Ως δωρεά νοείται η παροχή σε κάποιον ενός περιουσιακού αντικειμένου χωρίς αντάλλαγμα και για τη σύσταση της δωρεάς απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου. Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή υφίσταται το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς.
Η έννοια της αχαριστίας, δικαιολογούσας την ανάκληση της δωρεάς είναι ιδιαίτερα κρίσιμη και ως τέτοια νοείται η έλλειψη στο δωρεοδόχο συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά, υπαίτια και δυναμένη να του καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς τον δωρητή ή το σύζυγο ή το στενό συγγενή του, που αποτελεί παράβαση των κανόνων δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας που επικρατούν στην κοινωνία, προσβάλει δε άμεσα τα αγαθά του δωρητή. Κατόπιν τούτων, αχαριστία μπορεί κατά τις περιστάσεις να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περίθαλψης και οικονομικής ενίσχυσης, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η καταφρόνησή του λόγω και έργω.
Το ζήτημα εάν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος κατά το σχηματισμό της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου, καθώς και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στερνού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ’ αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στην κρινόμενη από αυτόν συγκεκριμένη υπόθεση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Η αντικειμενική συμπεριφορά μπορεί να είναι ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη σχετική δήλωση του δωρητή προς τον δωρεοδόχο, συνεπώς και με αγωγή, τα δε αποτελέσματα της ανάκλησης επέρχονται ευθύς ως περιέλθει η δήλωση σε αυτόν περί ανακλήσεως και εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και δύναται να δικαιολογήσει την ανάκληση. Για την ευδοκίμηση αγωγής ανακλήσεως της δωρεάς πρέπει, αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά τον χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων (δωρητής) την αλήθεια του αναφερόμενου στην δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά στην επιδειχθείσα από τον δωρεοδόχο αχαριστία να αποδείξει το προς το πρόσωπο του βαρύ παράπτωμα από το οποίο προήλθε αυτή.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας, ο δωρητής δικαιούται σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσια απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης με δωρεά. Έτσι αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στον δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η αναμεταβίβαση της κυριότητας μετά την νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βούλησης, μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής.και συνδυασμός περισσοτέρων πράξεων ή παραλείψεων έστω και αν καθεμία χωριστά δεν συνιστά βαρύ παράπτωμα.
Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη δύνανται να είναι: α) ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου, β) τα ελατήρια της δωρεάς, γ) η αξία του αντικειμένου της, δ) ο τρόπος ενέργειας, ε) ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και στ) το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενούς συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της έλλειψης ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή.
Η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη σχετική δήλωση του δωρητή προς τον δωρεοδόχο, συνεπώς και με αγωγή, τα δε αποτελέσματα της ανάκλησης επέρχονται ευθύς ως περιέλθει η δήλωση σε αυτόν περί ανακλήσεως και εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και δύναται να δικαιολογήσει την ανάκληση. Για την ευδοκίμηση αγωγής ανακλήσεως της δωρεάς πρέπει, αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά τον χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων (δωρητής) την αλήθεια του αναφερόμενου στην δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά στην επιδειχθείσα από τον δωρεοδόχο αχαριστία να αποδείξει το προς το πρόσωπο του βαρύ παράπτωμα από το οποίο προήλθε αυτή.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας, ο δωρητής δικαιούται σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσια απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης με δωρεά. Έτσι αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στον δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η αναμεταβίβαση της κυριότητας μετά την νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βούλησης, μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής.
Αποκλεισμός της δυνατότητας ανάκλησης υφίσταται αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος, αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης. Τίθεται συνεπώς ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς. Η προθεσμία δεν εκκινεί, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης της δωρεάς, η οποία μπορεί να λήγει και με την άσκηση της αγωγής ανάκλησης. Στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος.
Ειρήνη Κ. Κατσαράκη, Δικηγόρος, LLM

