Κάθετη ιδιοκτησία

Περίληψη

Κάθετη ιδιοκτησία. Κάθε συνιδιοκτήτης έχει δικαίωμα να ανεγείρει οικοδομή στο καθορισμένο γι` αυτόν τμήμα του κοινού οικοπέδου, καλύπτοντας τόση επιφάνεια, όση αναλογεί στο συμβατικώς καθορισμένο ποσοστό συγκυριότητάς του στο ενιαίο οικόπεδο και δίχως να υπερβεί το συντελεστή δόμησης που αναλογεί σε αυτό. Σε περίπτωση υπέρβασης του συντελεστή δόμησης από συγκύριο, γεννάται αδικοπρακτική ευθύνη του προς αποζημίωση των υπολοίπων, ακόμα και εάν οικοδόμησε δυνάμει νόμιμης πολεοδομικής άδειας. Πενταετής παραγραφή αξιώσεων από αδικοπραξία. Αρχίζει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Εικοσαετής παραγραφή από την πράξη, ανεξάρτητα αν ο παθών έμαθε ή όχι τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε ένσταση παραγραφής με την αιτιολογία ότι η διατήρηση του κτίσματος συνιδιοκτήτη, που υπερέβαινε τον αναλογούντα σε αυτόν συντελεστή δόμησης δημιουργούσε στους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες συνεχή ζημία που εμπόδιζε την παραγραφή των αξιώσεών τους από αδικοπραξία. Αναιρεί την υπ` αριθ. 64/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

 

Αριθμός Απόφασης 1593/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ……… χας ……….., 2) ……… συζ. ………., 3) ………… του …… και 4) ………. του ……….., κατοίκων …….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ……….. του ……. και 2) ………., κατοίκων ……., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Δικηγόρο τους Μαρία Παπαβασιλείου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 391/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-05-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-05-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθ. 64/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων – εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ` αριθ. 391/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου που εκδόθηκε κατά την Ειδική Διαδικασία των άρθρων 647 επ. του ΚΠολΔ (όπως ίσχυε τότε πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρ. 1 του Ν. 4335/ 2015), η οποία αφού έκανε δεκτή την υποβληθείσα από μέρους των εναγομένων ένσταση παραγραφής των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων (κατά το άρθρο 937 ΑΚ) απέρριψε την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ως κατ` ουσίαν αβάσιμη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, 1 παρ. 1 και 3 του ΝΔ 1024/1971, 1002 και 1117 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, δηλαδή χωριστής ιδιοκτησίας σε περισσότερα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί ή πρόκειται να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο, αλλά σε ορισμένο ξεχωριστό για κάθε συνιδιοκτήτη τμήμα, ο κύριος κάθε χωριστής οικοδομής θεωρείται έναντι μεν της πολιτείας συγκύριος του όλου οικοπέδου, έναντι δε του συνιδιοκτήτη του οικοπέδου και αποκλειστικού κυρίου χωριστής οικοδομής, αυτοτελής κύριος. Κάθε συνιδιοκτήτης του ενιαίου οικοπέδου έχει δικαίωμα να προβεί σε ανέγερση οικοδομής στο καθορισμένο γι` αυτόν τμήμα του κοινού οικοπέδου, δικαιούται δε να καλύψει, με την ανέγερση της οικοδομής, τόση επιφάνεια, όση αναλογεί στο συμβατικώς καθορισμένο ποσοστό συγκυριότητάς του στο ενιαίο οικόπεδο, αφήνοντας δηλαδή ακάλυπτο το ποσοστό εκείνο το οποίο, σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, είναι υποχρεωμένος να αφήσει, ανάλογα με το εμβαδόν και τις διαστάσεις της δικής του ιδιοκτησίας, και μη υπερβαίνοντας το συντελεστή δόμησης που αναλογεί, επίσης κατά τις σχετικές πολεοδομικές διατάξεις, στην ιδιοκτησία του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ, εκείνος ο οποίος θα ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα και περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος και το διαφυγόν κέρδος. Η ζημία είναι παράνομη όταν η παράβαση της διατάξεως του νόμου επιφέρει προσβολή σε δικαίωμα του προσώπου ή συμφέρον του που προστατεύεται από τη διάταξη που παραβιάστηκε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1000 του ΑΚ, ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαίωμα τρίτου να το διαθέτει κατά την αρέσκειά του και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ` αυτό. Δικαιούται, επομένως, ο κύριος του πράγματος να το εκμεταλλεύεται και να ωφελείται από όλες τις χρησιμότητες, που αυτό μπορεί να του παράσχει. Τέτοια χρησιμότητα οικοπέδου είναι και η ανοικοδόμησή του, η αποστέρηση δε του κυρίου από τη νομική δυνατότητα ανοικοδόμησής του, χωρίς τη θέλησή του, από τρίτον, συνιστά προσβολή της κυριότητάς του επί του οικοπέδου, είναι επομένως παράνομη και προκαλεί περιουσιακή ζημία, μειώνει δηλαδή την περιουσία του, αν δε είναι και υπαίτια δημιουργεί ευθύνη του τρίτου, από τις πιο πάνω διατάξεις, να αποζημιώσει τον κύριο. Τέτοια ευθύνη αποζημιώσεως από αδικοπραξία υπάρχει και όταν η αποστέρηση της νομικής δυνατότητας ανοικοδομήσεως προέρχεται από παραβίαση από συγκύριο πολεοδομικών διατάξεων, στην περίπτωση που αυτός ανοικοδομήσει στο δικό του οικοπεδικό τμήμα, έστω και με νομίμως εκδοθείσα άδεια, ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο που αναλογεί στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό αυτού επί του όλου οικοπέδου (ΑΠ 26/2006). Εξ άλλου, από τα άρθρα 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα, όπως στην περίπτωση της ένδικης αγωγής, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός (πράξη ή παράλειψη), γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (Ολ. ΑΠ 24/2003, ΑΠ 292/2016, ΑΠ 1604/2014). Περαιτέρω, επί αδικοπραξίας, όπως προβλέπεται από το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. β` ΑΚ, “σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη, ανεξάρτητα αν ο παθών έμαθε ή όχι τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση”. Η παραγραφή αυτή, έχει ως αφετηρία τον χρόνο της τέλεσης της πράξης που προκάλεσε την ζημία. Ως χρόνος τέλεσης της πράξης από τον οποίο αρχίζει να τρέχει η εικοσαετής αυτή παραγραφή, νοείται η παράνομη συμπεριφορά καθ` εαυτή του υπαιτίου (θετική ενέργεια, ή παράλειψη) και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο, πέρα από την εκδήλωση της συμπεριφοράς καθ` εαυτή, εκδηλώνεται και το αποτέλεσμα, δηλαδή η επέλευση της ζημίας. Η παραγραφή αυτή μπορεί να αρχίσει, κατ` απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, ακόμα και πριν από την εμφάνιση της ζημίας, η οποία, ενδέχεται, να επέλθει μετά την τέλεση της αδικοπραξίας.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το Νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το Δικαστήριο της ουσίας παρά το Νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το Νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Στην προκειμένη περίπτωση με τον κύριο λόγο της κρινόμενης από 30-05-2017 αίτησης αναίρεσης, οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, παρά το Νόμο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προβληθέντα με τις προτάσεις τους ενώπιόν του ισχυρισμό τους περί απαραδέκτου της ασκηθείσας κατ` αυτών έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναρεσιβλήτων και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ως άνω έφεση των εναγόντων, ενόψει του ότι αυτή δεν περιείχε ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο έφεσης, λαμβανομένου υπόψη, όπως διατείνονται, ο μοναδικός λόγος της, με τον οποίο παραπονέθηκαν οι ενάγοντες για την κατ` ουσίαν παραδοχή της στηριζόμενης στο άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ ένστασης παραγραφής, των αγωγικών αξιώσεών τους, λόγω παρόδου πενταετίας από το έτος 2005, οπότε, οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της ζημίας και των προς αποζημίωση υποχρέων ήταν απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον δεν πλήττεται με σχετικό λόγο της έφεσης και η επάλληλη αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης περί αποσβέσεως των ένδικων αξιώσεων των εναγόντων, λόγω συμπληρώσεως σε κάθε περίπτωση και της προβλεπόμενης από το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. β` ΑΚ εικοσαετούς παραγραφής, λόγω παρόδου εικοσαετίας από την τέλεση ης πράξης που προκάλεσε τη ζημία και συνεπώς ο παραπάνω λόγος της έφεσης είναι απαράδεκτος, όπως και η έφεση, της οποίας αποτελεί το μοναδικό λόγο.

Αναφορικά με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αγωγής, πρωτόδικης απόφασης και έφεσης), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, από 30-11-2011 ένδικη αγωγή, οι ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν ότι αυτοί και οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες είναι συγκύριοι ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην πόλη της …, επί του οποίου έχει συσταθεί νομίμως κάθετη ιδιοκτησία (με την υπ` αριθ. ……/1976 συμβολαιογραφική πράξη “ανταλλαγής ακινήτων και συστάσεως και κανονισμού κατακορύφου ιδιοκτησίας” του τότε συμβολαιογράφου ….., που έχει μεταγραφεί νομίμως), ότι οι ίδιοι είναι συγκύριοι της με στοιχεία Α2 κάθετης διαιρετής ιδιοκτησίας που έχει συσταθεί επί του εν λόγω οικοπέδου και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας επ` αυτού 65,79% εξ αδιαιρέτου, ενώ οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι της με στοιχεία Α1 κάθετης διαιρετής ιδιοκτησίας που έχει συσταθεί επί του ίδιου οικοπέδου και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας επ` αυτού 34,21% εξ αδιαιρέτου, ότι οι εναγόμενοι, αφού εκδόθηκε με ενέργειές τους η υπ` αριθ. ……/1976 οικοδομική άδεια, αφενός μεν προέβησαν σε ανοικοδόμηση κτίσματος που υπερκαλύπτει το νόμιμο ποσοστό καλύψεως της ιδιοκτησίας τους, ήτοι σε ανέγερση οικοδομής αποτελούμενης από ισόγειο και α` όροφο, που κάλυπτε επιφάνεια του οικοπέδου εμβαδού 81,83 τ.μ., ήτοι μεγαλύτερη κατά 24,55 τ.μ. από αυτήν που επιτρέπεται για την κάθετη ιδιοκτησία τους (57,28 τ.μ.) με βάση τους ισχύοντες όρους δόμησης για την περιοχή που βρίσκεται το εν λόγω οικόπεδο, αφετέρου δε προέβησαν, το έτος 1989, παρανόμως και αυθαιρέτως και κατά παράβαση της ως άνω υπ` αριθ. …../1976 οικοδομικής άδειας που είχαν εκδώσει, σε ανέγερση-προσθήκη διαμερίσματος εμβαδού 33,75 τ.μ. ύπερθεν του α` ορόφου της οικοδομής τους και κάλυψη και του χώρου του κλιμακοστασίου, εμβαδού 12,04 τ.μ., ήτοι σε ανέγερση-προσθήκη β` ορόφου συνολικού εμβαδού 45,79 τ.μ., ότι με τις παραπάνω ενέργειές τους υπερέβησαν υπαιτίως και παρά το Νόμο το ποσοστό κάλυψης και δόμησης που αναλογούσε στο ποσοστό συγκυριότητάς τους, με αποτέλεσμα να προξενήσουν περιουσιακή ζημία στους ενάγοντες, η οποία έγκειται στο ότι τους στερούν την δυνατότητα να κατασκευάσουν την δική τους αυτοτελή οικοδομή κατά το ποσοστό κάλυψης και δόμησης που δικαιούνται και τους υποχρεώνει να την κατασκευάσουν κατά τρόπον ώστε α) να καλύπτει επιφάνεια κατά 24,55 τ.μ. μικρότερη σε σχέση με αυτήν που δικαιούνται και β) να προβούν σε δόμηση επιφάνειας κατά 45,79 τ.μ. μικρότερης σε σχέση με αυτήν που δικαιούνται με βάση το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους, τις οποίες επιφάνειες διαφορετικά θα μπορούσαν να οικοδομήσουν κατά τους ισχύοντες πολεοδομικούς όρους και, τέλος, ότι η παραπάνω ζημία που υπέστησαν, αποτιμώμενη χρηματικώς, υπολογιζόμενη με βάση την αξία του διαμερίσματος ή του ορόφου ή μέρους αυτών που στερήθηκαν την δυνατότητα να οικοδομήσουν και αφού αφαιρεθεί το κόστος κατασκευής και η αξία του οικοπέδου που αντιστοιχεί σε αυτά, ανέρχεται σε 600,00 ευρώ ανά τ.μ. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να επαναφέρουν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, ήτοι να προβούν στην κατεδάφιση, κατά το μέτρο της υπέρβασης, των παρανόμων και αυθαιρέτων κτισμάτων τα οποία ανήγειραν καθ` υπέρβαση του ποσοστού καλύψεως και δομήσεως που τους αντιστοιχούσε σύμφωνα με τα παραπάνω, και δη στην κατεδάφιση του ορόφου που ανήγειραν ύπερθεν του α` ορόφου της οικοδομής τους και των 24,55 τ.μ. κατά τα οποία έχουν υπερκαλύψει με την υπόλοιπη οικοδομή το ποσοστό καλύψεως που δικαιούνταν. Επικουρικώς δε, στην περίπτωση που η κατεδάφιση των ανωτέρω κτισμάτων κριθεί ανέφικτη, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της παραπάνω ζημίας τους, κατ` ισομοιρία σε έκαστο εξ αυτών, το συνολικό ποσό των (27.474,00 + 14.730,00) = 42.204,00 ευρώ. Από την πρωτόδικη υπ` αριθ. 391/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου προκύπτει ότι οι εναγόμενοι στην ως άνω αγωγή και ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου ένσταση περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων ισχυριζόμενοι α) ότι από το έτος 1989, κατά το οποίο οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της ζημίας που επικαλούνται ότι υπέστησαν από τις παραπάνω αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις (ανέγερση οικοδομής και β` ορόφου αυτής, κατά τρόπον ώστε να υπερκαλύπτεται η επιφάνεια που αντιστοιχεί στο νόμιμο ποσοστό καλύψεως της ιδιοκτησίας τους και η μέγιστη δυνατή επιφάνεια δομήσεως με βάση τους ισχύοντες όρους δόμησης για την περιοχή που βρίσκεται το κοινό οικόπεδο) και ότι οι εναγόμενοι ήταν αυτοί που είχαν προβεί σε αυτές, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και β) σε κάθε περίπτωση (ανεξαρτήτως δηλ. του χρόνου κατά τον οποίο οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της ζημίας και των προς αποζημίωση υποχρέων) από την ανέγερση της οικοδομής και του β` ορόφου αυτής το έτος 1989, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και ως εκ τούτου οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων περί αποζημιώσεως (κύρια και επικουρική), ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι είναι νόμιμες και βάσιμες, έχουν υποπέσει τόσο στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, όσο και στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. β` ΑΚ, καθόσον αφορά στη βάση της αγωγής από αδικοπραξία, καθώς και στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ., καθόσον αφορά στη βάση τα αγωγής από σύμβαση. Το δικάσαν την αγωγή Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου εξέδωσε την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 391/2013 απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή των προβληθεισών ενστάσεων πενταετούς αλλά και εικοσαετούς παραγραφής που προβλέπονται στο άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α` και β`, αντίστοιχα, καθόσον αφορά στη βάση της αγωγής από αδικοπραξία, και γενικής εικοσαετούς παραγραφής, κατ` άρθρο 249 ΑΚ, καθόσον αφορά στη βάση της αγωγής που θεμελιώνεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη των εναγομένων (όπως αυτή προκύπτει με βάση την παραπάνω αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη ανταλλαγής ακινήτων και συστάσεως – κανονισμού κατακορύφου ιδιοκτησίας). Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο, αναφορικά με την ως άνω ένσταση, δέχτηκε ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες ανέγερσης – προσθήκης β` ορόφου ολοκληρώθηκαν το έτος 1989, οι δε ενάγοντες έλαβαν γνώση της ζημίας τους και των προς αποζημίωση υποχρέων το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους “όπου επικαλούνται μία ιδιωτική γνωμοδότηση ενός πολιτικού μηχανικού που προσέλαβαν με ημερομηνία 12-09-2005, με βάση την οποία οι ενάγοντες διαπίστωσαν την “υπερδόμηση” και την “υπερκάλυψη” των εναγομένων και άρα την ζημία που υπέστησαν”, άσκησαν δε το πρώτον σχετική αγωγή εναντίον των εναγομένων (από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν για να ασκήσουν την κρινόμενη αγωγή, η οποία αποτελεί επανάσκηση της προηγούμενης), με αντικείμενο τις ίδιες με την κρινόμενη αγωγή αξιώσεις τους μόλις την 31-12- 2010 (η αγωγή αυτή επιδόθηκε στους εναγομένους την 31-12-2010, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς 11170, 11171, 11172 και 11173/31-12-2010 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Λασιθίου ……… που προσκομίζουν οι ενάγοντες), η δε κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 05-01-2012.

Κατά της ως άνω αποφάσεως οι ενάγοντες άσκησαν την από 16-07-2013 έφεση, από την επισκόπηση του δικογράφου της οποίας προκύπτει ότι οι εν λόγω εκκαλούντες, αφού ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι η εκκαλούμενη υπ` αριθ. 391/2013 απόφαση α) “όλως εσφαλμένως δέχτηκε ότι “οι ένδικες αξιώσεις μας περί αποζημιώσεως (κύρια και επικουρική) έχουν υποπέσει τόσο στην 5ετή όσο και στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, καθόσον οι παραπάνω αξιώσεις έχουν ως βάση τους την επικαλούμενη αδικοπραξία των εναγομένων σε βάρος μας, καθόσον δε θεμελιώνονται στη συμβατική ευθύνη των εναγομένων (όπως αυτή προκύπτει με βάση την παραπάνω αναφερόμενη πράξη ανταλλαγής ακινήτων και συστάσεως κανονισμού κατακορύφου ιδιοκτησίας) έχουν υποπέσει στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ” και απέρριψε την αγωγή μας ως αβάσιμη, καταδικάζοντάς μας και στη δικαστική δαπάνη των αντιδίκων, την οποία όρισε σε 1.300,00 ευρώ”, και περαιτέρω εξειδίκευσαν το σφάλμα αυτής, καθόσον αφορά στην 5ετή κατ` άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ παραγραφή, στο ότι αυτοί έλαβαν γνώση της ζημίας όχι το έτος 1989, όπως ισχυρίζονταν οι εναγόμενοι, αλλά το έτος 2005 και επομένως έκτοτε άρχισε η πενταετής παραγραφή και β) στο ότι η παραγραφή δεν άρχισε το Σεπτέμβριο του 2005, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, αλλά στο τέλος του έτους τούτου, εντός του οποίου έλαβαν γνώση της ζημίας και των προς αποζημίωση υποχρέων, ζήτησαν “να ακυρωθεί και εξαφανιστεί για τους αναφερόμενους στο ιστορικό λόγους και αιτίες η βαλλόμενη υπ` αριθ. 391/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, επί τω τέλει όπως γίνει δεκτή καθ` ολοκληρίαν η από 30-11-2011 ένδικη αγωγή”. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι με την ως άνω έφεση πλήττεται η απορριπτική της αγωγής, λόγω παραγραφής, πρωτόδικη απόφαση, τόσο ως προς την κύρια αιτιολογία της περί πενταετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων- εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, λόγω συμπληρώσεως πενταετίας από το Σεπτέμβριο του 2005, οπότε έλαβαν γνώση της ζημίας και των προς αποζημίωση υποχρέων μέχρι την 31-12-2010 οπότε ασκήθηκε απ` αυτούς κατά τα προαναφερόμενα η προγενέστερη της ένδικης αρχική αγωγή, όσο και ως προς την επάλληλη αιτιολογία της περί εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων αυτών, λόγω συμπληρώσεως εικοσαετίας από την κατά το έτος 1989 τέλεση της πράξης που προκάλεσε τη ζημία μέχρι την άσκηση την 31-12-2010 της ίδιας ως άνω προγενέστερης αγωγής, την οποία προέβαλαν επικουρικά οι εναγόμενοι και δεν πλήττεται μόνο ως προς την κύρια αιτιολογία της περί πενταετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, όπως διατείνονται οι τελευταίοι, και συνεπώς ο μοναδικός λόγος της ως άνω έφεσης, δεν ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, ούτε συνακόλουθα η έφεση απορριπτέα ως απαράδεκτη στο σύνολό της, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες με τον κύριο λόγο αναίρεσης, ως μη περιέχουσα ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο έφεσης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και συγκεκριμένα ότι με το μοναδικό λόγο της έφεσης πλήττεται η απορριπτική της αγωγής, λόγω παραγραφής, πρωτόδικη απόφαση, μόνο ως προς την κύρια αιτιολογία της περί πενταετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων-εκκαλούντων.

Περαιτέρω, με τον επικουρικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, μολονότι αυτοί με τις κατατεθείσες ενώπιόν του προτάσεις τους, επανέφεραν επικουρικώς (δηλ. για την περίπτωση παραδοχής του μοναδικού λόγου της έφεσης και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης μετά από απόρριψη της στηριζόμενης στο άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ ένστασης πενταετούς παραγραφής) την προταθείσα απ` αυτούς και πρωτοδίκως από την παράγραφο 1 στοιχ. β` του άρθρου 937 ΑΚ ένσταση 20ετούς παραγραφής, δεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό τους, μολονότι απέρριψε την παραπάνω ένσταση πενταετούς παραγραφής, Στην προκειμένη περίπτωση, σχετικά με το ζήτημα της παραγραφής, το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι “η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων” (που, κατά τις παραδοχές της συνίσταται στην υπέρβαση του ποσοστού κάλυψης του κοινού οικοπέδου κατά 24,55 τ.μ., εφόσον κάλυψαν 81,83 τ.μ. αν και ανάλογα με το ποσοστό της συγκυριότητάς τους στο κοινό οικόπεδο ανερχόμενο σε 34,21% δικαιούνταν να καλύψουν επιφάνεια 57,28 τ.μ. καθώς και υπέρβαση της δικαιούμενης δόμησης με την ανέγερση αυθαίρετου κτίσματος 33,75 τ.μ. στο δεύτερο όροφο), “συνεχίζεται, καθόσον αυτοί υπαιτίως παραλείπουν να άρουν τη δημιουργηθείσα από αυτούς επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία στους ενάγοντες. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις νομικές σκέψεις της παρούσας, η κατά το άρθρο 937 ΑΚ επικαλούμενη πενταετής, ως άνω, παραγραφή της αξίωσης του ζημιωθέντος – προς αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται από τη διατήρηση της κατάστασης αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, δεν αρχίζει από το χρονικό σημείο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικής συμπεριφοράς του δράστη, με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα που εξακολουθεί να υφίσταται η προαναφερόμενη κατάσταση και να προκαλεί ζημία σ` εκείνον. Στην προκειμένη περίπτωση, η διατήρηση του κτίσματος και η μη άρση της κατασκευής από μέρους των εναγομένων δημιουργεί στους ενάγοντες συνεχή ζημία καθόλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί.

Συνεπώς, οι αγώγιμες αξιώσεις των εναγόντων, δεν υπέπεσαν σε παραγραφή. Επομένως, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την εφαρμογή και την ερμηνεία του Νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτή την υποβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση παραγραφής και απέρριψε την αγωγή. Γι` αυτό, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της υπό κρίση έφεσης, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση, να ερευνηθούν οι αγωγικές αξιώσεις ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα”.

Ακολούθως, το Εφετείο, δικάζοντας την αγωγή, καθόσον αφορά στα σχετικά με την υπέρβαση του ποσοστού δόμησης που ενήργησαν οι εναγόμενοι, αιτήματά της (κύριο και επικουρικό) έκρινε αυτή (αγωγή) απορριπτέα διότι οι ενάγοντες ουδεμία ζημία υπέστησαν, αφού δύνανται πλέον να ανεγείρουν οικοδομή με ορόφους συνολικής επιφάνειας μεγαλύτερης της επικαλούμενης στην αγωγή των 330,49 τ.μ. που αντιστοιχούσε στο ποσοστό τους πριν την ισχύ του Νόμου 4067/2012 (ΦΕΚ 79/2012), από το οποίο ωφελούνται οι ενάγοντες ως προς τη μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση. Καθόσον δε αφορά στην υπέρβαση της κάλυψης του οικοπέδου, το Εφετείο, αφ` ενός μεν απέρριψε ως αβάσιμο το κύριο αγωγικό αίτημα περί κατεδάφισης του υπερβάλλοντος οικοδομικού τμήματος των 24,55 τ.μ. που έχει σχέση με την υπέρβαση αυτή, κρίνοντας ότι αντικειμενικά δεν είναι εφικτή η κατεδάφιση του εν λόγω οικοδομικού τμήματος, αφού δεν δύναται να αποκοπεί αυτό από το σύνολο της οικοδομής των εναγομένων, στο οποίο έχει ενσωματωθεί, χωρίς να αποφευχθούν ζημιογόνες συνέπειες και για το υπόλοιπο τμήμα του όλου κτιρίου, αφ` ετέρου δε, δέχτηκε ως εν μέρει κατ` ουσία βάσιμο το επικουρικό αγωγικό αίτημα περί αποζημίωσης, υποχρεώνοντας τους εναγόμενους, να πληρώσουν στους ενάγοντες, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 7.365,00 ευρώ, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας τους από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων να ανεγείρουν κτίσμα μεγαλύτερο από αυτό που αναλογούσε στην ιδιοκτησία τους με βάση το επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης του κοινού οικοπέδου.

Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε την προταθείσα από τους εναγόμενους ένσταση παραγραφής, για την παραδοχή της οποίας από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραπονούντο οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την έφεσή τους, μόνον ως προς τη στηριζόμενη στο άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ κύρια βάση της περί πενταετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων, κρίνοντας μάλιστα αυτήν απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι στην προκειμένη περίπτωση, η διατήρηση του ως άνω κτίσματος και η μη άρση της κατασκευής από μέρους των εναγομένων δημιουργεί στους ενάγοντες συνεχή ζημία καθόλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί και συνεπώς, οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων, δεν υπέπεσαν σε παραγραφή, αν και η προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση, πενταετούς κατ` άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ παραγραφής, ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, που με βάση τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, η συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά αδικοπραξία, που έλαβε χώρα με πράξη άπαξ τελεσθείσα, συνιστάμενη στην ανοικοδόμηση καθ` υπέρβαση του ποσοστού που αναλογεί στο ποσοστό συγκυριότητάς τους στο όλο οικόπεδο, η παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (Ολ. ΑΠ 24/2003, ΑΠ 292/2016, ΑΠ 1604/2014). Περαιτέρω, παρά το ότι το Εφετείο, έκρινε απορριπτέα για τους λόγους που προαναφέρθηκαν την προβληθείσα από τους εναγομένους-εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες ένσταση παραγραφής, ως προς την κύρια βάση της περί πενταετούς, κατ` άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ παραγραφής, λόγω παρόδου πενταετίας από τότε που οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της επικαλούμενης ζημίας τους και των προς αποζημίωση υποχρέων (από το 2005, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή και τις παραδοχές της εκκαλουμένης απόφασης που είχε δεχτεί την ένσταση παραγραφής) και κατόπιν τούτου, δέχτηκε την έφεση, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της, με τον οποίο οι ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι παραπονούντο γα την παραδοχή της ενστάσεως αυτής από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της, εν τούτοις, δεν έλαβε υπόψη, την προβληθείσα από τους ίδιους ένσταση παραγραφής και ως προς την επικουρική βάση της περί εικοσαετούς, κατ` άρθρο 937 παρ. 1 εδ. β` ΑΚ παραγραφής, η οποία έχει διαφορετική αφετηρία, απ` αυτήν της πενταετούς παραγραφής και ειδικότερα το χρόνο τέλεσης της πράξης που προκάλεσε τη ζημία (1989) και όχι το χρόνο γνώσης της ζημίας και των προς αποζημίωση υποχρέων, όπως η κατά το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α` πενταετής παραγραφή. Ετσι, όμως δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. και συνεπώς ο επικουρικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αφ` ενός μεν κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος της που παρέλειψε να ερευνήσει την επαναφερθείσα παραδεκτώς με τις προτάσεις που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, ως εφεσίβλητοι, ενώπιον του Εφετείου, ένσταση εικοσαετούς, κατά το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. β` ΑΚ παραγραφής, αφ` ετέρου δε, για τον από το άρθρο 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο, στην προκειμένη περίπτωση, κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, λόγο της εσφαλμένης εφαρμογής της Ουσιαστικού Δικαίου διάταξης του ως άνω άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, κατά το μέρος της που απέρριψε τη στηριζόμενη στην τελευταία αυτή διάταξη ένσταση πενταετούς παραγραφής, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθ. 495 § 4 ΚΠολΔ, όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 02-04-2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρο 183 και 176 ΚΠολΔ), οι οποίοι παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο Δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. 64/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια Συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2018.