1223/2024 ΑΠ ( 891904)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Μίσθωση πράγματος. Η σύμβαση είναι συντελεσμένη κι όταν οι συμβληθέντες συμφώνησαν για την υποχρέωση του μισθωτή για καταβολή μισθώματος, δεν καθόρισαν όμως την καθ` ύψος έκταση της παροχής, γιατί κατέλειπαν τον καθορισμό της στη δίκαιη κρίση του ενός απ’ αυτούς ή τρίτου. Προσδιορισμός της παροχής με κρίση άδικη. Αυτός γίνεται από το Δικαστήριο. Κριτήρια σχηματισμού δίκαιης κρίσης. Πριν από το δικαστικό προσδιορισμό, δεν υπάρχει γεννημένη αξίωση προς παροχή και, συνακόλουθα, δεν δημιουργείται υπερημερία του οφειλέτη από τη μη πληρωμή, αφού δεν υφίσταται προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή.
Απορρίπτει αναίρεση κατά της 36/2022 ΕΦ ΑΝΑΤ ΚΡΗΤ (ΜΟΝ).
Αριθμός 1223/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη – Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…, που εδρεύει στον ………….. Λασιθίου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Κοϊνάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: …… του ….., κατοίκου … Κρήτης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 376/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-3-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 22-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …./22-3-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), με αριθ. 36/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 144 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ), εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, χωρίς να αντιλέγει η αναιρεσίβλητη, καθόσον δεν προσκομίζεται έκθεση επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης) και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού, κατά τα κατωτέρω, λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 24-6-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. …./2020) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη ότι μίσθωσε από την εναγόμενη δημοτική ανώνυμη εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα, ένα ακίνητο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης και με προσδιορισμό του νέου μισθώματος μετά από εύλογη κρίση της εναγόμενης, λαμβανομένου υπόψη του ετησίου τζίρου αυτής (μισθώτριας-ενάγουσας), καθώς και ότι η μίσθωση, μετά τη λήξη της, παρατάθηκε για πέντε έτη και το μίσθωμα προσδιορίστηκε μονομερώς από την εναγόμενη σε ύψος που δεν ανταποκρίνεται στον ετήσιο τζίρο της, στις συνθήκες της αγοράς και τις συνθήκες της προϊούσας υγειονομικής κρίσης, ζήτησε να προσδιοριστεί από το δικαστήριο το ύψος του μισθώματος στο ποσό των 12.000 ευρώ ετησίως, εφόσον ήθελε κριθεί ότι η υγειονομική κρίση επέδρασε στην μισθωτική αξία, άλλως, επικουρικά, στο ποσό των 38.772 ευρώ ετησίως, εφόσον αυτή δεν επέδρασε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη με αριθ. 376/2020 οριστική απόφαση, έκρινε την αγωγή ως νομικά βάσιμη και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ` ουσία. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, την από 15-12-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. …../2020) έφεση με την οποία, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την παραδοχή της έφεσης και συνακόλουθα της αγωγής της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 505/2022). Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020). Το άρθρο 574 του ΑΚ ορίζει, ότι “με τη σύμβαση μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα”. Από τη βασική αυτή για τη μίσθωση πράγματος διάταξη προκύπτει, ότι ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μίσθωσης είναι αφενός η χρήση του πράγματος, που αποτελεί την κύρια υποχρέωση του εκμισθωτή και αφετέρου η καταβολή του μισθώματος, που αποτελεί την κύρια υποχρέωση του μισθωτή. Στα κρίσιμα αυτά σημεία πρέπει να υπάρξει, κατά το άρθρο 195 του ΑΚ, συμφωνία των συμβαλλόμενων, χωρίς την οποία η σύμβαση δεν είναι συντελεσμένη. Εξάλλου, συμφωνία των μερών σε όλους τους ουσιώδεις συμβατικούς όρους αμφοτεροβαρούς σύμβασης υπάρχει όχι μόνο όταν καθορίσθηκαν επακριβώς οι εκατέρωθεν παροχές, αλλά και όταν κάποια απ` αυτές, όπως το μίσθωμα, συμφωνήθηκε να είναι οριστή.
Συνεπώς και στη μίσθωση πράγματος η σύμβαση είναι συντελεσμένη, όταν οι συμβληθέντες συμφώνησαν για την υποχρέωση του μισθωτή για καταβολή μισθώματος, δεν καθόρισαν όμως την καθ` ύψος έκταση της παροχής, γιατί κατέλειπαν τον καθορισμό της στη δίκαιη κρίση του ενός απ` αυτούς ή τρίτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 371-373 του ΑΚ (Ολ.ΑΠ 1381/1983, ΑΠ 867/2017, ΑΠ 4/2011, ΑΠ 393/2002). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 371 του ΑΚ “αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο”. Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ. 361 του ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση. Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ` έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ` άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 143/2019, ΑΠ 162/2017, ΑΠ 110/2015, ΑΠ 1879/2013). Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση της συμπλήρωσής της με τον προσδιορισμό της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους. Εξάλλου, ο προσδιορισμός της παροχής μπορεί να συμφωνηθεί ότι αφήνεται στην κρίση και των δύο μερών και είναι δυνατόν να ανατέθηκε με τη συμφωνία από κοινού στους συμβαλλόμενους. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του ως άνω άρθρου 371 του ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από συμβαλλόμενο ή τρίτο) κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ή των συμβαλλόμενων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στο προσδιορισμό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο. Επίσης το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου. Η δίκαιη κρίση θα σχηματισθεί από το δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του ύψους και της έκτασης της αντιπαροχής, με βάση τα κριτήρια, που θέτουν η σύμβαση ή ο νόμος και εν ελλείψει αυτών, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και πάντοτε μέσα στα πλαίσια του πνεύματος και του σκοπού της σύμβασης μίσθωσης λαμβάνοντας υπόψη τον επιδιωκόμενο σκοπό και τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, οι οποίες θα εκτιμηθούν με βάση τα αξιολογικά κριτήρια των άρθρων 200, 281 και 288 του ΑΚ. Η αναπροσαρμογή, που επιχειρείται από το δικαστήριο με βάση το άρθρο 371 εδ. β` του ΑΚ, αποτελεί αναπροσαρμογή “κατ` άλλο τρόπο”, διακρίνεται δε αυτής, που προβλέπεται από το άρθρο 7 παρ. 2 και 3 του π.δ/τος 34/1995, δηλαδή της αναπροσαρμογής σε ποσοστό όχι κατώτερο του 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου ή της περαιτέρω αναπροσαρμογής σε ποσοστό 75% της μεταβολής του δείκτη τιμών του καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με του αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (ΑΠ 2119/2014, ΑΠ 1334/2005, ΑΠ 675/2002). Βέβαια, καταλείπεται, κατ` αρχήν ελευθερία στα συμβαλλόμενα μέρη με βάση την καθιερούμενη από το άρθρο 361 του ΑΚ αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης να προσδιορίσουν κριτήρια ή κατευθύνσεις για τον προσδιορισμό από το δικαστήριο της αντιπαροχής, τα οποία το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του. Τέτοιο κριτήριο δυνατό να αποτελέσουν, προκειμένου, περί καθορισμού μισθώματος εμπορικού καταστήματος και οι μισθωτικές συνθήκες ομοειδών μισθίων της περιοχής του επίδικου (περιοχή, οδός, θέση, εμβαδό, χρόνος σύναψης της σύμβασης). Το δικαστήριο προσδιορίζει την παροχή κατά δίκαιη κρίση με την απόφασή του. Η τελευταία, χωρίς να θέτει γενικής φύσεως νομικές κατευθύνσεις, που να μπορούν να έχουν σημασία σε πολλές περιπτώσεις, αρκείται στον προσδιορισμό της συγκεκριμένης παροχής (ΑΠ 393/2002). Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το ως άνω εδ. 2 του άρθρου 371 του ΑΚ, που είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλόμενων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη. Πριν από τον προσδιορισμό αυτό δεν υπάρχει γεννημένη αξίωση προς παροχή και, συνακόλουθα, δεν δημιουργείται υπερημερία του οφειλέτη από τη μη πληρωμή, αφού δεν υφίσταται προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή και, συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή ούτε το άρθρο 345 του ΑΚ (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 143/2019, ΑΠ 403/2016, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 650/2016, ΑΠ 110/2015, ΑΠ 1354/2015). Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: “… σύμφωνα με τη με αριθμό …./2016 απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου, ο Δήμος ……………, ενέκρινε την περαιτέρω μεταβίβαση στην εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα δημοτική ανώνυμη εταιρεία …) της απλής χρήσης των κοινοχρήστων χώρων αιγιαλού και παραλίας για την παραλία του …, στον οποίο είχε παραχωρηθεί δυνάμει της με αρ. …(ΦΕΚ …/….9-4-2015) Κοινής Υπουργικής Απόφασης, σε επιφάνεια εκμετάλλευσης εμβαδού 144,7μ2, για τη λειτουργία επιχείρησης μαζικής εστίασης πρόχειρου γεύματος ζεστής και κρύας κουζίνας, επιχείρηση αναψυχής προσφοράς κατά κύριο λόγο οινοπνευματωδών ποτών. Ακολούθως, η εναγομένη προέβη στις 22-4-2016 σε δημοπρασία για την μίσθωση του ως άνω παραχωρηθέντος ακινήτου και κατόπιν της διενέργειας αυτής, στις 27-5-2016 προχώρησε στη σύναψη μισθωτικής σύμβασης με την πλειοδοτήσασα ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) η οποία προσέφερε ετήσιο μίσθωμα ποσού 35.900 €. Ειδικότερα, στις 27-05-2016 συνήφθη μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης υπαγόμενη στο καθεστώς του ΠΔ 34/1995, στο οποίο, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνονταν ότι: α) αντικείμενο της μίσθωσης είναι το υφιστάμενο ακίνητο στην παραλία “…, συνολικού εμβαδού μετά των χώρων του 144,70 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη λειτουργία επιχείρησης μαζικής εστίασης πρόχειρου γεύματος, ζεστής και κρύας κουζίνας και επιχείρησης αναψυχής προσφοράς κατά κύριο λόγο οινοπνευματωδών ποτών, β) η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε τετραετής, αρχόμενη από την υπογραφή της σύμβασης και λήγουσα στις 27-05-2020, ενώ μετά από έγκριση του διοικητικού συμβουλίου της εκμισθώτριας και αίτηση της μισθώτριας, η μίσθωση μπορούσε να παραταθεί για πέντε ακόμα έτη, εφόσον τηρηθούν από την τελευταία απολύτως οι όροι της προκήρυξης. Το μίσθωμα, στην περίπτωση της παράτασης της μίσθωσης κατά τα ανωτέρω συμφωνήθηκε ότι θα αναπροσαρμοστεί εύλογα με απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης, λαμβάνοντας υπόψη τις επενδύσεις και το τζίρο της επιχείρησης της ενάγουσας, γ) το ετήσιο μίσθωμα ανέρχεται στο ποσό των 35.900,00 €, πλέον χαρτοσήμου 3,6%, πλέον ποσοστό 1% επί των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης της ενάγουσας και θα καταβληθεί για το πρώτο έτος με την υπογραφή της μίσθωσης και για τα επόμενα έτη το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε έτους. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το μίσθωμα της τυχόν αναπροσαρμογής δεν προσδιορίστηκε και επιπλέον δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Περαιτέρω, συνομολογείται από τα διάδικα μέρη ότι η ενάγουσα παρέλαβε το μίσθιο και λειτούργησε την επιχείρησή της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη μισθωτική σύμβαση, καθ` όλη τη διάρκεια του συμβατικού χρόνου, ήτοι έως και τον Μάιο του 2020, καταβάλλοντας εμπροθέσμως το ορισθέν μίσθωμα, και τηρώντας το σύνολο των συμβατικών της υποχρεώσεων. Μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της ανωτέρω μίσθωσης, η ενάγουσα επιθυμώντας την ανανέωση αυτής απηύθυνε το με αριθμό πρωτ. …../21-12-2019 έγγραφό της προς την εναγόμενη δια του οποίου αιτήθηκε, σύμφωνα με το σχετικό όρο της μισθωτικής σύμβασης, την παράταση της μισθωτικής σύμβασης για πέντε επιπλέον έτη, ήτοι μέχρι και τον Μάιο του 2025, καλώντας παράλληλα την αντισυμβαλλόμενή της, να προβεί αφενός στο καθορισμό του ετήσιου μισθώματος για την επόμενη πενταετία, και αφετέρου σε όλες τις δέουσες ενέργειες για την υπογραφή τροποποιητικής συμφωνίας. Το Δ.Σ. της εναγόμενης, με τη με αριθμό ……/27-02-2020 απόφασή του, ενέκρινε τη συνέχιση της μίσθωσης, για πέντε επιπλέον έτη, ήτοι μέχρι το Μάιο του έτους 2025 και, αφού έλαβε υπόψη τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης της ενάγουσας καθόρισε το ετήσιο μίσθωμα σε 55.000 €, πλέον χαρτοσήμου σε ποσοστό 3,6%, συν ποσοστού 1% επί του τζίρου της επιχείρησης της ενάγουσας. Ειδικότερα, από το σώμα της ανωτέρω απόφασης συνάγεται ότι το ΔΣ του εναγομένου έλαβε υπόψη του τα ακαθάριστα έσοδα της ενάγουσας τα οποία κατά τη διάρκεια της μισθωτικής σχέσης, διαμορφώθηκαν: α) για το έτος 2016 στο ποσό των 90.044,46 €, β) για το έτος 2017 στο ποσό των 144.575,27 €, γ) για το έτος 2018 στο ποσό των 159.292,85 €, και δ) για το έτος 2019 στο ποσό των 167.168,07 €, ενώ ήδη αποδεικνύεται ότι για το έτος 2020 έχουν ανέλθει σε ποσό 145.469,36 €. Ωστόσο, αποδείχθηκε παράλληλα ότι η ενάγουσα μίσθωσε δυνάμει εμπορικής μίσθωσης και με διάρκεια από 12-6-2019 έως 31-12-2027 από τους ……, ……., …….., …… και ….. ένα ακίνητο 16.528,12 μ2, που βρίσκεται στη θέση “…” ή “…”, του δημοτικού διαμερίσματος …, με σύνορα: τον αιγιαλό και την παραλία, ιδιοκτησία …., άξονα εθνικής οδού ………….., εν μέρει εντός του οικισμού “…”, ως προς τμήμα αυτής 2.771,66 μ2 και το έτερο τμήμα αυτής 17.756,46μ2 εκτός οικισμού, το οποίο προσδιορίζεται στο συνημμένο στο μισθωτήριο τοπογραφικό διάγραμμα της Αγρονόμου Τοπογράφου …….. Οι εκμισθωτές φέρονται ως συνιδιοκτήτες του μισθίου και δη ο ….., με ποσοστό 50%, ο ….. με ποσοστό 25 %, η ….. με ποσοστό 6,25%, η ……. με ποσοστό 9,37 % και η ……. με ποσοστό 9,38 %. Το ακίνητο αυτό περιλαμβάνει τόσο την ευρύτερη έκταση του επίδικου μισθίου όσο και το τελευταίο.
Συνεπώς, η ενάγουσα προέβη σε διπλή μίσθωση του επιδίκου μισθίου από τους ανωτέρω εκμισθωτές που φέρονται να είναι συνιδιοκτήτες της μισθούμενης έκτασης. Σκοπός της νεότερης αυτής μίσθωσης είναι η λειτουργία τουριστικών εγκαταστάσεων όπως κέντρα αναψυχής, καφετέρια, εστιατόριο, σούπερ μάρκετ, πάρκινγκ, τουριστικά μαγαζιά, αναψυκτήριο, κέντρο διασκέδασης με υπαίθρια καθίσματα, πισίνα, καντίνα κλπ., ήτοι σκοπό έχει την εξυπηρέτηση της ενάγουσας και με παροχές πέραν της μισθούμενης το πρώτον από την εναγομένη καντίνας, ήτοι με το πάρκιγκ και με τον ευρύτερο γειτονικό χώρο που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση πισίνας ή άλλων συναφών εγκαταστάσεων τουριστικής εκμετάλλευσης. Η διπλή εκμίσθωση της καντίνας των 144,7 μ2 προφανώς σχετίζεται με το γεγονός ότι οι φερόμενοι ως συνιδιοκτήτες του χώρου θεωρούσαν ότι είναι συγκύριοι και αυτού του χώρου και εύλογα δεν θα μπορούσε να εκμισθωθεί ο γύρωθεν χώρος χωρίς την εκμίσθωση της έκτασης των 144,7 μ2. Μάλιστα, οι εκμισθωτές, ως φερόμενοι κύριοι ρητά προέβλεψαν στη μίσθωση αυτή εφάπαξ καταβολή αποζημίωσης στη μισθώτρια (συγκεκριμένα ο εκ των εκμισθωτών …….. και …… σε ποσοστό 75% και 25% αντίστοιχα) του ποσού των 350.000 € σε περίπτωση πώλησης του μισθούμενου ακινήτου. Ως ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε το ποσό των 30.000 ευρώ για τα έτη 2019 και 2020, 40.000 € για τα έτη 2021, 2022, 2023, και 50.000 € για τα υπόλοιπα έτη της σύμβασης, επιβαρυνόμενης της μισθώτριας με το τέλος χαρτοσήμου. Επίσης, ειδικά ως προς το μίσθωμα συνομολογήθηκε ότι για κάθε νέα δραστηριότητα (εκτός της ήδη υπάρχουσας και λειτουργούσας καντίνας) που τυχόν θα αναπτύσσονταν στο μίσθιο θα επιβαρύνεται η ενάγουσα μισθώτρια. Έτσι, ειδικά στο ετήσιο μίσθωμα των ετών 2020-2027 θα προστίθεται ποσοστό 5% επί του τζίρου κάθε νέας δραστηριότητας ασκούμενης στο μίσθιο, όπως θα αποδεικνύεται από τα παραστατικά της επιχείρησης. Η επιλογή αυτή της ενάγουσας για την νέα μίσθωση που κάλυπτε και το μίσθιο της επίδικης δεν αποτελεί κακόπιστη ενέργεια αυτής, όπως άλλωστε και με την με αριθμό …/27-02-2020 απόφασή της αποδέχεται η εναγομένη (παρά, μάλιστα την περί του αντιθέτου εισήγηση), αλλά θεμιτή επιχειρηματική κίνηση που αποσκοπεί στην μεγιστοποίηση του κέρδους της και χωρίς μάλιστα νομικές συνέπειες στην ήδη υπάρχουσα μίσθωση με την εναγομένη (βλ. σχετικά εισήγηση του νομικού συμβούλου της εναγομένης εμπεριεχόμενη στην με αριθμό …./27-02-2020 απόφαση του ΔΣ αυτού). Αποτελεί δε, η εν λόγω μίσθωση πρόσφορο στοιχείο για την εκτίμηση της μισθωτικής αξίας του επιδίκου αφού αφορά τόσο το επίδικο μίσθιο όσο και την ευρύτερη γειτνιάζουσα περιοχή και για την ίδια χρονική περίοδο. Παράλληλα, η εναγομένη προσκόμισε το από 25-06-2019 μισθωτήριο δυνάμει του οποίου αυτή εκμίσθωσε για δύο έτη 581,17 τμ. για την εκμετάλλευση (50) πενήντα ομπρελών και (100) εκατό καθισμάτων, αφήνοντας διαδρόμους τουλάχιστον (1) ενός μέτρου μεταξύ αυτών, στη παραλία “…”, ήτοι σε εξαιρετικά πλεονεκτικότερο σημείο εντός της πόλης του …………… με αυξημένη τουριστική κίνηση, πλησίον του εμπορικού κέντρου της πόλης, με υψηλό αριθμό τουριστικών επιχειρήσεων δίπλα σε αυτό, γεγονός που αποτελεί πόλο έλξης για το εν λόγω μίσθιο. Το ετήσιο δε μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 49.000 € ετησίως και 1% επί των ακαθαρίστων εσόδων από την άσκηση της προπεριγραφείσας δραστηριότητας, πλέον χαρτοσήμου 3,6% (1.764 €) ετησίως. Ομοίως, η εναγομένη προσκόμισε το από 27-5-2016 μισθωτήριο δυνάμει του οποίου αυτή εκμίσθωσε στην ενάγουσα για τέσσερα έτη ακίνητο εμβαδού 1.485,93 τμ. στην παραλία “…….” για την λειτουργία επιχείρησης μαζικής εστίασης πρόχειρου γεύματος ζεστής και κρύας κουζίνας – επιχείρησης αναψυχής προσφοράς … κατά κύριο λόγο οινοπνευματωδών ποτών, με δυνατότητα ανάπτυξης εξοπλισμού (ξαπλώστρες και ομπρέλες) για λουόμενους, πλησίον της πόλης του …………… με αυξημένη σχετικά τουριστική κίνηση, πλησίον του κέντρου της πόλης. Το ετήσιο δε μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 10.400 € ετησίως και 1% επί των ακαθαρίστων εσόδων από την άσκηση της προπεριγραφείσας δραστηριότητας, πλέον χαρτοσήμου 3,6% (374,44 €) ετησίως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν προέβη σε ιδιαίτερες επενδύσεις στο μίσθιο ούτε προέβη στη νομιμοποίηση αυτού, όπως είχε συμβατική υποχρέωση, παρά μόνο δαπάνησε χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στην ετήσια συντήρηση του μισθίου. Ο τζίρος δε της επιχείρησής της αυξήθηκε το έτος 2017 σε σχέση με το έτος 2016 κατά 60% περίπου, το έτος 2018 σε σχέση με το έτος 2017 κατά 10% περίπου, το έτος 2019 σε σχέση με το έτος 2018 κατά 5% περίπου, ενώ ήδη το έτος 2020 σε σχέση με το έτος 2019 εμφάνισε μείωση κατά 14% περίπου.
Συνεπώς, μετά την αρχική αύξηση του τζίρου, απότοκη προφανώς του εύλογου ενδιαφέροντος για κάθε νέα επιχείρηση, ακολούθως εμφανίζεται μία σταθεροποίηση αύξησης του τζίρου σε ύψος 5-10% με την εξαίρεση του 2020, οπότε και η κάμψη δικαιολογείται εν μέρει από τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης. Όπως μνημονεύτηκε, σύμφωνα με το από 27-5-2016 αρχικό μισθωτήριο μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι το οριζόμενο κατά εύλογη κρίση μίσθωμα της ανανέωσης της μίσθωσης θα λαμβάνεται υπόψη και ο τζίρος ως προσδιοριστικός παράγοντας για το συνολικό μίσθωμα. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο ετήσιος τζίρος συναρτάται μόνο με το ποσοστό του τζίρου ο οποίος θα αποδίδεται στην εναγομένη ως μίσθωμα (εν προκειμένω 1%) και όχι με το μίσθωμα στο σύνολο του δεν κρίνεται βάσιμος, αφού αν ήταν τέτοια η πρόθεση των μερών τότε ασφαλώς και θα το προσδιόριζαν ρητά. Παράλληλα, ωστόσο, προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν συμφώνησαν σε μία αυτοματοποιημένη αύξηση του μισθώματος ευθέως ανάλογη με την αύξηση του τζίρου, διότι αν τέτοια ήταν η επιθυμία τους τότε ευχερώς θα προσδιόριζαν τον μαθηματικό τύπο δια του οποίου η αύξηση του τζίρου θα οδηγούσε σε ανάλογη ή σχετικά ανάλογη αύξηση του μισθώματος. Απεναντίας, κρίνεται ότι ο τζίρος λαμβάνεται υπόψη ως ένας από τους προσδιοριστικούς παράγοντες του νέου μισθώματος, αφού τυχόν αύξηση αυτού θα δικαιολογεί μεν και αύξηση του μισθώματος, πλην όμως αυτή δεν μπορεί να έρχεται σε αντίθεση ούτε με τις συναλλακτικές συνθήκες και τα εκτιμώμενα μισθώματα της περιοχής, ούτε και με τις μεσοσταθμικές ετήσιες αυξήσεις των επαγγελματικών μισθώσεων που σπανίως ξεπερνούν για ανάλογα μίσθια σε ποσοστό το 5%.
Εν προκειμένω δε, λόγω και του συνυπολογισμού του τζίρου η εύλογη κατά δίκαιη κρίση αύξηση μπορεί να ανέλθει σε ποσοστό 20%.
Συνεπώς, το ετήσιο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου, κατά την εύλογη και δίκαιη κρίση απόφαση του εναγομένου περί ορισμού του ετησίου μισθώματος [λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων και των ειδικότερων όρων της επίδικης μίσθωσης, του πλαισίου που τα διάδικα μέρη έθεσαν ως προσδιοριστικά για την εύλογη αυτή κρίση, ήτοι τις επενδύσεις και το τζίρο της ενάγουσας, και υπό το πρίσμα των άρθρων 200, 281, 288 και ιδίως 371 ΑΚ] όφειλε να είναι 43.080 € ανά έτος, πλέον του νομίμου χαρτοσήμου των 3,6 % συν 1% του ετησίου τζίρου. Σημειώνεται ότι ναι μεν η απόφαση του ΔΣ του εναγομένου λήφθηκε τον Φεβρουάριο του 2020, προ της ενάρξεως της υγειονομικής κρίσης, πλην όμως η απόφαση αυτή αφορούσε την έναρξη της νέας μίσθωσης τον Μάιο του 2020 και εγκρίθηκε εν τέλει την 24η- 6-2020 από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου …………., ο οποίος είναι και ο μόνος μέτοχος της εναγομένης, δια της με αριθμό …../2020 απόφασής του. Ήτοι η ενέργεια της απόφασης του εναγομένου ανάγεται σε χρόνο της υγειονομικής κρίσης και μάλιστα κατά την πρώτη περίοδο αυτής. Δεδομένου, ωστόσο, ότι η απόφαση ελήφθη τον Φεβρουάριο του 2020, ήτοι προ της υγειονομικής κρίσης, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτή η παράμετρος για τον προσδιορισμό του ετησίου μισθώματος. Σε κάθε δε, περίπτωση, ακόμα και αν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, εντούτοις και πάλι δεν θα επιδρούσε στον καθορισμό του μισθώματος, αφού η πανδημική υγειονομική κρίση κατά το πρώτο χρονικό στάδιο αυτής δεν προοιώνιζε την εξέλιξη που έλαβε στην πορεία. Επιπλέον, κατά την καλοκαιρινή περίοδο, οπότε και υπάρχει η ένταση των εργασιών στο μίσθιο η επίπτωση της υγειονομικής κρίσης δεν αναμένονταν μεγάλη, ενώ σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και με την υπό στοιχείο II νομική σκέψη, ως γεγονός που εντάσσονταν στον επιχειρηματικό κίνδυνο της μισθώτριας, ήτοι αφορά τις γενικότερες συνθήκες άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας και μειώνει ενδεχομένως το αναμενόμενο κέρδος αυτής, δεν αφορούσε την εκμισθώτρια. Πέραν δε τούτου, και παρά τα περί του αντιθέτου εκτιθέμενα από την εναγομένη, το γεγονός ότι σε ύστερο χρόνο επεβλήθη νομοθετικά αναγκαστική μείωση των μισθωμάτων ως ειδική περιοριστική εξαίρεση δεν μπορεί, σύμφωνα και με την υπό στοιχείο III νομική σκέψη, να επιδράσει στην εν γένει μισθωτική σχέση και να την αλλοιώσει στο σύνολο της, παρά μόνο για όσο χρονικό διάστημα προβλέπουν οι ρυθμίσεις αυτές.
Συνεπώς, απορριπτέος τυγχάνει και ο όψιμος ισχυρισμός της εναγομένης ότι απορριπτέα τυγχάνει η αγωγή λόγω καταχρηστικότητας, διότι ήδη η ενάγουσα κατέβαλε μειωμένο μίσθωμα λόγω των μνημονευθεισών νομοθετικών ρυθμίσεων. Απορριπτέο δε, ομοίως, τυγχάνει το αίτημα της εναγομένης να προσκομιστούν από την ενάγουσα έγγραφα δηλωτικά για τον ετήσιο τζίρο των ετών 2020 και 2021, αφού για το μεν έτος 2020 μπορεί να συναχθεί επαρκές συμπέρασμα από τα στοιχεία που η ίδια προσκομίζει και για το δε έτος 2021 ανάγεται σε χρονικό σημείο μετά τον Φεβρουάριο του 2020, οπότε και ελήφθη η επίδικος απόφαση αναπροσαρμογής του μισθώματος. Σημειώνεται, ότι μετά την έκδοση της εκκαλουμένης που απέρριψε την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα αναγκάστηκε να συνυπογράψει το με χρονολογία 16-4-2021 τροποιητικό συμφωνητικό μίσθωσης αποδεχόμενη μεν την αναπροσαρμογή του ετήσιου τιμήματος στα 55.000 € και 1% επί του τζίρου συνολικά της επιχείρησης, πλην όμως προέβαλε αντίρρηση που καταγράφηκε στο ως άνω μισθωτήριο κατά την οποία δηλώθηκε ότι: “Η μισθώτρια ειδικά, δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει ως εύλογο μίσθωμα το παραπάνω ποσό (55.000,00€) και αναμένει τον καθορισμό του εύλογου μισθώματος από το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης στις 08-02-2022”.
Συνεπώς, ουδόλως αποδέχτηκε την εκκαλουμένη απόφαση και δικαιούται σε προσβολή αυτής δια της υπό κρίση έφεσης….“. Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της ενάγουσας ως και κατ` ουσία βάσιμη και καθόρισε το ετήσιο μίσθωμα του ένδικου ακινήτου, για τη περίοδο από 27-5-2020 έως και 27-5-2025, στο ποσό των 43.080 ευρώ, πλέον του νόμιμου χαρτοσήμου των 3,6% (1.550,88 ευρώ) συν ποσοστό 1% επί των ακαθάριστων εσόδων από την άσκηση της δραστηριότητας της ενάγουσας. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 371 του ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, καθορίζοντας το ύψος του ετήσιου μισθώματος του ένδικου ακινήτου, το οποίο οφείλει να καταβάλει η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη στην εναγόμενη-αναιρεσείουσα δημοτική ανώνυμη εταιρία, για τη περίοδο από 27-5-2020 έως και 27-5-2025, κατά δίκαιη κρίση, στο ως άνω ποσό, με βάση τα κριτήρια που συμφώνησαν τα συμβαλλόμενα (διάδικα) μέρη, δηλ. τις επενδύσεις και το τζίρο της αναιρεσίβλητης, αφού ο τζίρος της επιχείρησης της τελευταίας ήταν, κατά τη σύμβαση, ως ένας από τους προσδιοριστικούς παράγοντες του νέου μισθώματος και τυχόν αύξηση αυτού θα δικαιολογούσε αύξηση του μισθώματος, πλην όμως αυτή δεν μπορεί να έρχεται σε αντίθεση, ούτε με τις συναλλακτικές συνθήκες και τα εκτιμώμενα μισθώματα της περιοχής, ούτε και με τις μεσοσταθμικές ετήσιες αυξήσεις των επαγγελματικών μισθώσεων της περιοχής. Οι παραπάνω παραδοχές καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου (371 του ΑΚ). Ειδικότερα, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έκρινε ότι συνέτρεχε λόγος προσδιορισμού του ύψους του ετήσιου μισθώματος του ως άνω ακινήτου, που η αναιρεσείουσα εκμισθώνει στην αναιρεσίβλητη, από το δικαστήριο κατ` ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 371 εδ. β` του ΑΚ, προβαίνοντας στον εν λόγω προσδιορισμό κατά την εύλογη και δίκαιη κρίση λαμβάνοντας υπόψη τους ειδικότερους όρους και τις περιστάσεις της ένδικης μίσθωσης και το πλαίσιο που οι διάδικοι έθεσαν ως προσδιοριστικά για την εύλογη αυτή κρίση, δηλαδή τις επενδύσεις και το τζίρο της αναιρεσίβλητης, έκρινε δε ότι ο τζίρος λαμβάνεται υπόψη ως ένας από τους προσδιοριστικούς παράγοντες του νέου μισθώματος και ότι τα συμβαλλόμενα στην ένδικη μίσθωση μέρη δεν συμφώνησαν σε μια αυτοματοποιημένη αύξηση του μισθώματος ευθέως ανάλογη με την αύξηση του τζίρου, αφού αν αυτή ήταν η επιθυμία τους τότε θα προσδιόριζαν το μαθηματικό τύπο με τον οποίο η αύξηση του τζίρου θα οδηγούσε σε ανάλογη αύξηση του μισθώματος. Η αναφορά δε και των μισθωτικών συνθηκών ομοειδών μισθίων της περιοχής με αντίστοιχα μισθώματα δεν αποτελεί προσδιοριστικό παράγοντα καθορισμού του ύψους του ετήσιου μισθώματος, αλλά έγινε ακριβώς για τη συναγωγή συμπερασμάτων ενίσχυσης της κρίσης για το περιεχόμενο της μισθωτικής σύμβασης, ως προς το πλαίσιο που οι διάδικοι έθεσαν για τον προσδιορισμό κατά δίκαιη κρίση του ύψους του ετήσιου μισθώματος του ένδικου ακινήτου. Επομένως, ο (μοναδικός) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 371 και αυτή του άρθρου 361 του ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη για το καθορισμό του ύψους του ετήσιου μισθώματος και τα κριτήρια των μισθωτικών συνθηκών ομοειδών μισθίων της περιοχής με αντίστοιχα μισθώματα, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος. Σε ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα). Η αναιρεσείουσα δημοτική ανώνυμη εταιρία, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το 50% των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον “Κώδικα περί Δικηγόρων” κατ` άρθρο 281 παρ.2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (ΑΠ 805/2023, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 927/2022, ΑΠ 455/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 22-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …./22-3-2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 36/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της παραπάνω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας δημοτικής εταιρίας, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β` αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
