Οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν άμεση επενέργεια και στην ποινική δίκη, με αποτέλεσμα πολλές φορές να δημιουργούνται νομοθετικά κενά. Για την αποτροπή αυθαιρεσιών κατέστη αναγκαία μια στοχευμένη νομοθετική πρόβλεψη προσαρμοσμένη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ψηφιακού αποδεικτικού υλικού προς αποτροπή τυχόν αυθαιρεσιών. Τέτοιας υφής διάταξη είναι και αυτή του άρθρου 265, που εισήχθη με τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Αναγκαιότητα της διάταξης
Η διάταξη του άρθρου 265 ΚΠΔ συνιστά καινοτομία του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Παρέχει την απαραίτητη και δικαιοκρατικά επαρκή νομική βάση για τη διενέργεια της ανακριτικής πράξης της κατάσχεσης των ψηφιακών δεδομένων, καθώς ενόψει του ότι τα ψηφιακά δεδομένα είναι άϋλα, οποιαδήποτε ρύθμιση του Κώδικα που αναφέρεται σε υλικά πειστήρια και έγγραφα, τα οποία είναι διακριτά έναντι των δεδομένων, δεν καταλαμβάνει την πραγματική φύση και τις ανάγκες αυτών. Παράλληλα, παρέχονται οι δέουσες εγγυήσεις και προϋποθέσεις για την αποτροπή τυχόν αυθαιρεσιών, προβλέποντας τη σύνταξη ειδικής έκθεσης, τη χρήση κατάλληλου εξοπλισμού κατάσχεσης, τον περιορισμό της πρόσβασης μόνο σε εξουσιοδοτημένο προσωπικό, αλλά και μέτρα κατά της τυχαίας απώλειας και διαγραφής των ψηφιακών δεδομένων.
Η έννοια των Ψηφιακών δεδομένων
Ο ορισμός των ψηφιακών δεδομένων δίδεται από τον ΠΚ, κατά τον οποίο είναι η παρουσίαση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη προς επεξεργασία από πληροφοριακό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος που παρέχει τη δυνατότητα στο πληροφοριακό σύστημα να εκτελέσει μια λειτουργία. Τα ψηφιακά δεδομένα, λοιπόν, είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα ή σε ένα μέσο αποθήκευσης δεδομένων ή σε ένα απομακρυσμένο σύστημα υπολογιστή στο σύνολο του ή σε μέρος αυτού ή σε ένα απομακρυσμένο μέσο αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή και αποτελούν μέρος του υλικού φορέα στον οποίο εμπεριέχονται, είτε πρόκειται για σύστημα υπολογιστή είτε για μέσο αποθήκευσης.
Η ανακριτική πράξη της κατάσχεσης
Με την κατάσχεση, η οποία είναι ανακριτική πράξη, αφαιρείται από ορισμένο πρόσωπο η κατοχή πραγμάτων που σχετίζονται με ορισμένο έγκλημα, ως αντικείμενα ή μέσα τέλεσης ή προϊόντα του εγκλήματος, προς εξυπηρέτηση των αναγκών της ανακριτικής διαδικασίας και μάλιστα της συλλογής και διατήρησης των αποδείξεων ή για τη διασφάλιση της προβλεπόμενης δήμευσης ή της επιβαλλόμενης από το νόμο καταστροφής τους. Προς τούτο συντάσσεται σχετική έκθεση, η οποία πρέπει να συντάσσεται στον τόπο όπου γίνεται η πράξη ή η δήλωση που βεβαιώνεται σ’ αυτήν και στον ίδιο το χρόνο της ενέργειας ή, αν αυτό είναι αδύνατο, αμέσως κατόπιν.
Από τη φύση δε του πράγματος και κατά λογική ακολουθία, τα ψηφιακά δεδομένα κατάσχονται ταυτόχρονα με τον περιέκτη υλικό φορέα, ανεξάρτητα από το είδος και τη μορφή του, χωρίς να συντρέχει περίπτωση διακριτής κατάσχεσής τους και σύνταξης σε μεταγενέστερο χρόνο και διαφορετικό τόπο ιδιαίτερης, εκτός αυτής που αφορά στον υλικό φορέα τους, σχετικής έκθεσης, συνακόλουθα δε ουδεμία ακυρότητα της συγκεκριμένης ανακριτικής πράξης, συναπτόμενη με τη νομιμότητα των κτηθέντων, ως άνω, αποδεικτικών μέσων, υπόκειται.
Αυθεντικότητα και ακεραιότητα του αποδεικτικού υλικού
Η τήρηση των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος είναι ιδιαίτερα σημαντική, προκειμένου να μην εγείρονται ζητήματα για την αυθεντικότητα και ακεραιότητα του αποδεικτικού υλικού. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται η πρόβλεψη της παραγράφου 4, σε σχέση με την αποθήκευση των ψηφιακών δεδομένων σε ένα μοναδικό υλικό μέσο αποθήκευσης και η δημιουργία αντιγράφου στο οποίο θα έχουν πρόσβαση μόνο πρόσωπα που ασκούν συγκεκριμένα καθήκοντα. Συναφώς, επιτάσσεται και η παροχή περιορισμένης πρόσβασης και δυνατότητας αναπαραγωγής των ψηφιακών δεδομένων που κατάσχονται, μόνο στα πρόσωπα που ρητά ορίζει η παράγραφος 5 του άρθρου 265. Προβλέπεται τέλος, ρητή απαγόρευση δημιουργίας και διατήρησης αντιγράφων για οποιονδήποτε λόγο με μία μόνη εξαίρεση, ήτοι μόνο εφόσον κριθεί ότι είναι αναγκαίο να περιληφθούν σε άλλη δικογραφία.
Ειρήνη Κ. Κατσαράκη, Δικηγόρος LLM

