕΑ καθίσταται επιχειρησιακός βραχίονας εποπτείας. Ειδικά με την ΚΥΑ 45223/2022, θεσπίστηκε πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους των πρατηρίων, το οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνει εκείνο της 31ης Δεκεμβρίου 2021, εκτός εάν αποδεικνύεται πραγματική αύξηση κόστους.

Παράλληλα, το δίκαιο του ανταγωνισμού παρέχει τη βάση για την καταπολέμηση της καταχρηστικής τιμολόγησης. Ο ν. 3959/2011, στο άρθρο 2, απαγορεύει την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, είτε αυτή είναι εθνική είτε τοπική. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού διαθέτει εξουσία να ερευνά πρακτικές υπερβολικής τιμολόγησης, ιδίως από επιχειρήσεις που είναι καθετοποιημένες (δηλαδή ελέγχουν τόσο την παραγωγή όσο και τη διανομή καυσίμων). Εκεί που δεν υπάρχει ανταγωνισμός, το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει.

Στην τρίτη γραμμή άμυνας, το φορολογικό δίκαιο προβλέπει κυρώσεις για ανακρίβεια ή απόκρυψη στοιχείων κατά τους ελέγχους αποθεμάτων. Το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 δίνει στην ΑΑΔΕ τη δυνατότητα να επιβάλλει πρόστιμα σε επιχειρήσεις που αποκρύπτουν ή χειραγωγούν τα αποθέματά τους — και μέσω αυτών την τιμολόγηση. Ο έλεγχος παραστατικών, η αντιπαραβολή ημερομηνιών αγοράς και πώλησης και η αποτύπωση της πραγματικής τιμής απόκτησης είναι κρίσιμα εργαλεία για τη διακρίβωση της νομιμότητας.

Τέλος, η προστασία του καταναλωτή εδράζεται στο άρθρο 9θ του ν. 2251/1994, που απαγορεύει τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ιδίως την παραπλάνηση σχετικά με την τιμή ή τη διαθεσιμότητα προϊόντος. Ο νόμος προβλέπει και αστική ευθύνη του εμπόρου, ανοίγοντας τον δρόμο για αποζημίωση ή επιστροφή τιμήματος σε περιπτώσεις αποδεδειγμένης εξαπάτησης.

Η τιμή του καυσίμου ως δείκτης εμπιστοσύνης προς την Πολιτεία

Η τιμή του καυσίμου δεν είναι απλώς αριθμός στην αντλία· είναι θερμόμετρο εμπιστοσύνης προς την Πολιτεία. Στους δείκτες της δεν αντικατοπτρίζεται μόνο η τιμή του πετρελαίου Μπρεντ, αλλά και η νομιμότητα, η κοινωνική συναίνεση, η πολιτική βούληση. Όταν, με αφορμή γεωπολιτική ένταση ή διεθνές γεγονός, οι τιμές εκτινάσσονται εντός ωρών —πριν αλλάξει η παρτίδα, πριν αδειάσει το παλιό απόθεμα— ο καταναλωτής δεν αισθάνεται μόνο οικονομικά θιγμένος. Νιώθει εξαπατημένος. Νιώθει ότι κάτι βαθύτερο καίγεται: η πίστη του στην ισότητα της μεταχείρισης.

Η κατάργηση του άρθρου 405 του Ποινικού Κώδικα, εκεί όπου ο παλιός ποινικός νομοθέτης όριζε το αδίκημα της αισχροκέρδειας, σήμανε την αποχώρηση του ποινικού δικαίου από ένα πεδίο που φάνταζε —στη θεωρία τουλάχιστον— “ηθικολογικό”.

Η οικονομική ελευθερία χωρίς αντίβαρα, γεννά ασυδοσία. Το κενό που άφησε η κατάργηση δεν είναι απλώς νομικό· είναι ψυχικό, θεσμικό, ηθικό.

Κι αυτό το κενό επιχειρεί σήμερα να καλύψει —προβληματικά και αποσπασματικά— η διοικητική εποπτεία της αγοράς μέσω της ΔΙΜΕΑ και των εξουσιών που της παραχωρήθηκαν, ιδίως κατά την περίοδο των υγειονομικών κρίσεων και των διεθνών πληθωριστικών πιέσεων.

Η αγορά ρυθμίζεται με όρους ελευθερίας, ναι, αλλά όχι με όρους ανοχής στην αυθαιρεσία. Ο ν. 4177/2013, ο γνωστός Κώδικας Δεοντολογίας της Αγοράς, καθώς και οι μεταγενέστερες ΚΥΑ και ρυθμίσεις του ν. 4919/2022, παρέχουν στο Κράτος τη δυνατότητα να επιβάλλει κυρώσεις σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης ανατίμησης καυσίμων. Όταν το μικτό περιθώριο κέρδους υπερβαίνει εκείνο της 31ης Δεκεμβρίου 2021, χωρίς τεκμηριωμένη αύξηση κόστους, τότε τεκμαίρεται παρέκκλιση. Εποπτεία, έλεγχος, πρόστιμα, διοικητικές αναστολές λειτουργίας. Αλλά φτάνει αυτό; Ή μήπως η οικονομική πραγματικότητα προχωρά πολύ ταχύτερα από τη διοικητική της αναχαίτιση;

Το όριο μεταξύ νόμιμης και καταχρηστικής πρακτικής

Το όριο ανάμεσα στη νόμιμη τιμολόγηση και την καταχρηστική πρακτική είναι, νομικά, λεπτό αλλά διακριτό: συντρέχει καταχρηστική τιμολόγηση όταν ο προμηθευτής (ιδίως εάν κατέχει δεσπόζουσα θέση) επιβάλλει τιμές σαφώς αποκομμένες από το κόστος ή από το ιστορικό τιμολόγιο της παρτίδας. Η απόφαση ΑΠ 1625/2015 είναι ενδεικτική της προσέγγισης: η μονομερής αύξηση τιμών μπορεί να θεωρηθεί παράνομη όταν δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα, αλλά απορρέει από υπεροχή στην αγορά. Και δεσπόζουσα θέση δεν είναι μόνο η εθνική μονοκρατορία, αλλά και τοπική κυριαρχία — η μόνη αντλία στο νησί, το μόνο πρατήριο σε ένα βουνό, το μόνο κανάλι εφοδιασμού σε περίοδο κρίσης.

Η παρακράτηση φθηνότερων αποθεμάτων, με σκοπό την πώληση σε ακριβότερες τιμές μόλις «χτυπήσει το διεθνές ταμπλό», συνιστά πρακτική δυνητικά καταχρηστική, ιδίως όταν δεν δηλώνονται αποθέματα ή δεν ανταποκρίνεται ο επιχειρηματίας στους ελέγχους. Το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 παρέχει το πλαίσιο φορολογικού ελέγχου επί αποθεμάτων. Κι όμως, στην πράξη, το αποδεικτικό υλικό παραμένει δύσκολο, η νομολογία φειδωλή και η προσφυγή στα δικαστήρια σπάνια. Η ΠΠρΑθ 1098/2016 παραμένει μία από τις λίγες αποφάσεις που αναγνώρισαν την απόκρυψη αποθέματος ως πρακτική καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη της αγοράς.

Επιχειρηματική δεοντολογία και ευθύνη της Πολιτείας

Πέραν των νομικών εργαλείων, υπάρχει και το ερώτημα της επιχειρηματικής δεοντολογίας. Όταν ο πρατηριούχος δεν αυξάνει την τιμή επειδή ακριβαίνει το κόστος, αλλά επειδή «μπορεί να ακριβύνει αύριο», δεν λειτουργεί ως έμπορος αλλά ως χρηματιστής. Στην πραγματικότητα, δεν διαχειρίζεται καύσιμο· διαχειρίζεται τον φόβο. Κι εδώ το Κράτος οφείλει να αποφασίσει: θέλει να είναι θεατής ή ρυθμιστής; Γιατί κάθε ανοχή, κάθε καθυστέρηση ελέγχου, κάθε σιωπή — εκλαμβάνεται ως συναίνεση.  Δεν προτείνεται κρατικός καθορισμός τιμών. Ούτε επιστροφή στον ηθικισμό της δεκαετίας του ’50. Προτείνεται όμως μία νέα πολιτειακή αυστηρότητα: ενίσχυση των ελέγχων, υποχρεωτική διαφάνεια στις τιμές απόκτησης, νομική επαναφορά του θεσμικού πλαισίου της αισχροκέρδειας όχι ως ποινικό αδίκημα, αλλά ως διοικητική παράβαση υψηλής σημασίας και, ενδεχομένως, σε περιόδους έκτακτης ανάγκης, θέσπιση ειδικού προστατευτικού πλαισίου υπέρ του καταναλωτή.

Γιατί η τιμή της βενζίνης δεν είναι απλώς οικονομικό μέγεθος. Είναι δείκτης κοινωνικού κυνισμού ή κράτους δικαίου. Και όταν ανεβαίνει χωρίς αιτία, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο το καύσιμο. Είναι η εμπιστοσύνη. Κι αυτή δεν αποθηκεύεται, ούτε εμπορεύεται. Ή χτίζεται με θεσμούς, ή χάνεται — μια για πάντα.

*Ο κ. Βασίλης Σπανουδάκης είναι δικηγόρος, εταίρος της δικηγορικής εταιρείας «ΣΠΑΝΟΥΔΑΚΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ».