Θανατηφόρος σωματική βλάβη

ΜΟΕφΙωαν 3/2018

 

Περίληψη 

ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ- ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ – ΚΑΤΑ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΑΘΩΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΡΙΘΗΚΕ ΟΤΙ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΕ ΝΟΜΙΜΗ ΑΜΥΝΑ, Ο ΔΕ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΗΛΘΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ – Το έγκλημα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 έτη, αποτελείται από το βασικό έγκλημα της σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας για το οποίο απαιτείται δόλος του δράστη και από τον επερχόμενο από αυτό θάνατο του παθόντος, ως αποτέλεσμα, για το οποίο απαιτείται αμέλεια, συνεπεία της οποίας είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ο κατηγορούμενος κατάφερε μόνο ένα χτύπημα διά των χειρών του στον Η.Κ., στο σημείο των χειλέων αυτού και το οποίο ήταν μικρής εντάσεως, τα δε έτερα πολλαπλά χτυπήματα που έφερε το θύμα προήλθαν από την πτώση του επί του οδοστρώματος λόγω απώλειας της ισορροπίας του. Το χτύπημα δε αυτό κατάφερε στο θύμα ο κατηγορούμενος αμυνόμενος, καθόσον το θύμα κατευθύνετο με απειλητικές διαθέσεις κατ’ αυτού και κραδαίνοντας κατ’ αυτού τα χέρια του και κρατώντας στο ένα εξ αυτών τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Συνεπώς, θα πρέπει, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 του ΠΚ, να κριθεί η πράξη του ατιμώρητος και να κηρυχθεί αθώος, ως ευρισκόμενος σε άμυνα (22, 23, 29, 311 ΠΚ).

 

ΜΟΕφΙωαν 3/2018 (ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ 2021, σελ. 634)

Πρόεδρος: Ι. Παπαϊωαννίδης
Μέλη: Β. Γκόγκας, Χ. Αντωνίου
Εισαγγελείς: Α. Δημόπουλος, Α. Σκάρας, Αντεισαγγελέας
Δικηγόροι: Α. Γιογλή, Β. Σπανουδάκης, Δ. Μπούκας

Η αγόρευση του Εισαγγελέα Αργ. Δημόπουλου έχει ως εξής:

Α. Η Δικαιοσύνη στη θεωρητική σύλληψή της είναι καθαρή ιδέα και στην πρακτική απονομή της είναι περίπλοκη τέχνη. Ως ιδέα ποθεί την άκρατη αλήθεια. Ως τέχνη όμως ενέχει την τεχνική της και κατά τη δίοδο της πρακτικής εφαρμογής της παρέχει τη χαρά και τον πόνο των λεπτών συνδυασμών της λογικής πορείας του λόγου, ως πρακτικού οργάνου δηλωτικού στερεάς βούλησης. Ο λόγος είναι σοβαρή πνευματική λειτουργία, που βοηθάει και διευκολύνει την κοινωνία της σκέψης και την κατανόησή της. Έχει λεχθεί επιτυχώς ότι ο γραπτός λόγος αφήνει ιστορία και ο προφορικός παράδοση.

Η αλήθεια κατ’ αρχήν είναι «αστραία» και τα νέφη την σκιάζουν. Είναι όμως πρακτική ανάγκη η αλήθεια να γίνει «ιχναία» και να τεθεί υπό έρευνα για την ανακάλυψή της. Γι’ αυτό ο λόγος πρέπει να είναι φωτεινός. Κατά τον διάσημο Γάλλο μυθιστοριογράφο Ζορζ Ντιαμέλ «κακός είναι ο σκοτεινός λόγος επί φωτεινών πραγμάτων και καλός ο φωτεινός επί σκοτεινών». Αλλά και ο Οράτιος ζητεί από το ρήτορα όχι «καπνόν εκ της λάμψεως αλλά εκ του καπνού λάμψιν». Non fumum ex fulgere sed ex fumo dare lucem. Όταν φωτίζονται τα γεγονότα με απαλότητα, ζυγίζονται εύκολα οι εκδηλώσεις και τέμνονται ευθέως οι ευθύνες. Το ορθό είναι να αξιολογούνται τα πρόσωπα από τα γεγονότα και τα γεγονότα από τα πρόσωπα, κατά σύμπλοκη εκτίμηση. Είναι λοιπόν ανάγκη να εξετάσουμε τα γεγονότα με λογική διαύγεια, όπως συμβουλεύει και ο Αριστοτέλης, ο θεμελιωτής της Ψυχολογικής Επιστήμης: «το ιδείν τα υπάρχοντα πιθανά περί έκαστον» (Ρητορική 1355).

Να σημειωθεί ότι κατά την ποινική δίκη προβάλλονται προβεβουλευμένως ή αυτομάτως τολμηροί συνδυασμοί εικόνων, κατά συμπλοκή, εκ των οποίων παρασυρόμενος ο δικαστής στηρίζει νέες υποθέσεις και έτσι ανυψώνεται ο ένας επί των ώμων του άλλου και χάνονται αμφότεροι στα νέφη της αμφιβολίας, μακριά από την αλήθεια, γιατί όπως λέει ο Gross, «η ποσότης της προσπιπτούσης ύλης εις την μνήμην είναι αντιστρόφως ανάλογος προς την ταχύτητα της εντυπώσεώς της». Εξάλλου έχει έγκυρα ειπωθεί ότι η σκηνή του εγκλήματος είναι ταμπλό ζωγραφικής και θέλει πολύ φως για να μελετηθεί στις αποχρώσεις του, που εύκολα θολώνονται από την ομίχλη της αντιδικίας, γιατί το αληθινό δεν είναι πάντοτε αληθοφανερό, όπως λέει ο Γάλλος ποιητής και λογοτέχνης Nicolas Boileau: “le vrai peut quelques fois n’ etre pas vrai semblable”.

Η κρίση επί της ουσίας συνάπτεται αρρήκτως με την κατά προσέγγιση ιστορική αποκατάσταση των γεγονότων του παρελθόντος και υπόκειται στον αφαιρετικό μηχανισμό του λογικώς σκέπτεσθαι. Τα γεγονότα δε της διαδικασίας πρέπει να εκτίθενται ενώπιον των κριτών με αλληλουχία συνάρτησης έτσι ώστε το ένα να αποτελεί το προηγούμενο και τη λογική εξήγηση του άλλου, γιατί παραδεκτή αλήθεια είναι η μεθοδική σύνθεση μερικοτήτων. Κατ’ ακολουθίαν ο δικανικός λόγος, που είναι κοινωνία και διάλογος με τα πράγματα, πρέπει να έχει θετικότητα και τότε μόνο «σημαίνει το παν και κυκλεί και πολεί αεί» (= εκφράζει το παν και περιστρέφεται διαρκώς) κατά Πλάτωνα (Κρατύλου 408C).

Διαφορετικά αν ο ρήτορας προβάλει ενώπιον των δικαστών επιχειρήματα κείμενα έξω από την μαθηματική λογική γίνεται ματαιόσχολος και ενοχλητικός, γιατί η ενεργός πλευρά του δικανικού λόγου είναι το αίσθημα της ευθύτητας. Εξάλλου η δίκη είναι «ιατρική πονηρίας» κατά Πλάτωνα και ο θεραπευτής των πονηρών δοκιμάζει άφατη εσωτερική ικανοποίηση, όταν η συνείδησή του αισθάνεται την πληρότητα της εκτέλεσης του καθήκοντος.

Τέλος ο δικανικός ρήτορας κατά την αφήγηση του λόγου του, προσπαθεί να αναστήσει μνημονικώς το νεκρό ήδη ιστορικό παρελθόν με αναπαράστασή του. Αφηγείται κάτι το οποίο ίσως υπήρξε άλλοτε στην πραγματικότητα, αλλά δεν υπάρχει πλέον σήμερα και κατ’ ανάγκη βηματίζει εν μέρει στο φως και εν μέρει στη σκιά των συμβάντων. Έργο του, στην πορεία του λόγου, είναι να δώσει φως και πνοή στην εξιστόρηση των γεγονότων και να εξαλείψει κάθε υποψία επί της ακρίβειας και της βασιμότητας της αναπαράστασης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ευσυνειδησία του ρήτορα. Η ασυνείδητη επιστήμη καταστρέφει τη ζωή. Ο Francois Rabelais έλεγε: “la sagesse ne peut pas entrer dans un esprit méchant, et science sans conscience n’est que ruine de l’âme” δηλ. «η σοφία δεν μπορεί να τεθεί σε ένα κακό πνεύμα και επιστήμη χωρίς συνείδηση είναι η καταστροφή της ψυχής».

Για το λόγο αυτό, κατά την αναζήτηση της αλήθειας, αναγκαία είναι η συλλογή των συνθετικών στοιχείων του πράγματος και ο επ’ αυτών επαγωγικός διάλογος του ρήτορα, όπως λέει ο φιλόσοφος Giambattista Vico: «Verum est collectio elementorum ipsius rei». Προσθέτω ακόμη ότι ο δικανικός ρήτορας (αλλά και ο δικαστής) πρέπει να έχει ενορατικές ικανότητες, για να βλέπει τις μικρές πλευρές των μεγάλων ζητημάτων και τις μεγάλες των μικρών κατά τέτοιο τρόπον ώστε να έχει αποκτήσει ακριβές μέτρο κρίσης των πραγμάτων και να γίνεται ζωγράφος των γεγονότων. «Η απόδειξις λόγος δι’ ομολογουμένων λημμάτων κατά συναγωγήν επιφοράν εκκαλύπτων άδηλον» (Αριστοτέλης) [= απόδειξη είναι η λογική, η οποία αποκαλύπτει κάποιο κρυφό συμπέρασμα, το οποίο προκύπτει με επαγωγικό τρόπο, διά μέσου παραδεκτών επιχειρημάτων].

Τα πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης διασαφηνίστηκαν πλήρως από την ακροαματική διαδικασία. Συνεπώς θα μπορούσα να αρχίσω την αγόρευσή μου με απλή παράθεση των πραγματικών περιστατικών και την επ’ αυτών συλλογιστική μου για να καταλήξω αν στοιχειοθετείται, αντικειμενικά και υποκειμενικά, η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Ωστόσο όμως θα αναφερθώ επιγραμματικά και στη νομική πλευρά της υπόθεσης για να βοηθήσω το Δικαστήριό σας να εκδώσει μια αιτιολογημένη και δίκαια απόφαση.

Β. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 311 εδ. α΄, 308 παρ. 1α΄, 309, 310, 28 και 29 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 έτη, αποτελείται από το βασικό έγκλημα της σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας για το οποίο απαιτείται δόλος του δράστη και από τον επερχόμενο από αυτό θάνατο του παθόντος, ως αποτέλεσμα, για το οποίο απαιτείται αμέλεια, ήτοι έλλειψη της προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, συνεπεία της οποίας είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ΑΠ 281/2013 ΠοινΧρ ΞΔ΄, 118, ΣυμβΑΠ 2465/2005 ΠοινΧρ ΝΣΤ΄, 629, ΑΠ 842/1977 ΠοινΧρ ΚΗ΄, 134, ΑΠ 91/1973 ΠοινΧρ ΚΓ΄, 380). Η θανατηφόρα σωματική βλάβη αποτελεί λοιπόν ένα έγκλημα αποτελέσματος, που συγκροτείται όταν η σωματική βλάβη με δόλο προκαλεί αιτιακά το αποτέλεσμα του θανάτου. Πρόκειται επομένως ουσιαστικά για σύνθεση των εγκλημάτων που τυποποιούνται στα άρθρα 308-310 και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (302 ΠΚ).

Με απλά λόγια λοιπόν θανατηφόρα σωματική βλάβη είναι η σωματική βλάβη, η οποία είχε ως επακόλουθο το θάνατο του παθόντος. Ο δόλος του δράστη, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, περιλαμβάνει την πρόκληση σωματικής βλάβης οποιασδήποτε διαβάθμισης (απλής, επικίνδυνης ή βαριάς), όχι το θάνατο του θύματος, γιατί στην περίπτωση αυτή θα βρισκόμασταν προ του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, ενώ το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του θύματος να αποδίδεται κατά τους ορισμούς του άρθρου 28 ΠΚ στην αμέλεια του δράστη. Στην απόφαση πρέπει να προσδιορίζεται τόσο το είδος του δόλου όσο και το είδος της αμέλειας που καλύπτει την επέλευση του θανάτου, καθώς τα στοιχεία αυτά είναι κρίσιμα για την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 630/2005 ΠοινΧρ 2005, 1001, ΑΠ 2242/2004 ΠοινΧρ ΝΕ΄, 763). Εξυπακούεται ότι πρέπει να υφίσταται αντικειμενική αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της σωματικής βλάβης και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος (βλ. Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Εγκλήματα κατά προσωπικών εννόμωv αγαθών, σελ. 171).

Ο δόλος του δράστη και γενικά η υπαιτιότητα μοιάζει με έναν προβολέα, που τον χρησιμοποιούμε για να φωτίσουμε κάποιο χώρο. Ο «προβολέας» αυτός σ’ ένα έγκλημα μας δείχνει το περιεχόμενο της ψυχής του δράστη και πρέπει να «φωτίζει» ένα προς ένα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Δεδομένου ότι ο δικαστής δεν μπορεί να κοιτάξει στην καρδιά ή το μυαλό του δράστη το τι ακριβώς αυτός επιζητούσε πρέπει να τεκμηριώνεται με τη βοήθεια κάθε αποδεδειγμένα προσιτού ενδείκτη, ο οποίος μπορεί να συμβάλει στην φωταγώγηση της λεγόμενης αυτής «νύχτας του εσωτερικού κόσμου».

Διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος περιγράφεται στο εδ. β΄ του άρθρου 311 ΠΚ. Διαφοροποιείται από το βασικό εκ του αποτελέσματος έγκλημα ως προς το πρώτο συνθετικό: για την πραγμάτωση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος δεν αρκεί οποιαδήποτε σωματική βλάβη, αλλά απαιτείται αυτή να είναι βαριά και σκοπούμενη (310 παρ. 3 ΠΚ).

Γ. Από το αποδεικτικό υλικό της διαδικασίας στο ακροατήριο, ήτοι τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, την ανάγνωση των εγγράφων, μεταξύ των οποίων: α) η υπ’ αριθ. πρωτ. …/17.9.2008 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Άρτας, β) η υπ’ αριθ. πρωτ. …/9.9.2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας του ιατροδικαστή Θ.Β. του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, την επισκόπηση των φωτογραφιών σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Στις 18 Αυγούστου 2008 και περί ώρα 12.30-13.00 περίπου ο κατηγορούμενος Α.Γ., κάτοικος … Άρτας, κτηνοτρόφος, 27 ετών, έβαινε με το υπ’ αριθ. κυκλ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα του, έμφορτο με ζωοτροφές (και όχι με σκουπίδια), σε ανώνυμη δημοτική οδό του … με κατεύθυνση την ΕΟ Αντιρρίου-Ιωαννίνων. Στη συμβολή των οδών εισήλθε ανέλεγκτα στην ΕΟ Αντιρρίου-Ιωαννίνων με σκοπό να κατευθυνθεί προς Άρτα και απέκλεισε την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Η.Κ., 54 ετών, συνταξιούχος αστυνομικός, με κίνδυνο να συγκρουστούν τα οχήματα.

Για το λόγο αυτό ο τελευταίος ανέπτυξε ταχύτητα και με τη χρήση των φώτων και ηχητικών οργάνων έκανε σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει. Πράγματι αυτός, μετά από ένα (1) χιλιόμετρο περίπου, στάθμευσε το αυτοκίνητό του στο δεξιό της οδού και αμέσως το ΙΧΕ αυτοκίνητο που ακολουθούσε στάθμευσε λίγα μέτρα πιο μπροστά του. Τότε εξήλθε από αυτό ο οδηγός του (Η.Κ.) ο οποίος κινήθηκε πεζή προς το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και σε έντονο ύφος ζήτησε από τον κατηγορούμενο εξηγήσεις για τη συμπεριφορά του, δηλ. για την ανεξέλεγκτη είσοδό του στην ΕΟ και τον κίνδυνο σύγκρουσης των οχημάτων. Ο κατηγορούμενος εξοργίστηκε και όντας νεώτερος και δυνατότερος επιτέθηκε εναντίον του. Το θύμα υποχώρησε προς τη διαχωριστική γραμμή της οδού. Έτσι εξηγείται γιατί βρέθηκε εκεί από τους μάρτυρες Δ.Κ. και Η.Κ., σε απόσταση 4-5 μέτρων από το όχημα του κατηγορουμένου.

Στο σημείο εκείνο ο κατηγορούμενος τον έπληξε αρχικά στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στη στοματική κοιλότητα με αποτέλεσμα το άνω χείλος του στόματος να κτυπήσει στα δόντια και να προκληθεί τραυματισμός του βλεννογόνου του άνω χείλους της στοματικής κοιλότητας αριστερά και να σχηματισθεί αιμάτωμα, όπως αναγράφεται στην προαναφερόμενη ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Άρτας. Από το χτύπημα, το θύμα γύρισε το κεφάλι του δεξιά και ο κατηγορούμενος, που είχε την αριστερή πλευρά της κεφαλής ελεύθερη, τον έπληξε για δεύτερη φορά με νέο ισχυρό αυτή τη φορά χτύπημα και του προκάλεσε κεφαλαιμάτωμα στην αριστερή βρεγματική χώρα, όπως αναγράφεται στην παραπάνω ιατρική βεβαίωση, πριν χειρουργηθεί («κεφαλαιμάτωμα αριστερά βρεγματικά») και τη δημιουργία του γραμμοειδούς κατάγματος που περιγράφεται στην υπ’ αριθ. πρωτ. …/9.9.2008 έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του ιατροδικαστή Θ.Β. Το γραμμοειδές αυτό κάταγμα ξεκινάει από το αριστερό κροταφικό οστό και φθάνει μέχρι το μέσο του κρανιακού βόθρου αριστερά.

Στη συνέχεια τον έπληξε και στο άνω βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού από το οποίο προκλήθηκαν εκχυμώσεις. Η σειρά των χτυπημάτων στο άνω χείλος της στοματικής κοιλότητας αριστερά και στο άνω βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Σημαντικό είναι το χτύπημα στην αριστερή βρεγματική χώρα.

Εξαιτίας των χτυπημάτων αυτών ο παθών κατέπεσε επί του οδοστρώματος με αποτέλεσμα να προκληθεί σε αυτόν και άλλο «γραμμοειδές κάταγμα εξικνούμενο από το ινιακό οστό (3,5 εκ. περίπου του έσω ινιακού ογκώματος) και εκτεινόμενο στο μέσο κρανιακό βόθρο (δεξιό λιθοειδές οστό)» (βλ. την ίδια παραπάνω ιατροδικαστική έκθεση). Αποτέλεσμα των κακώσεων που προκάλεσαν τα κατάγματα ήταν να δημιουργηθούν τα «αιμορραγικά στοιχεία εγκεφαλικού παρεγχύματος αριστερά, υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά, υπαραχνοειδής αιμορραγία άμφω, ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις εγκεφάλου» που αναφέρονται στο προαναφερόμενο έγγραφο του Γενικού Νοσοκομείου Άρτας.

Όλα τα παραπάνω ενισχύονται και από την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου του ιατροδικαστή Θ.Β., που διενήργησε τη νεκροψία-νεκροτομή και συνέταξε τη σχετική έκθεση. Συγκεκριμένα ο συγκεκριμένος ιατροδικαστής στην κατάθεσή του ανέφερε:

«Το θύμα … είχε κλειστή εγκεφαλική κάκωση, γραμμοειδές κάταγμα στην αριστερή κροταφική χώρα προς τη βάση του κρανίου. Το άλλο χτύπημα προς δεξιά ήταν προς τη βάση του κρανίου. Και τα δύο κατάγματα ήταν ανεξάρτητα μεταξύ τους … Η πηγή που προκλήθηκαν είναι διαφορετική. Για το ένα κάταγμα από δεξιά, αυτό είναι από πτώση. Στην αριστερή κροταφική χώρα δεν μπορώ να σας απαντήσω πως δημιουργήθηκε … Το αριστερό κάταγμα μπορεί να είναι από ενεργητική ή από παθητική πλήξη … Το δεξιό κάταγμα πρέπει να είναι από την πτώση και το δεύτερο από κτύπημα. Δεν μπορεί κάποιος να πέσει και να χτυπήσει δεξιά και αριστερά μετά … Στο δεξιό βλέφαρο είχε κάκωση. Στο χείλος είχε κάκωση από πλήξη. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει από γροθιά κάποιο κάταγμα αριστερά στο κεφάλι. Υπήρχε αυτή η κάκωση η οποία είναι από πλήξη … Η αριστερή εκχύμωση συνδέεται με το κάταγμα … Δεν πεθαίνει κάποιος από τα κατάγματα αλλά από εσωτερικές βλάβες του εγκεφάλου. Το γραμμοειδές κάταγμα γίνεται και με μετρίας εντάσεως κτύπημα. Εξαρτάται από το πόσο μετακινείται ο εγκέφαλος από το κτύπημα … Μπορεί να τον χτύπησε κάποιος αριστερά και να έπεσε προς τα πίσω αλλά μπορεί να χτυπήθηκε μπροστά (1), μετά αριστερά (2) και μετά πίσω (3) … Οι κακώσεις είναι δύο διαφορετικές, ανεξάρτητες μεταξύ τους. Αφετηρία της πτώσης απορεί να είναι κάποια πλήξη στο πρόσωπο και στη συνέχεια μπορεί να χτύπησε αριστερά σε κάτι και μετά να έπεσε πίσω. Δεν μπορεί να χτύπησε στην άσφαλτο αριστερά και μετά πίσω … Πέρα από την εξέταση του κρανίου του θύματος ήταν ένα άτομο υγιές δεν είχε κανένα πρόβλημα …».

Ώστε λοιπόν από την ανάγνωση της ιατροδικαστικής έκθεσης νεκροψίας και νεκροτομής σε συνδυασμό με την κατάθεση του ιατροδικαστή Θ.Β. στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, προκύπτει κατά τρόπο απολύτως σαφή η έκνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος έπληξε επανειλημμένα το θύμα στο κεφάλι εξαιτίας των οποίων αυτό κατέπεσε στο οδόστρωμα της οδού και από τα τραύματα που προκλήθηκαν από τα πλήγματα και την πτώση, ως μόνη ενεργός αιτία, επήλθε ο θάνατος του θύματος, στις 24.8.2008, όπως θα εκθέσω παρακάτω. Συνεπώς οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι δήθεν έπληξε μία φορά μόνο το θύμα ελαφρά και του προκάλεσε ελαφρύ τραύμα ήτοι αιμάτωμα του άνω χείλους, ότι δεν μπορούσε να προβλέψει ότι το θύμα έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη και τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και θα έπεφτε στο έδαφος με τόσο ελαφρό χτύπημα, ότι οι γραμμοειδείς κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις οφείλονταν αποκλειστικά στην πτώση επί ανενδότου επιφάνειας και ότι ο θάνατος του θύματος δεν ήταν αποτέλεσμα του χτυπήματός του αλλά της πτώσης στην άσφαλτο με το πίσω μέρος της κεφαλής είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Στην πρωτόδικη απόφαση αναγραφόταν ότι ο κατηγορούμενος στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, που κατέθεσαν οι συνήγοροί του, δεν έκανε καμιά αναφορά για το γραμμοειδές κάταγμα που έφερε το θύμα στην αριστερή κροταφική χώρα και πως προκλήθηκε αυτό. Καμιά αναφορά δεν έκανε ούτε ο συνταξιούχος ιατροδικαστής Δ.Μ., στη σχετική ιατροδικαστική γνωμοδότηση που συνέταξε και η οποία αναγνώστηκε στο παρόν ακροατήριο και θα πω παρακάτω γι’ αυτήν. Έτσι εξηγείται και η τωρινή προσπάθεια του κατηγορουμένου στο παρόν Δικαστήριο να παρουσιάσει ότι δήθεν το επίμαχο γραμμοειδές κάταγμα στην αριστερή κροταφική χώρα δεν προήλθε από τη γροθιά του αλλά είναι απότοκο: α) από την κρανιοτομή με δύο οστικά ελλείμματα στο δεξιό και αριστερό βρεγματικό οστό, στην οποία υποβλήθηκε στο Νοσοκομείο και β) και σε κάθε περίπτωση προήλθε από την πτώση της κεφαλής στην ανένδοτη επιφάνεια της ασφάλτου εξ αντιτυπίας και συνεπεία των κυμάτων ενεργείας που απέκλιναν ακτινοειδώς από του σημείου της πλήξεως ήτοι της πρόσκρουσης της κεφαλής στην άσφαλτο.

Ο κατηγορούμενος λοιπόν με έγγραφό του που προσκόμισε στο Δικαστήριο με τίτλο «ισχυρισμοί-υπόμνημα εκκαλούντος» ισχυρίζεται ότι το επίμαχο γραμμοειδές κάταγμα αποκλείεται να προήλθε από τη γροθιά του αλλά είναι και αυτό συνέπεια της πτώσης και ενδεχομένως της κρανιοτομής που έγινε στο Νοσοκομείο για λόγους αποσυμπίεσης.

Ειδικότερα ισχυρίζεται:

1) Το κρίσιμο γραμμοειδές κάταγμα που εξικνείται από το αριστερό κροταφικό οστό και εκτείνεται στο μέσο κρανιακό βόθρο αριστερά «μπορεί να προκλήθηκε από την χειρουργική επέμβαση σε μέρος του συγκεκριμένου οστού και συγκεκριμένα από την κρανιοτομή με δύο οστικά ελλείμματα στο δεξιό και αριστερό κροταφικό οστό». Αν όμως το κάταγμα αυτό είχε προκληθεί κατά τη χειρουργική επέμβαση ασφαλώς θα το ανέγραφε ο ιατροδικαστής Θ.Β. στην ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής που συνέταξε και θα το ανέφερε κατά την ένορκη εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αλλά και αν δεχθούμε ότι πράγματι έγινε ένα γραμμοειδές κάταγμα κατά τη χειρουργική επέμβαση στο αριστερό κροταφικό οστό, αυτό θα σταματούσε στο κροταφικό οστό το πολύ και δεν θα έφθανε στο μέσο του κρανιακού βόθρου αριστερά, όπως έφθασε εν προκειμένω. Συνεπώς δεν προκύπτει ιατρογενής κάκωση, αλλά κάκωση εξαιτίας του τραυματισμού του θύματος εκ μέρους του κατηγορουμένου.

2) Το επίμαχο γραμμοειδές κάταγμα, το οποίο μπορούσε να προκληθεί και με «μετρίας εντάσεως κτύπημα» προήλθε από την πτώση της κεφαλής στην ανένδοτη επιφάνεια της ασφάλτου εξ αντιτυπίας και συνεπεία των κυμάτων ενεργείας τα οποία … απέκλιναν ακτινοειδούς από του σημείου της πλήξεως ήτοι της πρόσκρουσης της κεφαλής στην άσφαλτο και δεν προκλήθηκε από δική του ενέργεια».

Εξ αντιτυπίας, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναγράφει στο προαναφερόμενο έγγραφό του, νοείται ότι οι κακώσεις εντοπίζονται σε περιοχή που βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά της πλήξης π.χ. πτώση και πρόσκρουση της κεφαλής στην ινιακή χώρα είναι δυνατό να προκαλέσει κάταγμα εξ αντιτυπίας του άνω τοιχώματος των οφθαλμικών κογχών. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση το πρώτο γραμμοειδές κάταγμα ξεκινάει από το αριστερό κροταφικό οστό και φθάνει στον μέσο κρανιακό βόθρο αριστερά δηλ. έχει πορεία από τα αριστερά προς τη μεσότητα του κρανίου. Το δεύτερο γραμμοειδές κάταγμα του ινιακού οστού ξεκινάει από το μέσο του ινιακού οστού έως το μέσο του κρανιακού βόθρου στο δεξιό λιθοειδές οστό. Δηλαδή κατά κάποιο τρόπο αν επεκτείνει τα δύο κατάγματα κάποιος ενώνονται με ορθή γωνία. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για κάταγμα εξ αντιτυπίας αφού από την περιγραφή της ιατροδικαστικής έκθεσης αλλά και την ένορκη κατάθεση του ιατροδικαστή Θ.Β. δεν προκύπτουν στοιχεία αντιτυπίας στους μετωπιαίους λοβούς του εγκεφάλου και κατάγματα των οφθαλμικών κογχών. Ο ιατροδικαστής λοιπόν δεν αναγράφει στην έκθεσή του και δεν αναφέρει στην κατάθεσή του στοιχεία αντιτυπίας, που αν υπήρχαν ασφαλώς θα τα κατέγραφε.

Αντίθετα εξ αντιτυπίας θα μπορούσε να θεωρηθεί το υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά όπως περιγράφει η ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου Άρτας, γιατί έχουμε ισχυρό χτύπημα στην αριστερή επιφάνεια του κρανίου, η οποία δημιούργησε κεφαλαιμάτωμα αριστερά βρεγματικά. Σε κάθε χτύπημα του κρανίου (θέση coup) αντιστοιχεί και η ακριβής αντίθετη θέση (contrecoup) (βλ. Δ. Ψαρούλη, Ιατροδικαστική, Β΄ έκδοση, σελ. 249). Η άποψή μας αυτή ενισχύεται και από το ημερήσιο φύλλο νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Άρτας στο οποίο αναγράφεται ότι ο παθών υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και διαπιστώθηκε οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα μετώπου δεξιά και εγκεφαλικές θλάσεις βρεγματικά αριστερά (θέση coup-contrecoup).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το αποτέλεσμα του θανάτου οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην πράξη του κατηγορουμένου να προκαλέσει σωματικές βλάβες στον παθόντα. Η πραγματογνωμοσύνη είναι ελεύθερο στην εκτίμηση αποδεικτικό βοήθημα της δίκης, απλή προσφυγή συμβουλευτική στην ειδικότητα της τεχνικής. Τα συμπεράσματά της δέχονται τον έλεγχο της λογικής και της πείρας, κατά τη ζύμωση του υλικού και πνευματικού στοιχείου της κρίσης, για το σχηματισμό πεποίθησης. Πιστεύω μόνο στο φως της λογικής και της επιστήμης, η οποία διαλύει με θετικότητα το σκοτάδι των υποθέσεων και των παραποιήσεων της πραγματικότητας. Ex fumo lucem … Για τη Δικαστική Ψυχολογία η πραγματογνωμοσύνη είναι το ultimum refugium, ο δε πραγματογνώμονας είναι «βοηθός» του δικαστή. Την τελική βέβαια κρίση εκφέρει ο δικαστής, ο οποίος και επωμίζεται αποκλειστικώς την ευθύνη της απόφασης (βλ. Τηλεμάχου Φιλιππίδη, Δικαστική Ψυχολογία, έκδ. 2η, σελ.329 επ.). Σε κάθε περίπτωση η ελεύθερη εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης διαφυλάσσει το λειτούργημα του δικαστή ως την τελευταία κιβωτό που διαθέτει ο σύγχρονος άνθρωπος ενάντια στον κατακλυσμό των ολοένα διογκούμενων επιστημονικών και τεχνολογικών επινοήσεων.

Ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση να προκαλέσει απλή σωματική βλάβη στο θύμα, γνωρίζοντας ότι ο τρόπος που ενήργησε, ήτοι τα γρονθοκοπήματα στο κεφάλι, στο πιο ευαίσθητο μέρος του ανθρώπινου σώματος, μπορούσαν να επιφέρουν βαρύ τραυματισμό και την πτώση του θύματος στο οδόστρωμα της οδού και τον εντεύθεν περαιτέρω τραυματισμό του. Ο θάνατος του θύματος επήλθε από αμέλεια του κατηγορουμένου καθόσον αυτός δεν προείδε το αποτέλεσμα αυτό εξαιτίας έλλειψης της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει γιατί με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής του μέσου συνετού ανθρώπου, την οποία είχε ο κατηγορούμενος ενόψει της ηλικίας του, των φυσιολογικών ιδιοτήτων του, της πνευματικής του ικανότητας, η οποία δεν υπολείπεται των κοινών ανθρώπων, ενώ έπρεπε να προβλέψει ότι τα αλλεπάλληλα ισχυρά χτυπήματα στο πρόσωπο και στο κεφάλι ήταν πολύ πιθανό να επιφέρουν βαριές κακώσεις, πτώση στο έδαφος και εντεύθεν το θάνατο του θύματος, μετά σύντομη νοσηλεία του στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας.

Ειδικότερα ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι αυτός, χτυπώντας με τις γροθιές του με πρόθεση σωματικής βλάβης, με την υπέρτερη μυϊκή του δύναμη τον παθόντα, ο οποίος ήταν 54 ετών, μικρότερης σωματικής διάπλασης από αυτόν, θα προκαλούσε το θάνατό του, συνεπεία της σωματικής βλάβης που θα είχε υποστεί από τα χτυπήματα και από την πτώση στο οδόστρωμα της οδού, το οποίο όμως δεν προέβλεψε, μολονότι μπορούσε, λόγω της προαναφερόμενης έλλειψης της προσοχής (μη συνειδητή αμέλεια). Ο θάνατος του θύματος υπήρξε άμεση συνέπεια των κτυπημάτων του κατηγορουμένου εξαιτίας των οποίων το θύμα έχασε την ισορροπία του και κατέπεσε στο οδόστρωμα της οδού. Με άλλα λόγια η πτώση του θύματος στο οδόστρωμα και η πρόσκρουσή του σε αυτό υπήρξαν απόρροια του κινδύνου που ενυπήρχε στην προηγηθείσα σωματική βλάβη, ήτοι υπάρχει συνάφεια κινδύνου μεταξύ βασικού εγκλήματος και βαρύτερης συνέπειας (βλ. ΜΟΔΠειρ 54/1995 ΠοινΧρ ΜΕ΄, 1278).

Αξίζει στο σημείο αυτό να παρακολουθήσουμε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για το θέμα των σωματικών κακώσεων του παθόντος: Στην αρχική από 19.8.2008 και ώρα 01.20 ένορκη κατάθεσή του ως μάρτυρα στο AT Αρτας (έτσι εξετάστηκε αρχικά) κατέθεσε ότι το θύμα πήγε προς το μέρος του εξαγριωμένο και σήκωσε το χέρι του για να τον χτυπήσει. Τότε αυτός σήκωσε τα χέρια του για να προστατέψει το πρόσωπό του και ο άγνωστος γι’ αυτόν οδηγός έβγαλε ένα βρόγχο σαν να μην μπορούσε να αναπνεύσει και έπεσε προς τα πίσω ανάσκελα. Αυτά κατέθεσε μόνος του. Σε σχετικές ερωτήσεις όμως του προανακριτικού υπαλλήλου απάντησε ότι όταν του επιτέθηκε το θύμα για να τον χτυπήσει γύρισε μετά την άμυνα που έκανε σηκώνοντας τα χέρια και του έριξε μια μπουνιά στο μάγουλο κοντά στα χείλη. Τότε έπεσε κάτω και χτύπησε με το πίσω μέρος της κεφαλής στο έδαφος. Σε σχετική ερώτηση γιατί δεν κάλεσε την Αστυνομία, κατέθεσε ότι φοβήθηκε ότι θα συλληφθεί επειδή χτύπησε το θύμα.

Την ίδια ημέρα (19.8.2008) και περί ώρα 02.30 δηλ. μετά περίπου μία (1) ώρα από την αρχική ένορκη κατάθεσή του, απολογούμενος ως κατηγορούμενος πλέον κατέθεσε ότι το θύμα κινήθηκε απειλητικά προς τα πάνω του και σήκωσε το χέρι του για να του ρίξει μπουνιά. Τότε αυτός έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπό του για να προστατευθεί και αμέσως πάνω στην άμυνα που έκανε σήκωσε το χέρι και τον χτύπησε στο μάγουλο. Από το χτύπημά του αυτό το θύμα έπεσε ανάσκελα και κτύπησε με το κεφάλι στο οδόστρωμα. Στην απολογία του στην Ανακρίτρια Άρτας κατέθεσε ότι το θύμα ήλθε προς το μέρος του με σηκωμένο το χέρι και προσπάθησε να προστατευθεί σηκώνοντας το δικό του. Όπως κατέβαζε το χέρι κτύπησε το θύμα στην αριστερή πλευρά του προσώπου άθελά του και τραβήχτηκε προς τα πίσω. Τότε το θύμα κοντοστάθηκε για λίγο, το βλέμμα του χάθηκε, έκανε κάτι σαν βρόγχο και έπεσε ανάσκελα.

Στην Ανακρίτρια Ιωαννίνων κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε με τα κλειδιά του αυτοκινήτου στα χέρια του, το ίδιο κατέθεσε και στο πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ στο παρόν Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι το θύμα του επιτέθηκε με «πολλά κλειδιά» στα χέρια και προσπάθησε να τον χτυπήσει με τη γροθιά του και τα κλειδιά και ότι οι απλές κακώσεις στα χέρια του είναι από τα κλειδιά και ότι αυτός προς απόκρουση της επίθεσης χρειάστηκε να αμυνθεί χτυπώντας το θύμα μία φορά γύρω στο στόμα και του προκάλεσε ελαφρύ τραύμα δηλ. αιμάτωμα άνω χείλους και ότι στη συνέχεια το θύμα υπέστη υπογλυκαιμικό σοκ και έπεσε στην άσφαλτο με το πίσω μέρος της κεφαλής και με τα κλειδιά στο χέρι χωρίς να κάνει καμιά προσπάθεια να στηριχθεί στα χέρια του (βλ. και το σημείωμά του που προσκόμισε στο Δικαστήριο).

Υπάρχει μια σκηνή του δράματος την οποία δεν την είδε κανένας. Ο κατηγορούμενος εν τη τυφλώσει του σκέπτεται: Δεν με είδε κανένας. Αδύνατο να καταδικαστώ. Αλλά αυτή τη σκηνή εγώ τη γνωρίζω και θα την περιγράψω εδώ: Άκουσε κατηγορούμενε. Η φωνή του αίματος μου αφηγήθηκε το συμβάν: Εξαιτίας του γεγονότος ότι το θύμα με τη χρήση των φώτων και ηχητικών οργάνων σου έκανε σήμα για να σταματήσεις εκνευρίστηκες και όταν κατήλθε του αυτοκινήτου του και άρχισε να σου κάνει συστάσεις επιτέθηκες εναντίον του. Το θύμα υποχώρησε προς το μέσον της οδού, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής. Εκεί το έπληξες αρχικά στο πρόσωπο μπροστά και αριστερά (στη βλεννογόνο του άνω χείλους της στοματικής κοιλότητας αριστερά).

Στη συνέχεια το έπληξες με δεύτερο ισχυρό χτύπημα στο αριστερό μέρος της κεφαλής και του προκάλεσες κεφαλαιμάτωμα στην αριστερή βρεγματική χώρα και το γραμμοειδές κάταγμα στο αριστερό κροταφικό οστό. Τέλος το έπληξες και στο άνω βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού. Από τα χτυπήματα αυτά, ιδίως το δεύτερο, το θύμα έπεσε ανάσκελα στο έδαφος και προκλήθηκε σε αυτό νέο γραμμοειδές ινιακό κάταγμα και όλα όσα αναγράφονται στο υπ’ αριθ. πρωτ. …/17.9.2008 έγγραφο του Νοσοκομείου Άρτας και την ιατροδικαστική έκθεση. Εξαιτίας των τραυμάτων αυτών, ως μόνη ενεργός αιτία, επήλθε ο θάνατός του, όπως θα εκθέσω παρακάτω.

Αμέσως κατέφθασε στον τόπο του συμβάντος ο μάρτυρας Δ.Κ., οδηγώντας το αυτοκίνητό του στο οποίο επέβαινε και ο μάρτυρας Η.Κ., ο οποίος είδε το θύμα στην άσφαλτο κοντά στη διαχωριστική γραμμή και τον κατηγορούμενο να στέκεται πάνω του. Αμέσως σταμάτησε για να προσφέρει τις πρώτες βοήθειες και ρώτησε τον κατηγορούμενο τι ακριβώς συνέβη και αυτός (κατηγορούμενος) του απάντησε ότι ενώ οδηγούσε το ΙΧΦ αυτοκίνητό του και έβαινε σε ανώνυμη δημοτική οδό του …, όταν έφθασε στην ΕΟ Ιωαννίνων-Αγρίνιου, θέλοντας να κινηθεί προς Άρτα διασταυρώθηκε το αυτοκίνητό του με το όχημα που οδηγούσε το θύμα Η.Κ. με κίνδυνο να συγκρουσθούν τα οχήματα και ότι στη συνέχεια ο οδηγός του αυτοκινήτου σταμάτησε, ανάβοντας τα αλάρμ και κινήθηκε προς το μέρος του απειλητικά και ξαφνικά μόλις έφθασε απέναντί του, χωρίς ο ίδιος να τον ακουμπήσει έπεσε στο έδαφος και κτύπησε. Η αφήγηση αυτή παραξένεψε το μάρτυρα Δ.Κ., αφού ο κατηγορούμενος είχε γρατσουνιές στον καρπό του δεξιού χεριού με λίγο αίμα «σαν να είχε γίνει κάποια πάλη». Ο μάρτυρας Κ. προσέφερε τις πρώτες βοήθειες στο θύμα, που έβγαζε αίμα από τη μύτη, έκανε εμετό, έβγαζε αέρια κ.λπ. και μύριζε τσίπουρο. Ακόμη ρώτησε τον κατηγορούμενο αν κάλεσε την Αστυνομία και αυτός του απάντησε ότι κάλεσε το ΕΚΑΒ. Αυτά που είπε στο μάρτυρα Δ.Κ. ο κατηγορούμενος είναι παντελώς αντίθετα με αυτά που ισχυρίστηκε στη συνέχεια.

Μετά από λίγο κατέφθασε ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ που παρέλαβε το θύμα και το μετέφερε για νοσηλεία στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, όπου διαπιστώθηκαν τα τραύματα που έφερε. Να σημειωθεί ότι όταν έφθασε το ασθενοφόρο κάποιος από τους παρευρισκόμενους είπε ότι ο κατηγορούμενος είχε ζάχαρο. Αυτό το γεγονός προσπάθησε να εκμεταλλευθεί ο κατηγορούμενος, ο οποίος προσκόμισε στο Πρωτόδικο Δικαστήριο (αναγνώστηκε και στο παρόν Δικαστήριο) την από 9.11.2008 έκθεση ιατροδικαστικής γνωμοδότησης του συνταξιούχου ιατροδικαστή Δ.Μ., ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το θύμα είχε ιστορικό διαβήτη και σε συνδυασμό με την κατανάλωση αλκοόλ μετά από ήπια πλήξη (εκχύμωση στο στόμα), λόγω υπογλυκαιμικού επεισοδίου κατέπεσε στο έδαφος. Φυσικά ο ιατροδικαστής αυτός δεν κάνει καμιά μνεία στην έκθεσή του για τη γροθιά με την οποία έπληξε ο κατηγορούμενος το θύμα στην αριστερή βρεγματική χώρα, για το γραμμοειδές κάταγμα στην αριστερή κροταφική χώρα, τα οποία προαναφέρθηκαν και επιβεβαιώθηκαν από την έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του ιατροδικαστή που τη διενήργησε.

Άλλωστε αν το θύμα είχε υποστεί υπογλυκαιμικό επεισόδιο και είχε λιποθυμήσει θα έπεφτε κατακόρυφα, λυγίζοντας τα γόνατά του λόγω της απώλειας του μυϊκού τόνου και δεν θα έσπαζε το κεφάλι στην άσφαλτο, θα μου επιτραπεί η έκφραση, «σαν καρπούζι». Αυτό άλλωστε αναγράφεται και στην ιατροδικαστική εξέταση στην οποία γίνεται λόγος για «πολλαπλές αιμορραγικές θλάσεις στους βαθύτερους σχηματισμούς αμφοτέρων των ημισφαιρίων». Το συμπέρασμα του συνταξιούχου ιατροδικαστή είναι αυθαίρετο. Αλλωστε αν υποτεθεί ότι ο θανών είχε κάποια από τα πρόδρομα συμπτώματα που αναφέρονται στην έκθεση Μ., σίγουρα θα σταματούσε στην άκρη του δρόμου. Συνήθως τα άτομα με διαβήτη γνωρίζουν την υπογλυκαιμία και έχουν καραμέλες για να αντιμετωπίσουν τέτοια γεγονότα. Τέλος το ότι δεν υπήρξε υπογλυκαιμία προκύπτει άμεσα από τη σχετική εξέταση αίματος στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, γιατί το θύμα εισήχθη με σάκχαρο 2,70.

Το θύμα εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του παραπάνω Νοσοκομείου στις 18.8.2008 και τη δεύτερη ημέρα υποβλήθηκε σε αποσυεμπιεστική κρανιεκτομία άμφω. Μετά το χειρουργείο δεν παρουσίασε καμιά βελτίωση, παρέμεινε με εγκολεασμό («πνίξιμο») του στελέχους και στις 24.8.2008 και περί ώρα 21.45 κατέληξε εν μέσω κυκλοφορικής καταπληξίας. Να σημειωθεί ότι από τη σοβαρότητα και το μέγεθος των τραυμάτων παραξενεύτηκαν και οι ίδιοι οι γιατροί οι οποίοι ζήτησαν πληροφορίες από τους συγγενείς, οι οποίοι δεν γνώριζαν τι είχε συμβεί. Έτσι τους δήλωσαν ότι το θύμα είχε ιστορικό διαβήτη και είχε καταναλώσει το πρωί τσίπουρο. Η δήλωση αυτή των οικείων συμβαδίζει με την αρχική κατάθεση του μάρτυρα Δ.Κ., ο οποίος κατέθεσε ότι η αναπνοή του θύματος μύριζε τσίπουρο, την οποία αρχική κατάθεση προσπάθησε να ανασκευάσει στο παρόν Δικαστήριο. Τότε οι γιατροί είπαν στους συγγενείς ότι τα κτυπήματα στο κεφάλι του θύματος δεν μπορεί να είναι από απλή πτώση και ότι το κεφάλι του ήταν κτυπημένο σαν να έτρεχε με μηχανή με 200 χ/ω και έπεσε πάνω σε τσιμέντο.

Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι και αν ακόμη ο παθών έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, πολύ πιθανό ενόψει: α) της κατάθεσης της θυγατέρας του Ι.Κ. στην Ανακρίτρια Άρτας «ο πατέρας μου είχε ζάχαρο εδώ και χρόνια, έπαιρνε τα φάρμακά του κανονικά και δεν είχε συμβεί να λιποθυμήσει από το ζάχαρο», β) της μη προσκομιδής του βιβλιαρίου υγείας του θύματος, μολονότι ζητήθηκε από το Δικαστήριο, με διάφορες υπεκφυγές, γ) της κατάθεσης στο ακροατήριο του ιατροδικαστή Θ.Β., στον οποίο επιδείχθηκαν οι ιατρικές εξετάσεις αίματος και κατέθεσε ότι πρόκειται για άτομο που έχει σάκχαρο, η κατανάλωση τσίπουρου δεν τον επιβάρυνε πολύ ώστε να υποστεί υπογλυκαιμικό σοκ. Αυτό γιατί τα άτομα με διαβήτη επιλέγουν ποτά που προκαλούν τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση στο διαβήτη και τέτοια ποτά είναι, ως γνωστό, το λευκό κρασί, το τσίπουρο, το ουίσκι, η βότκα με νερό ή χυμό λεμόνι, ενώ αντίθετα η μπύρα και τα γλυκά κρασιά περιέχουν υδατάνθρακες που μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα σακχάρου του αίματος.

Να σημειωθεί ότι όταν οι συγγενείς του θύματος, πληροφορήθηκαν εκ των υστέρων, ότι είχε μεσολαβήσει ξυλοδαρμός του, το ανέφεραν στους γιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Άρτας, οι οποίοι ζήτησαν να διενεργηθεί νεκροψία-νεκροτομή.

Ο κατηγορούμενος μετά την αναχώρηση του ασθενοφόρου και των μαρτύρων Κ. και Π. αποχώρησε από τον τόπο που έλαβε χώρα το περιστατικό και πήγε στην οικία του. Εκεί έκρυψε το αυτοκίνητο που οδηγούσε, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες Κ. και Κ., γεγονός που άκουσαν από τους αστυνομικούς στο Αστυνομικό Κατάστημα («κουκούλωσε» το αυτοκίνητο» κατέθεσαν χαρακτηριστικά). Ατυχώς όμως γι’ αυτόν εντοπίστηκε από το φορητό τηλέφωνό του με το οποίο είχε τηλεφωνήσει στο ΕΚΑΒ. Για το λόγο αυτό κλήθηκε στο AT Άρτας όπου αρχικά αρνήθηκε ότι είναι αυτός ο δράστης (γι’ αυτό άλλωστε οι αστυνομικοί του έλαβαν ένορκη κατάθεση) και στη συνέχεια υπό την πίεση των αστυνομικών και αφού αναγνωρίστηκε από τους μάρτυρες Κ. και Κ. ομολόγησε ότι αυτός είχε εμπλοκή στο συμβάν και λήφθηκε απολογία του.

Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι στην πράξη του αναγκάστηκε να προβεί ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας, χωρίς να επιθυμεί το αποτέλεσμα το οποίο ήταν απολύτως τυχαίο και ότι του επιτέθηκε πρώτα ο θανών και ότι πρόθεσή του ήταν να αμυνθεί και όχι να προξενήσει σωματική βλάβη. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθεμένου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον του (22 παρ. 2 ΠΚ). Το κράτος δεν μπορεί, όσο τέλειο μηχανισμό καταναγκασμού και αν διαθέτει, να βρίσκεται παντού για να αποκρούει όλες τις προσβολές εναντίον των εννόμων αγαθών.

Για το λόγο αυτό παραχωρεί το σχετικό δικαίωμά του και σε όλα τα φυσικά πρόσωπα που υπόκεινται σε αυτό. Το δικαίωμα άμυνας λοιπόν (το οποίο ο Κικέρων έλεγε ότι είναι στον άνθρωπο έμφυτος νόμος που δόθηκε από τη φύση και ότι δεν μπορεί να λείπει από κανένα δίκαιο του κόσμου “Vim vi repellere omnes leges omniaque jura permittunt”) έχει παραχωρηθεί από την πολιτεία, συνεπώς το ποσοστό εξουσίας που εκχωρείται θα πρέπει να εναρμονίζεται με τις επιταγές της ΕΣΔΑ, η οποία στο άρθρο 2 παρ. 2 περ. α΄ περιορίζει την άμυνα σε περιπτώσεις που υπάρχει επίθεση με παράνομη βία εναντίον προσώπων.

Με βάση λοιπόν το άρθρο 22 ΠΚ και το άρθρο 2 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με αυξημένη ισχύ, η πράξη (ανθρωποκτονία, σωματική βλάβη κ.λπ.) θεωρείται δικαιολογημένη μόνον όταν είναι απολύτως αναγκαία για την υπεράσπιση προσώπου από πράξεις παράνομης βίας εναντίον του. Η άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, προϋποθέτει άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον κάποιου, η αμυντική δε πράξη δεν επιτρέπεται να βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία με την απειλούμενη με την επίθεση πράξη. Τέλος χωρίς την ύπαρξη των στοιχείων της νόμιμης άμυνας, δεν νοείται υπέρβαση των ορίων της τελευταίας από εκείνον, που ξεπέρασε από δόλο ή αμέλεια τα όρια της άμυνας (23 ΠΚ).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο παθών δεν πρόλαβε να πράξει οτιδήποτε γιατί ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε και με αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κεφάλι τον έριξε στο οδόστρωμα της οδού και από τα χτυπήματα αυτά και τον τραυματισμό από την πτώση ως μόνη ενεργός αιτία, επήλθε ο θάνατός του. Από το σημείο δε που βρέθηκε ο παθών προκύπτει το λογικό συμπέρασμα ότι το θύμα υποχώρησε και ο κατηγορούμενος το έπληξε περί το κέντρο του οδοστρώματος δίπλα στη διαχωριστική γραμμή. Εφόσον, επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε επίθεση από τον παθόντα και ότι εκείνος τον χτύπησε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του από την παρούσα και άδικη επίθεση εναντίον του, ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί άμυνας (22 ΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω και ο άλλος ισχυρισμός του, που κατά τη Νομολογία του ΑΠ δεν είναι αυτοτελής (πρβλ. ΑΠ 664/2015 στην ΝΟΜΟΣ), κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να τύχει διαφορετικής αντιμετώπισης απ’ ό,τι ένας «αυτοτελής ισχυρισμός», τουτέστιν ο ισχυρισμός περί μεταβολής της κατηγορίας από την πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης στην πράξη της απλής σωματικής βλάβης γιατί η σωματική βλάβη που αυτός προκάλεσε αποχωρίζεται από την πτώση στο έδαφος και δεν μπορούσε να προβλέψει το πρόβλημα υγείας του θύματος και την μέθη του και ότι με μια μικρή απόκρουση στο πρόσωπο ήταν δυνατό να πέσει στο έδαφος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, αυτός είχε πρόθεση τέλεσης απλής σωματικής βλάβης και επέδειξε αμέλεια ως προς τον επελθόντα θάνατο του θύματος, το οποίο δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο ότι υπέστη υπογλυκαιμικό επεισόδιο και ήταν μεθυσμένο.

Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η πρόταση του Εισαγγελέα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά και η άποψη του προέδρου ήταν ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να δικαστεί για σκοπούμενη θανατηφόρα σωματική βλάβη του άρθρου 311 εδ. β΄ ΠΚ, που τιμωρείται πολύ βαρύτερα, δηλ. με κάθειρξη 5-20 έτη. Ο Εισαγγελέας όμως δεν άσκησε έφεση, ούτε ζήτησε να ασκηθεί έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων και έτσι σήμερα το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει αν η πράξη του έχει χαρακτήρα της διακεκριμένης μορφής θανατηφόρας σωματικής βλάβης.

Προτείνω λοιπόν ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος θανατηφόρας σωματικής βλάβης (311 εδ. α΄ ΠΚ). Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε στον κατηγορούμενο και τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (84 παρ. 2α΄, ε΄ ΠΚ), ελαφρυντικά που δεν μπορεί να απορρίψει το παρόν Δικαστήριο γιατί θα καταστήσει τη θέση του κατηγορουμένου δυσμενέστερη.

Για αναγνώριση άλλων ελαφρυντικών δεν συντρέχει περίπτωση. Πράγματι για το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2γ΄ ΠΚ (ανάρμοστη συμπεριφορά) δεν προέκυψε οιαδήποτε ανάρμοστη συμπεριφορά του, ούτε και αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη σε βάρος του πράξη, ώστε να οδηγηθεί στην τέλεση της πράξης του (ΑΠ 721/2009 ΠοινΧρ Ξ΄, 278). Για το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ΄ ΠΚ δεν αποδείχθηκε ότι μεταμελήθηκε ειλικρινά επιδιώκοντας να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο δήλωσε ότι λυπάται για το θάνατο του παθόντος δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια. Πράγματι δεν στοιχειοθετείται η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας όταν ο δράστης περιορίζεται μόνο σε ρηματική μεταμέλεια κατά τη διεξαγωγή της δίκης, χωρίς να έχει υπάρξει κάποια άλλη ενέργειά του (π.χ. αυθόρμητη ομολογία της πράξης, εκδήλωση ενδιαφέροντος για την οικογένεια του θύματος), ούτε εξέθεσε περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι επιχείρησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (ΑΠ 1737/2010 ΠοινΧρ ΞΑ΄, 683, ΑΠ 1258/2002 ΠοινΔικ 2002, 1343). Ειλικρινή μετάνοια δεν συνιστά κατά τη Νομολογία ΑΠ ότι ο δράστης ζήτησε συγγνώμη (ΑΠ 1312/1993 ΠοινΧρ ΜΓ΄, 1135).

Τελειώνοντας έχω να πω και τα εξής: Ο δικανικός λόγος δεν είναι φιλολογικό κατασκεύασμα, αλλά θετικό ακρόαμα. Είναι κοινωνία και διάλογος με τα πράγματα. Λέγεται για να ακουστεί και όχι για να αναγνωσθεί. Είναι πράξη επίκαιρης πνευματικής ελευθεριότητας και έχει ως σκοπό την προσήλωση στη σκέψη και όχι την αισθητική τέρψη. «Λέγειν περί των ων οίσθα σαφώς και περί ων αναγκαίον ειπείν» (Ισοκράτης, Προς Δημόνικον 4/41). Οι ακροατές και τέτοιοι είναι οι δικαστές και οι ένορκοι πρέπει να συλλαμβάνουν τη σκέψη του ρήτορα και εν προκειμένω του εισαγγελέα «εν πτήσει», γιατί δεν έχουν δυνατότητα χρονικής στάθμευσης, για άνετη νοηματική παρακολούθηση κατά βούληση, καθώς έχει ο αναγνώστης γραπτού κειμένου. Γι’ αυτό, όπως και το ρέον ύδωρ του ποταμού, έτσι και στον προφορικό λόγο, η διαύγεια επιτρέπει την ασφαλή εκτίμηση του βάθους και την εν γένει κατόπτευση του βυθού.

Η διαφάνεια διευκολύνει την προφάνεια του δικανικού λόγου. Ωστόσο η ανάγνωση ως γραπτού κειμένου της αγόρευσης του εισαγγελέα έχει πολλά να προσφέρει στην έκδοση δίκαιης απόφασης, ιδίως κατά την διάσκεψη του Δικαστηρίου (βλ. Σ. Κανίνια, Ο σκοπός αγορεύσεως του Εισαγγελέως, ΠοινΧρ ΙΔ΄, 618). Σας παραδίδω λοιπόν κ. Πρόεδρε την αγόρευσή μου γραπτή, προκειμένου να τη συμβουλευθείτε, ενδεχομένως, κατά τη διάσκεψή σας, με την παράκληση να περιληφθεί αυτούσια, σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ, στην απόφαση που θα εκδώσετε».

Η απόφαση έχει ως εξής:

Από την εκτίμηση των ανωμοτί καταθέσεων των πολιτικώς εναγόντων, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων, η υπ’ αριθ. πρωτ. …/17.9.2008 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Άρτας, η υπ’ αριθ. πρωτ. …/9.9.2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας του Ιατροδικαστή Θ.Β. του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και η από 9.11.2008 έκθεση ιατροδικαστικής γνωμοδότησης του Ιατροδικαστή Δ.Μ., η οποία συνετάγη κατ’ αίτηση του κατηγορουμένου, την επισκόπηση των φωτογραφιών, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας τον παρόντος Δικαστηρίου, συγκροτούμενη υπό των τεσσάρων (4) ενόρκων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 18 Αυγούστου 2008 και περί ώρα 12.30-13.00 περίπου, ο κατηγορούμενος Α.Γ., κάτοικος … Άρτας, πτηνοτρόφος, ετών 27, έβαινε με το υπ’ αριθ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα του, σε ανώνυμη δημοτική οδό του …, με κατεύθυνση την Ε.Ο. Αντιρρίου-Ιωαννίνων. Στη συμβολή των οδών εισήλθε ανέλεγκτα στην Ε.Ο. Αντιρρίου-Ιωαννίνων με σκοπό να κατευθυνθεί προς Άρτα και απείλησε την πορεία του κανονικώς κινούμενου επί της Ε.Ο. ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Η.Κ., ετών 54, συνταξιούχου αστυνομικού, με επικείμενο κίνδυνο να συγκρουστούν τα δύο οχήματα, ο οποίος κίνδυνος απεφεύχθη χάριν επιτυχόντων ελιγμών του οδηγού Η.Κ. Ο τελευταίος τότε έκανε προς τον Α.Γ. εποπτικές κινήσεις διαμαρτυρίας και θυμού και του έκανε σήμα με τα φώτα και το ηχητικό όργανο του οχήματός του, να σταματήσει προφανώς για να του κάνει έντονες παρατηρήσεις για την προαναφερόμενη οδηγική συμπεριφορά του.

Όμως ο κατηγορούμενος τον προσπέρασε και κατευθύνονταν προς Άρτα. Θυμωμένος ο Η.Κ. που δεν σταμάτησε, τον προσπέρασε πάλιν και επισταμένως του ζητούσε να σταματήσει και πράγματι, μετά από διαδρομή 1.500 μέτρων, ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημά του εκτός του οδοστρώματος, ο δε Η.Κ. σταμάτησε επίσης το όχημά του σε απόσταση 15-20 μέτρων μπροστά από το σταματημένο όχημα του Α.Γ., επί του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς Άρτα, έχοντας καταλάβει περί το ήμισυ του ρεύματος πορείας αυτού. Εξοργισμένος κατέβηκε από το όχημά του και κατευθύνονταν προς τον Α.Γ., που είχε και αυτός εξέλθει του οχήματός του και τον ανέμενε. Ο Η.Κ. με επιθετικές διαθέσεις και με λεκτικές διαμαρτυρίες για τη μη συνετή οδήγηση του Α.Γ. και κραδαίνοντας τα κλειδιά του οχήματός του, που κρατούσε στα χέρια, πλησιάζοντας τον Α.Γ., έδειχνε διάθεση να τον χτυπήσει με τα χέρια του. Ο Α.Γ. τότε ύψωσε τα χέρια του για να προφυλάξει το πρόσωπό του, από την επερχόμενη επίθεση του Η.Κ. προς αυτόν και παράλληλα για να αποφύγει το χτύπημα στο πρόσωπό του, επέφερε γρόνθο στο πρόσωπο του Η.Κ. στην περιοχή των χειλέων του. Τότε ο Η.Κ. κλονίστηκε, απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε προς τα πίσω. Κατά την πτώση του επί της ασφάλτου, χτύπησε το πίσω και πλάγιο μέρος της κεφαλής του επί του οδοστρώματος.

Εκ της πτώσεώς του αυτής και του χτυπήματος της κεφαλής του επί του οδοστρώματος, απώλεσε τις αισθήσεις και παρουσίασε σπασμούς. Κατ’ εκείνη τη στιγμή, προσήλθε στο σημείο, άλλο αυτοκίνητο με οδηγό τον Δ.Κ. και συνοδηγό τον Η.Κ., οι οποίοι είδαν τον Η.Κ. επί του κέντρου του οδοστρώματος να κείτεται και να παρουσιάζει σπασμούς, τον δε Α.Γ. να βρίσκεται πλησίον αυτού και να τον παρατηρεί. Σε ερώτηση του Δ.Κ., αν ειδοποιήθηκε ασθενοφόρο, ο κατηγορούμενος του είπε ότι ήδη ειδοποίησε το ΕΚΑΒ να έλθει στο σημείο και ο Δ.Κ., προσέτρεξε στο σημείο όπου κείτονταν ο Η.Κ. και αφού ανασήκωσε την κεφαλή του, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του για να συνέλθει, ο δε Η.Κ. πήρε ένα τρίγωνο από το όχημά τους και το τοποθέτησε έμπροσθεν του σημείου, προς αποφυγή παρασύρσεώς τους από επερχόμενα οχήματα. Κατά το διάστημα που εδίδοντο οι πρώτες βοήθειες από τον Δ.Κ. στον Η.Κ., ο τελευταίος έκανε εμετό. Εντός ολίγου κατέφθασε και το ασθενοφόρο, το οποίο μετέφερε τον Η.Κ. στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, όπου μετά από οχτώ μέρες νοσηλείας και παρά τις προσπάθειες των ιατρών να τον θεραπεύσουν, κατέληξε.

Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ο κατηγορούμενος κατάφερε μόνο ένα χτύπημα διά των χειρών του στον Η.Κ., στο σημείο των χειλέων αυτού και το οποίο ήταν μικρής εντάσεως, τα δε έτερα πολλαπλά χτυπήματα που έφερε το θύμα προήλθαν από την πτώση του επί του οδοστρώματος λόγω απώλειας της ισορροπίας του. Το χτύπημα δε αυτό κατάφερε στο θύμα ο κατηγορούμενος αμυνόμενος, καθόσον το θύμα κατευθύνετο με απειλητικές διαθέσεις κατ’ αυτού και κραδαίνοντας κατ’ αυτού τα χέρια του και κρατώντας στο ένα εξ αυτών τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Βασίμως δε εξέλαβε ο κατηγορούμενος ότι θα χειροδικήσει κατ’ αυτού και μάλιστα θα τον χτυπήσει στην περιοχή του προσώπου του. Προκειμένου δε να αποφύγει την κατ’ αυτού επίθεση, που ήδη ήταν σε εξέλιξη, όταν απέκρουσε το κατ’ αυτού χτύπημα από τον Η.Κ., διά της προτάξεως των χειρών του, γι’ αυτό και φέρει οίδημα (γρατσουνιά) στο χέρι του, τότε μόνον τον έπληξε με γρόνθο στο πρόσωπό του, στην περιοχή των χειλέων του και εξ αυτού του πλήγματος, απώλεσε την ισορροπία του και κατέπεσε επί του οδοστρώματος, χτυπώντας στο οπίσθιο και πλάγιο μέρος της κεφαλής του, εκ των οποίων τραυμάτων και εξέπνευσε μετά από οχτώ (8) μέρες στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας.

Συνεπώς, θα πρέπει, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 του ΠΚ, να κριθεί η πράξη του ατιμώρητος και να κηρυχθεί αθώος, ως ευρισκόμενος σε άμυνα, κατά παραδοχή του οικείου αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου.

Τρία όμως μέλη του Δικαστηρίου, ήτοι ο Πρόεδρος Εφετών Ι. Παπαϊωαννίδης και οι Εφέτες, Β. Γκόγκας και Χ. Αντωνίου, είχαν τη γνώμη ότι θα έπρεπε ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης από αμέλεια, καθόσον κατά την κρίση τους, από τα ίδια, ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Την 18η Αυγούστου 2008 και περί ώρα 12.30-13.00 περίπου, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το υπ’ αριθ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο (τύπου αγροτικό), επί δευτερεύουσας ανωνύμου αγροτικής οδού του …, με κατεύθυνση προς τη συμβολή της με την Εθνική Οδό Αντιρρίου-Ιωαννίνων, προκειμένου να μεταβεί προς την οικία του. Όταν πλησίασε στη συμβολή των οδών αυτών, αντί να σταματήσει και να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων επί της Εθνικής Οδού και ακολούθως αν ήταν ελεύθερη η οδός, ανέλεγκτα και χωρίς να ανακόψει, εισήλθε στην Εθνική Οδό, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την πορεία του κανονικά κινούμενου επί της Εθνικής Οδού ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Η.Κ., ετών 54, συνταξιούχου αστυνομικού, με κίνδυνο να συγκρουστούν τα δύο οχήματα. Η σύγκρουση αποφεύχθηκε λόγω επιτυχών ελιγμών του Η.Κ. Εξαιτίας της αδοκίμου οδηγικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ο Η.Κ., ακολούθησε το προπορευόμενο όχημα και με τη χρήση φώτων και ηχητικών οργάνων έκανε σήματα στον κατηγορούμενο να σταματήσει, προφανώς οργισμένος εξαιτίας της ως άνω οδηγικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου.

Στην αρχή δεν σταματούσε ο κατηγορούμενος, όμως προσπέρασε αυτόν ο Η.Κ. και με χειρονομίες του έκανε νοήματα να σταματήσει. Μετά από διαδρομή 1.5 χιλιομέτρων, τελικώς σταμάτησε το όχημά του ο κατηγορούμενος στο έρεισμα της οδού (εκτός του οδοστρώματος δεξιά) και μετά από 15-20 μέτρα σταμάτησε το όχημά του ο Η.Κ. επιπόλαιο στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας προς Άρτα, καταλαμβάνοντας μέρος του οδοστρώματος. Εξήλθε του οχήματός του ο Η.Κ. και θυμωμένος και με έντονο ύφος κατευθύνθηκε προς τον κατηγορούμενο, ο οποίος στο μεταξύ εξήλθε και αυτός του οχήματός του και τον ανέμενε.

Οι κινήσεις αυτές του Η.Κ. και το οργίλο ύφος του, ήταν για να διαμαρτυρηθεί έντονα προς τον κατηγορούμενο για την ως άνω οδηγική συμπεριφορά του, που τον έθεσε σε κίνδυνο. Όταν πλησίασε τον κατηγορούμενο και τον παρατηρούσε εντόνως και με εποπτικές κινήσεις των χειρών του, πιθανόν και να τον επιτιμούσε λεκτικά, ο κατηγορούμενος, αντί να αποδεχθεί την παράνομη οδηγική συμπεριφορά του και να ζητήσει συγνώμη, εξοργίστηκε και όντας νεώτερος και εύρωστος, επιτέθηκε εναντίον του Η.Κ., τον έπληξε με γρόνθο στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στην περιοχή της στοματικής κοιλότητας, αριστερά και να του προκάλεσε αιμάτωμα και ακολούθως με το γύρισμα της κεφαλής αυτού δεξιά, λόγω του χτυπήματος αριστερά, τον έπληξε για δεύτερη φορά με ισχυρό χτύπημα διά γρόνθου στην κεφαλή, προκαλώντας κεφαλαιμάτωμα στην αριστερή βρεγματική χώρα και γραμμοειδές κάταγμα, που εξικνείται από το αριστερό κροταφικό οστό και φθάνει μέχρι το μέσο του κρανιακού βόθρου αριστερά.

Ακολούθως και συνέχεια τον έπληξε με γρόνθο και σημείο του άνω βλεφάρου δεξιού οφθαλμού. Εξαιτίας των συνεχόμενων αυτών πλήξεων, ο Η.Κ., οπισθοχώρησε προς το κέντρο της οδού, λόγω της οστικής δύναμης των πληγμάτων και κατέπεσε επί του οδοστρώματος με το οπίσθιο μέρος του σώματός του, με αποτέλεσμα να χτυπήσει στο πίσω μέρος της κεφαλής του επί του οδοστρώματος και της ισχυρής αυτής πρόσκρουσης στην άσφαλτο να προκληθεί και άλλο γραμμοειδές κάταγμα, εξικνούμενο από το ινιακό οστό και εκτεινόμενο στο μέσο κρανιακό βόθρο (δεξιό λιθοειδές οστό).

Αποτέλεσμα των κακώσεων που προκάλεσαν τα κατάγματα ήταν να δημιουργηθούν τα «αιμορραγικά στοιχεία εγκεφαλικού παρεγχύματος αριστερά, υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά, υπαραχνοειδής αιμορραγία άμφω, ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεις εγκεφάλου», που αναφέρονται στην υπ’ αριθ. πρωτ. …/17.9.2008 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Άρτας. Όταν κατέπεσε επί του οδοστρώματος ο Η.Κ., μη έχοντας τις αισθήσεις του λόγω των χτυπημάτων που του κατάφερε ο κατηγορούμενος, αλλά και της πρόσκρουσης της κεφαλής του επί της ασφάλτου και άρχισε να εμφανίζει σπασμούς, τότε συνειδητοποίησε ο κατηγορούμενος τι έπραξε και κάλεσε το ΕΚΑΒ για να μεταφερθεί το θύμα του στο Νοσοκομείο και ανέμενε το ασθενοφόρο.

Τότε εμφανίσθηκε στο σημείο ένα διερχόμενο αυτοκίνητο με οδηγό τον Δ.Κ. και συνοδηγό τον Η.Κ., οι οποίοι σταμάτησαν προ του σημείου όπου κείτονταν ο Η.Κ., προκειμένου να προσφέρουν βοήθεια. Τοποθέτησαν τρίγωνο προ του σημείου, για την αποφυγή παρασύρσεως του Η.Κ. από διερχόμενα οχήματα, ο Δ.Κ. ανασήκωσε την κεφαλή του Η.Κ. και του έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο για να συνέλθει, αλλά ματαίως, αντίθετα το θύμα έκανε εμέτους λόγω του σοβαρού τραυματισμού του και όταν ρώτησε τον κατηγορούμενο τι έγινε, αυτός του είπε ότι δεν τον ακούμπησε και ότι έπεσε μόνος του στην άσφαλτο, όταν διαπληκτίζονταν λεκτικά. Ακολούθως μετ’ ολίγου κατέφθασε το ασθενοφόρο και μεταφέρθηκε το θύμα στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, όπου παρά τις επίπονες προσπάθειες των ιατρών, επί οχταήμερο, να διατηρηθεί στη ζωή, κατέληξε.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το αποτέλεσμα του θανάτου του Η.Κ. οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην πράξη του κατηγορουμένου και στην πρόθεσή του να προκαλέσει σωματικές βλάβες στο θύμα. Η θέση αυτή ενισχύεται τόσο από την ποιότητα και την ισχύ των τραυμάτων που προκάλεσε ο κατηγορούμενος, όσο και από την ιατρική βεβαίωση του Γ.Ν. Άρτας, όπου περιγράφονται τα σημεία που επλήγησαν και οι συνέπειες των πληγμάτων αυτών στον παθόντα, καθώς και από την έκθεση νεκροψίας του Ιατροδικαστή Θ.Β. και την ένορκη κατάθεση αυτού στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου ομιλεί για δύο αυτόνομα και διαφορετικά μεταξύ τους κατάγματα στο χώρο της κεφαλής, που το μεν ένα δημιουργήθηκε από το πλήγμα του κατηγορουμένου και το έτερο εκ της πτώσεώς του στο οδόστρωμα.

Συνεπώς κατά την κρίση της μειοψηφίας, ο κατηγορούμενος ενήργησε ως ανωτέρω εξετέθη, με πρόθεση να προκαλέσει σωματικές βλάβες στο θύμα, γνωρίζοντας ότι ο τρόπος που ενήργησε, ήτοι τα γρονθοκοπήματα στο κεφάλι, στο πλέον ευαίσθητο σημείο του ανθρωπίνου σώματος, μπορούσαν να επιφέρουν βαρύ τραυματισμό και την πτώση του θύματος στο οδόστρωμα και τον εντεύθεν περαιτέρω τραυματισμό του. Ο θάνατος του θύματος επήλθε από αμέλεια του κατηγορουμένου, καθόσον αυτός δεν προείδε το αποτέλεσμα αυτό εξαιτίας της έλλειψης της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής του μέσου συνετού ανθρώπου, την οποία είχε ο κατηγορούμενος, ενώ έπρεπε να προβλέψει ότι τα αλλεπάλληλα ισχυρά χτυπήματα στο πρόσωπο και στο κεφάλι ήταν πολύ πιθανό να επιφέρουν βαριές κακώσεις, πτώση στο οδόστρωμα και εντεύθεν το θάνατο του θύματος.

Κατ’ ακολουθίαν υπάρχει άμεση συνάφεια κινδύνου μεταξύ βασικού εγκλήματος και βαρύτερης συνέπειας. Διατείνεται ο κατηγορούμενος, ότι το θύμα δεν χτυπήθηκε από αυτόν, αλλά κατά τη χρονική στιγμή που επετίθετο κατ’ αυτού κραδαίνοντας κλειδιά αυτοκινήτου εναντίον του, αυτό κάλυψε το πρόσωπό του με τα χέρια του για να προστατέψει το πρόσωπό του και κατά την κίνησή του αυτή, όταν κατέβαζε τα χέρια του, τον χτύπησε ηπίως στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στη στοματική κοιλότητα και ότι τότε αιφνίδια το θύμα κατέρρευσε και έκανε κάτι σαν βρόγχο και κατέπεσε επί του οδοστρώματος.

Ο ισχυρισμός του αυτός τυγχάνει αβάσιμος και μη πιστευτός, καθόσον αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν ακούμπησε καθόλου το θύμα, αλλά λόγω της εντάσεως που δημιουργήθηκε και της παθήσεως του θύματος εκ σακχαρώδους διαβήτη, το θύμα κατέρρευσε και έπεσε στην άσφαλτο και έτσι μόνον τραυματίστηκε, μετέπειτα, όμως, ανασκεύασε και είπε ότι χτυπήθηκε το θύμα απ’ αυτόν και μάλιστα χωρίς να το θέλει, όταν κατέβαζε τα χέρια του. Όμως ο ιατροδικαστής Θ.Β., ομιλεί περί δύο ανεξαρτήτων καταγμάτων, που το ένα έγινε εκ της πτώσεως στο οδόστρωμα και το άλλο από πλήξη.

Περαιτέρω, διατείνεται ο κατηγορούμενος ότι στην πράξη του αναγκάστηκε να προβεί ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας, χωρίς να επιθυμεί το αποτέλεσμα, τα οποίο ήταν απολύτως τυχαίο και ότι του επιτέθηκε πρώτα ο θανών και ότι πρόθεσή του ήταν να αμυνθεί και όχι να προξενήσει σωματική βλάβη. Επί του ισχυρισμού αυτού του κατηγορουμένου, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα. Κατά το άρθρο 22 παρ. 2 ΠΚ, άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθεμένου, στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπιστεί τον εαυτό ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον του.

Κατά το άρθρο αυτό, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, η πράξη (ανθρωποκτονία, σωματική βλάβη κ.λπ.), θεωρείται δικαιολογημένη, μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαία για την υπεράσπιση προσώπου από πράξεις παράνομης βίας εναντίον του. Η άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα τα πράξης, προϋποθέτει άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον κάποιου, η αμυντική δε πράξη δεν επιτρέπεται να βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία με την απειλούμενη με την επίθεση πράξη. Τέλος, χωρίς την ύπαρξη των στοιχείων της νόμιμης άμυνας, δεν νοείται υπέρβαση των ορίων της τελευταίας από εκείνον, που ξεπέρασε από δόλο ή αμέλεια τα όρια της άμυνας (άρθρο 23 ΠΚ).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως αποδείχθηκε και προεξετέθη, ο παθών δεν πρόλαβε να πράξει οτιδήποτε εναντίον του κατηγορουμένου, ει μη μόνον λεκτικές κατ’ αυτού παρατηρήσεις και κρίσεις και ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε και με αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κεφάλι και στο πρόσωπο, τον έριξε στο οδόστρωμα και από τα χτυπήματα αυτά και τον τραυματισμό εκ της πτώσης, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του.

Συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει ο ανωτέρω ισχυρισμός του κατηγορουμένου και ο επικουρικός συναφής του περί υπερβάσεως των ορίων της άμυνας, αφού δεν υπήρξε άμεση επίθεση του θύματος κατ’ αυτού, παρά μόνο εποπτικές κινήσεις διαμαρτυρίας του θύματος και λεκτικές διατυπώσεις και κρίσεις του, ως προς τον τρόπο της οδηγικής του συμπεριφοράς. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να κριθεί ο κατηγορούμενος ένοχος για την πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως και πρωτοβαθμίως κρίθηκε ένοχος.