ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΕΞ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΕΝΩΣΗΣ: Το Ακούσιο Νομοθετικό Κενό του Άρθρου 6 Ν. 4356/2015 και η Αναλογική Εφαρμογή των Άρθρων 1401 εδ. 3 ή 1349 ΑΚ

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΕΞ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΕΝΩΣΗΣ:

Το Ακούσιο Νομοθετικό Κενό του Άρθρου 6 Ν. 4356/2015

και η Αναλογική Εφαρμογή των Άρθρων 1401 εδ. 3 ή 1349 ΑΚ

Βασίλειος Β. Σπανουδάκης

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διευθύνων Εταίρος Σπανουδάκης & Συνεργάτες, Ηράκλειο Κρήτης

 

Περίληψη: Το παρόν άρθρο εξετάζει συστηματικά τη νομική τύχη των αποκτημάτων κατά τη λύση της ελεύθερης ένωσης, υπό το πρίσμα του άρθρου 6 ν. 4356/2015, που εισήγαγε για πρώτη φορά στο ελληνικό δίκαιο ρητή ρύθμιση. Αναλύεται η εννοιολογική αποσαφήνιση μεταξύ ελεύθερης ένωσης, μνηστείας και συμφώνου συμβίωσης, με εντοπισμό των πρακτικών συνεπειών κάθε κατηγοριοποίησης. Εκτίθεται η δογματική σχέση της θεσπιζόμενης αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού με την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του ΑΚ 1400. Κεντρικό νομικό ζήτημα αποτελεί η παραγραφή, για την οποία εισηγείται η αναλογική εφαρμογή της διετίας του άρθρου 1401 εδ. 3 ΑΚ ή άλλως 1349 ΑΚ, με βάση τη νεότερη νομολογία —ιδίως ΑΠ 1152/2022— και την επικρατούσα θεωρία. Εξετάζονται τέλος ειδικά ζητήματα εφαρμογής αναδυόμενα από τη δικαστηριακή πράξη.

 

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Η ελεύθερη ένωση —ή ελεύθερη συμβίωση, κατά την τρέχουσα ορολογία— ανήκει σήμερα στα κοινωνικά φαινόμενα με την ταχύτερα αυξανόμενη στατιστική παρουσία στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Εκατοντάδες χιλιάδες ζευγάρια επιλέγουν τη συμβίωση χωρίς γάμο και χωρίς σύμφωνο συμβίωσης, διαμορφώνοντας κοινή οικονομική ζωή, αποκτώντας τέκνα, επενδύοντας σε ακίνητα, συνεισφέροντας ο ένας στην περιουσία του άλλου. Όταν η σχέση αυτή λύεται —είτε λόγω εκούσιας χωριστής διαβίωσης, είτε λόγω θανάτου— αναφύονται οξύτατα ζητήματα περιουσιακής εκκαθάρισης.

Παρά τη μεγάλη πρακτική σημασία τους, τα ζητήματα αυτά είχαν παραμείνει, επί μακρόν, σε νομοθετικό κενό. Η ελληνική έννομη τάξη αντιμετώπιζε την ελεύθερη ένωση με επιφύλαξη: τα δικαστήρια εξέδιδαν αντιφατικές αποφάσεις, άλλοτε εφαρμόζοντας τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.), άλλοτε αρνούμενα κάθε αξίωση του συντρόφου, ιδίως μετά τον ν. 3719/2008 που εισήγαγε το σύμφωνο συμβίωσης χωρίς να ρυθμίσει την απλή ελεύθερη συμβίωση. Η νομολογιακή αυτή παλινδρόμηση —κατεστημένη ανομία κατά την αιτιολογική έκθεση του ν. 4356/2015— κατέληξε να δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα μετά το 2008, όταν εμφανίστηκε η τάση να μην αποδίδονται τα αποκτήματα ούτε καν κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ.

Η νομοθετική αντίδραση ήλθε με το άρθρο 6 ν. 4356/2015, το οποίο ρύθμισε ρητώς τη νομική τύχη των αποκτημάτων της ελεύθερης ένωσης, παραπέμποντας στις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ρύθμιση, παρά την αδρή διατύπωσή της, γεννά σειρά ζητημάτων δογματικής κατασκευής και πρακτικής εφαρμογής που η νομολογία μόλις αρχίζει να επεξεργάζεται. Βαρύνουσα θέση κατέχει το ζήτημα παραγραφής, για το οποίο η νομοθετική σιωπή επιβάλλει αναλογική ερμηνεία με βάση τις αρχές και το τελολογικό υπόβαθρο των συγγενών ρυθμίσεων.

Σκοπός του παρόντος είναι η συστηματική προσέγγιση της ανωτέρω προβληματικής: αφενός μέσα από την εννοιολογική οριοθέτηση των συμβιωτικών σχέσεων υπό το ισχύον δίκαιο, αφετέρου μέσα από τη δογματική ανάλυση της θεσπισθείσης αξίωσης και την τεκμηριωμένη πρόταση για τη λύση του κρίσιμου ζητήματος παραγραφής.

ΙΙ. ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ: ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΝΩΣΗ, ΜΝΗΣΤΕΙΑ, ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ, ΓΑΜΟΣ

  1. Η έννοια της ελεύθερης ένωσης

Ο νόμος δεν ορίζει τι είναι ελεύθερη ένωση. Η έννοια διαπλάθεται από τη θεωρία και τη νομολογία ως σχέση δύο προσώπων τα οποία έχουν επιλέξει συνειδητώς και ελευθέρως να διάγουν κοινή συμβιωτική ζωή χωρίς να έχουν συνάψει γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και χωρίς να έχουν αναλάβει υποχρέωση τέλεσης γάμου στο μέλλον. Το τελευταίο στοιχείο —η απουσία υπόσχεσης γάμου— αποτελεί κρίσιμο κριτήριο διαφοροποίησης από τη μνηστεία, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω.

Η ελεύθερη ένωση δεν εξαντλείται σε μια σχέση ερωτικής εγγύτητας. Απαιτεί έναν βαθμό σταθερότητας, διάρκειας, αμοιβαιότητας και κοινής οικονομικής οργάνωσης που να δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της ως «de facto οικογένειας» κατά την έννοια του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, όπως την αποδίδει η ΑΠ 1152/2022 ερειδόμενη στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η αναγνώριση αυτή δεν αποτελεί απλώς θεωρητική διαπίστωση· έχει άμεσες δικαιϊκές συνέπειες, όπως αναλύεται κατωτέρω στο ζήτημα της παραγραφής.

  1. Η διάκριση από τη μνηστεία — Δογματική και πρακτική σημασία

Η εννοιολογική οριοθέτηση μεταξύ ελεύθερης ένωσης και μνηστείας έχει καθοριστική πρακτική σημασία, διότι οι δύο θεσμοί υπάγονται σε ριζικά διαφορετικά νομικά καθεστώτα: η λύση της μνηστείας ρυθμίζεται από τα άρθρα 1346-1349 ΑΚ, ενώ η λύση της ελεύθερης ένωσης από το άρθρο 6 ν. 4356/2015. Η σύγχυση των δύο βάσεων —φαινόμενο όχι σπάνιο στη δικαστηριακή πρακτική, λόγω της συχνής εναλλαγής της φύσης της σχέσης μέσα στον χρόνο— οδηγεί σε πλημμελείς δικογραφικές κατασκευές και ενδεχομένως σε αποφάσεις που εσφαλμένα υπάγουν την αγωγή σε νόμο μη αρμόζοντα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1346 ΑΚ, μνηστεία είναι η σύμβαση για μελλοντικό γάμο, η οποία καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεσή του. Διαστέλλεται από την απλή πρόταση προς γάμο —η οποία συνιστά δήλωση βουλήσεως ενός μόνον μέρους— καθώς και από τις ερωτικές σχέσεις που δεν συνδέονται με τη μελλοντική τέλεση γάμου. Σύμφωνα με παγία νομολογία, το στοιχείο της αμοιβαίας υπόσχεσης γάμου

«διακρίνει τη μνηστεία από την ελεύθερη ένωση, κατά την οποία όχι μόνο δεν υφίσταται συμφωνία των μερών περί τελέσεως γάμου, αλλά υπάρχει συνειδητή επιλογή τους να μείνουν εκτός των πλαισίων του γάμου (ΑΠ 1547/2025, ΑΠ 1141/2007).»

Συνέπεια της διάκρισης αυτής είναι ότι σχέση η οποία ξεκίνησε ως ελεύθερη ένωση μπορεί, κατά τη βούληση και τις επιλογές των μερών, να μεταπηδήσει σε μνηστεία —εφόσον επακολουθήσει αμοιβαία υπόσχεση γάμου— και εν συνεχεία να ανακτήσει τον χαρακτήρα της ελεύθερης ένωσης εάν η υπόσχεση εγκαταλειφθεί χωρίς τέλεση γάμου. Κατά τον κρίσιμο χρόνο της απόκτησης των επίμαχων περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή κατά τον χρόνο της συμβολής, πρέπει να εξετάζεται ποια ήταν η φύση της σχέσης. Το ζήτημα αυτό είναι καθαρά αποδεικτικό και κρίνεται βάσει της συνολικής εικόνας της σχέσης, των δηλώσεων των μερών και των συνθηκών συμβίωσης.

Η πρακτική σημασία της διάκρισης εντείνεται από το γεγονός ότι τα δύο καθεστώτα ακολουθούν διαφορετικές διατάξεις παραγραφής, και μάλιστα με αφετηρία που μπορεί να διαφέρει σημαντικά χρονικά: η διετία από τη μνηστεία αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο αυτή ελύθη ή ο ένας μνηστός απεβίωσε, ενώ η παραγραφή από τη λύση ελεύθερης ένωσης αρχίζει από τη λύση της συμβίωσης.

  1. Μνηστεία και αποκτήματα: το καθεστώς των ΑΚ 1347-1349

Επί της μνηστείας, το άρθρο 1347 ΑΚ ορίζει ότι η λύση της χωρίς σπουδαίο λόγο υποχρεώνει αυτόν που τη λύει σε αποζημίωση. Ειδικώς ως προς τις περιουσιακές παροχές, το άρθρο 1348 ΑΚ ορίζει ότι αν ο γάμος ματαιώθηκε, καθένας από τους μνηστευόμενους έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον άλλο «κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κάθε τι που του έδωσε ως δωρεά ή ως σύμβολο μνηστείας». Ως δωρεά λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια: τέτοια είναι, μεταξύ άλλων, αυτή που δόθηκε για την από τον λήπτη αγορά ακινήτου, οικίας ή καταστήματος (ΑΠ 1377/1989 ΕΕΝ 1990.570, Βαλτούδης, ΣΕΑΚ άρθρ. 1348 αρ. 4). Ο πλουτισμός είναι αδικαιολόγητος για μη επακολουθήσασα αιτία, υπόκειται δε στην ειδική διετή παραγραφή του άρθρου 1349 ΑΚ (Βαλτούδης, ΣΕΑΚ άρθρ. 1348 αρ. 1).

Επίσης κρίσιμη είναι η πρόβλεψη του άρθρου 1348 εδ. β΄ ΑΚ: «αν ο ένας από τους μνηστευόμενους πεθάνει, θεωρείται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έχει αποκλεισθεί η αναζήτηση όσων είχαν δοθεί». Η ρύθμιση αυτή —η οποία δεν έχει αντίστοιχο στο δίκαιο της ελεύθερης ένωσης— αποτελεί ισχυρό επιχείρημα εναντίον της αναλογικής εφαρμογής του ΑΚ 1348 σε σχέσεις που είχαν χαρακτήρα ελεύθερης ένωσης: ο νομοθέτης θέλησε ρητώς να τύχει ιδιαίτερης μεταχείρισης η περίπτωση θανάτου του ενός μνηστού.

  1. Το σύμφωνο συμβίωσης του ν. 4356/2015

Το σύμφωνο συμβίωσης, εισαχθέν από τον ν. 3719/2008 και εξελιχθέν από τον ν. 4356/2015, αποτελεί ενδιάμεσο θεσμό: παρέχει κανονιστική ρύθμιση στη συμβίωση χωρίς γάμο, αλλά απαιτεί έγγραφο συστατικό τύπο. Κατά το άρθρο 5 παρ. 2 εδ. α΄ ν. 4356/2015, «στις μη προσωπικές σχέσεις των μερών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εκτός αν τα μέρη τις ρυθμίσουν διαφορετικά κατά τη σύναψη του συμφώνου». Ως εκ τούτου, τα αποκτήματα του συμφώνου διέπονται από τα άρθρα 1400 επ. ΑΚ (αποκτήματα εν γάμω), αναλόγως εφαρμοζόμενα, και η παραγραφή υπόκειται στη διετία του άρθρου 1401 εδ. 3 ΑΚ.

Η αξιολογική ιεραρχία που προκύπτει είναι σαφής: γάμος → σύμφωνο συμβίωσης → ελεύθερη ένωση. Η κλιμάκωση αυτή δεν είναι τυχαία: αντικατοπτρίζει τον βαθμό θεσμοθέτησης του δεσμού, τον βαθμό εκούσιας αποδοχής κανονιστικής ρύθμισης και, ανάλογα, το επίπεδο προστασίας που παρέχει η έννομη τάξη στους εκάστοτε εταίρους.

ΙΙΙ. ΤΟ ΑΡΘΡΟ 6 ΤΟΥ Ν. 4356/2015: ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ, ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΚΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

  1. Κείμενο και σκοπός της διάταξης

Η θεσπιστική διάταξη ορίζει:

«Στις περιπτώσεις ελεύθερης συμβίωσης χωρίς σύμφωνο, η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς δίκες.»

Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4356/2015 είναι αποκαλυπτική ως προς τον κανονιστικό σκοπό:

«Στο άρθρο 6 ρυθμίζεται το ζήτημα της τύχης των αποκτημάτων στην περίπτωση της απλής ελεύθερης συμβίωσης χωρίς σύμφωνο και ορίζεται ότι στην περίπτωση αυτή η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η προσθήκη της διάταξης αυτής είναι απαραίτητη λόγω αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων που ανέκαθεν εκδίδοντο σχετικά και ιδίως επειδή μετά τον ν. 3719/2008 φάνηκε να διαμορφώνεται στη νομολογία η τάση να μην αποδίδονται τα αποκτήματα στην απλή ελεύθερη συμβίωση ούτε καν κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ.»

Το επιστημονικό σχόλιο στη διάταξη επισημαίνει ότι η αιτιολογική έκθεση δεν προσδιορίζει για ποια αιτία ο πλουτισμός δεν είναι διατηρητέος —αν πρόκειται για περίπτωση αχρεωστήτου, αιτίας μη επακολουθήσασας, λήξασας, παράνομης ή ανήθικης (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Οικ.Δικ., εκδ. 4η, σελ. 453). Η ασάφεια αυτή αφήνει ανοιχτό ένα ζήτημα δογματικής κατάταξης: το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά περίπτωση ποια μορφή αδικαιολόγητου πλουτισμού ανταποκρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Στην πλέον συνηθισμένη περίπτωση —εισφορά ενός συντρόφου στην αγορά ακινήτου στο όνομα του άλλου με προοπτική διαρκούς συμβίωσης— η ελεύθερη συμβίωση αποτελεί «αιτία» διατήρησης του πλουτισμού, η λύση της δε αναιρεί την αιτία αυτή, γεννώντας αξίωση αναζήτησης.

  1. Χρονικό πεδίο εφαρμογής — Αναδρομική ισχύς

Το δεύτερο εδάφιο της διάταξης («εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς δίκες») εισάγει μεταβατική ρύθμιση αναδρομικής ισχύος. Η ερμηνεία της είναι κρίσιμη: καταλαμβάνει κάθε περίπτωση στην οποία η ελεύθερη συμβίωση υπήρξε και διακόπηκε πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου, ασχέτως αν κατά το χρονικό εκείνο σημείο εκκρεμούσε δίκη ή η αγωγή ασκήθηκε μεταγενεστέρως (ΕΑ 9489/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 136/2022). Υπό αυτή την έννοια, ο νόμος λειτουργεί αμφίδρομα: ωφελεί μεν τον σύντροφο που δεν μπορούσε να θεμελιώσει αξίωση υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, ενδέχεται όμως να δημιουργεί αξίωση για τον αντίδικο όπου αυτός κινούσε δίκη επί σχέσης ελεύθερης ένωσης παλαιότερης του 2015, επιχειρώντας να εισπράξει ενώ δεν είχε παραγραφεί η τυχόν αξίωσή του.

  1. ΔΟΓΜΑΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ: Η ΣΧΕΣΗ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΥ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΗΣ ΑΚ 1400
  2. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός ως θεμέλιο (ΑΚ 904 επ.)

Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός ρυθμίζεται στα άρθρα 904-913 ΑΚ. Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 εδ. 1 ΑΚ, «όποιος πλούτισε χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια». Τα στοιχεία της διάταξης είναι: α) πλουτισμός του εναγόμενου, β) ζημία του ενάγοντος, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τους και δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας.

Ειδικά ως προς το τελευταίο στοιχείο —την έλλειψη νόμιμης αιτίας— έχει καθοριστική σημασία η νομολογία σύμφωνα με την οποία ουσιαστική δικαιολόγηση του πλουτισμού και επομένως νόμιμη αιτία διατήρησής του αποτελεί η προς τούτο βούληση του ζημιωθέντος. Επομένως, εκείνος που με την ελεύθερη βούλησή του ωφέλησε άλλον —π.χ. παρέχοντας υπηρεσίες δωρεάν ή προβαίνοντας σε κατάθεση χρημάτων σε λογαριασμό του χωρίς αντάλλαγμα— δεν μπορεί, παραβλέποντας την οικειοθελή πράξη του, να ζητήσει εν συνεχεία την επιστροφή της ωφέλειας (ΑΠ 915/2011, ΑΠ 194/1990 ΕΕΝ 1990.693, ΑΠ 180/2000, ΑΠ 351/1993 ΝοΒ 42.998). Κατ’ επέκταση, αν ο ενάγων ρητώς ιστορεί στο αγωγικό δικόγραφο ότι η παροχή έγινε «εξ ελευθεριότητας» ή «χωρίς πρόθεση αναζήτησης», η δήλωση αυτή συνιστά αυτοτελή νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού, ανατρέπουσα εξ αρχής την αξίωση αναζήτησης.

  1. Η αξίωση ΑΚ 1400 ως ειδικότερη μορφή αδικαιολόγητου πλουτισμού

Η δογματική σχέση μεταξύ της αξίωσης εκ του άρθρου 6 ν. 4356/2015 και της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα κατ’ άρθρο 1400 ΑΚ είναι ουσιαστική, όχι επιφανειακή. Ο Γεωργιάδης επισημαίνει ότι η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού ομοιάζει με την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, με τη δεύτερη να αποτελεί ειδικότερη μορφή της πρώτης: είναι μια αξίωση ομοίας φύσης και ίδιας αποστολής, αναπτυγμένη με αυτοτελείς όρους και απαλλαγμένη από τις τεχνικές αδυναμίες του ΑΚ 904. Άλλωστε, στο αρχικό σχέδιο της Συντακτικής Επιτροπής (άρθρο 35) και της Αναθεωρητικής Επιτροπής 1981 (άρθρο 40), η σχετική αξίωση καταστρωνόταν με παραπομπή στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού· η ρύθμιση αυτή βελτιώθηκε και εξελίχθηκε στη σημερινή αξίωση του ΑΚ 1400 (Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, ΕρμΑΚ, Δ. Παπαδόπουλος, άρθρ. 1400-1402, αρ. 3).

Η εκτεθείσα ιστορική σχέση των δύο αξιώσεων και η κοινή τους δογματική υποδομή έχουν άμεσες συνέπειες: α) Τα κριτήρια αξιολόγησης της συμβολής στη σχέση ελεύθερης ένωσης αντλούνται κατ’ αναλογία από το πλαίσιο του ΑΚ 1400 (συμβολή σε χρήμα ή σε εργασία, κοινή εκμετάλλευση επιχείρησης, οικιακή εργασία κ.λπ.) (Απ. Γεωργιάδης, Οικ.Δικ., εκδ. 4η, σελ. 453). β) Το ποσοτικό μέτρο της αξίωσης —η αναλογία συμμετοχής στον πλουτισμό— προσδιορίζεται με κριτήρια ισοδύναμα εκείνων της ΑΚ 1400. γ) Οι ενστάσεις που ισχύουν κατά της αξίωσης 1400 (παρ’ άλλου δωρεά, αμοιβή για υπηρεσίες, κ.λπ.) τυγχάνουν εφαρμογής και κατά της αξίωσης εκ του άρθρου 6 ν. 4356/2015.

  1. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΞΙΩΣΗΣ
  2. Ύπαρξη και διάρκεια της ελεύθερης συμβίωσης

Η ύπαρξη της ελεύθερης συμβίωσης αποτελεί πρωτεύουσα προϋπόθεση. Δεν αρκεί οποιαδήποτε ερωτική ή συναισθηματική σχέση· απαιτείται κοινή διαμονή ή τουλάχιστον κοινός οικονομικός βίος σταθερής διάρκειας, κοινωνικά αναγνωρισμένος. Στο επίπεδο της απόδειξης, αντικείμενο δυσχερής συχνά, πρέπει να αποδεικνύεται τόσο η ύπαρξη όσο και η χρονική αφετηρία της συμβίωσης, διότι από αυτή προσδιορίζονται τα «αποκτήματα».

Το ζήτημα της αποδείξεως της συμβίωσης είναι συχνά το πιο κρίσιμο νομικό-αποδεικτικό θέμα της δίκης. Ευχέρεια αποδείξεως παρέχουν κοινή φορολογική δήλωση, κοινή κατοικία στα επίσημα έγγραφα, ιατρικά αρχεία, μαρτυρικές καταθέσεις, αλληλογραφία, αποδείξεις κοινών εξόδων. Αντίθετα, αποδεικτικά ζητήματα ανακύπτουν όταν η συμβίωση δεν ήταν σταθερή ή τα μέρη διατηρούσαν χωριστές κατοικίες.

  1. Απόκτηση «μετά την έναρξη της συμβίωσης» — Η έννοια των αποκτημάτων

Ο όρος «αποκτήματα» εισάγεται από τον νόμο για πρώτη φορά στο δίκαιο της ελεύθερης ένωσης, με πρόδηλη αντιστοίχιση στον ομώνυμο όρο του δικαίου του γάμου (ΑΚ 1400) και του συμφώνου συμβίωσης. Η επιλογή του ιδίου νομοτεχνικού όρου δεν είναι τυχαία: εκφράζει βούληση αξιολογικής ενότητας μεταξύ των τριών θεσμών ως προς το αντικείμενο της κατανομής.

Ως «αποκτήματα» νοούνται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, εξαιρουμένων εκείνων που αποκτήθηκαν πριν από αυτή ή που κατά τη διάρκειά της αποκτήθηκαν από κληρονομία, δωρεά ή λόγω θανάτου τρίτου. Εμπίπτουν: η απόκτηση ακινήτου εν μέρει από κοινά χρήματα, η αποπληρωμή δόσεων στεγαστικού δανείου από τον ένα σύντροφο, η εργασία στην επιχείρηση του άλλου, η ανάληψη του νοικοκυριού με αποτέλεσμα απελευθέρωση εισοδήματος. Η κατά περίπτωση αποτίμηση της συμβολής και ο ακριβής προσδιορισμός της αναλογίας της αξίωσης αποτελούν αντικείμενο δικαστικής διακρίσεως.

  1. Ο πλουτισμός και η αιτιώδης συνάφεια

Ο πλουτισμός του συντρόφου-εναγόμενου μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές: αύξηση της περιουσίας του (κτήση ακινήτου, εξόφληση δανείου), αποφυγή μείωσής της (εξοικονόμηση δαπανών για οικιακή εργασία που πραγματοποίησε ο άλλος σύντροφος), διατήρηση υφιστάμενης περιουσιακής θέσης. Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμβολής του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγόμενου πρέπει να αποδεικνύεται και δεν τεκμαίρεται.

  1. Η έλλειψη νόμιμης αιτίας — Ειδικά ζητήματα

Κρίσιμο ερώτημα τίθεται όταν ο ενάγων ιστορεί ο ίδιος, στο δικόγραφο ή σε αυτό αναφερόμενα έγγραφα, ότι η παροχή έγινε «από ελευθεριότητα» ή ότι «δεν επιθυμούσε την αναζήτηση». Τέτοιες δηλώσεις, εκτός του ότι συνιστούν εξωδικαστική ομολογία κατ’ άρθρο 352 ΚΠολΔ, ανατρέπουν εκ θεμελίου το στοιχείο της έλλειψης νόμιμης αιτίας: η συνειδητή, οικειοθελής παροχή χωρίς πρόθεση αναζήτησης συνιστά αυτή καθεαυτή νόμιμη αιτία διατηρήσεως, αφαιρώντας τον αδικαιολόγητο χαρακτήρα του πλουτισμού. Η νομολογία είναι σαφής: «αυτός που με την ελεύθερη βούλησή του ωφέλησε άλλον δεν μπορεί, παραβλέποντας την οικειοθελή πράξη του, να ζητήσει την επιστροφή της ωφέλειας» (ΑΠ 915/2011, ΑΠ 180/2000).

Ξεχωριστό ζήτημα θέτει η περίπτωση κατά την οποία η αγωγή χαρακτηρίζει αντιφατικά την παροχή: άλλοτε ως δάνειο, άλλοτε ως χαριστική παροχή, άλλοτε ως συμβολή στην αγορά ακινήτου. Η τριπλή αυτή βάση, που ανακύπτει αρκετά συχνά στην πράξη ως αποτέλεσμα συσσώρευσης αγωγικών ισχυρισμών, πλήττει το ορισμένο της αγωγής κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, διότι η κάθε βάση συνεπάγεται διαφορετικά στοιχεία ιστορικής θεμελίωσης και διαφορετικές επεκτάσεις νόμου. Η αόριστη αγωγή απορρίπτεται χωρίς να απαντηθεί επί της ουσίας.

  1. ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ: ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΑΞΙΩΣΗΣ
  2. Η νομοθετική σιωπή ως αφετηρία

Ο νομοθέτης, θεσπίζοντας αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού υπέρ των απλών συντρόφων, ουδέν όρισε για τη παραγραφή της. Αντίθετα, η εντελώς ανάλογη αξίωση για τα αποκτήματα του γάμου (ΑΚ 1401 εδ. 3) παραγράφεται σε δύο χρόνια από τη λύση του γάμου, και η ίδια διετία εφαρμόζεται αναλόγως για το σύμφωνο συμβίωσης (άρθρο 5 ν. 4356/2015). Για τις αξιώσεις από μνηστεία, το άρθρο 1349 ΑΚ ορίζει επίσης διετή παραγραφή από το τέλος του έτους κατά το οποίο αυτές γεννήθηκαν.

Στέκεται λοιπόν ανοιχτό το ερώτημα: εφαρμόζεται η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ —διότι πρόκειται για αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά τον γράμμα— ή η διετής παραγραφή κατ’ αναλογία του άρθρου 1401 εδ. 3 ΑΚ ή άλλως 1349 ΑΚ, λόγω της αξιολογικής ομοιότητας των υποκειμένων σχέσεων;

  1. Τα εργαλεία αναλογικής εφαρμογής

Η μέθοδος της αναλογίας νόμου —ήτοι η εφαρμογή κανόνα δικαίου σε περίπτωση που ο νομοθέτης δεν ρύθμισε ρητώς— προϋποθέτει δύο σωρευτικές προϋποθέσεις: αφενός την ύπαρξη ακούσιου κενού —δηλαδή περίπτωσης που ο νομοθέτης δεν ρύθμισε χωρίς να έχει θελήσει να την αφήσει αρρύθμιστη— και αφετέρου ουσιαστική ομοιότητα της κοινωνικής σχέσης με άλλη νομοθετικώς ρυθμισμένη κατά τα ουσιώδη της σημεία (ΑΠ 874/2008, ΑΠ 206/2011, ΑΠ 1926/2013). Δεν υπάρχει κενό όταν ο νομοθέτης άφησε εκούσια μια περίπτωση αρρύθμιστη είτε διότι δεν τον ενδιέφερε η ρύθμιση είτε —κατά μείζονα λόγο— διότι δεν επιθυμούσε να τη ρυθμίσει.

Εν προκειμένω, και τα δύο στοιχεία συντρέχουν πειστικώς:

α) Ακούσιο κενό

Ο ν. 4356/2015 χρησιμοποιεί ρητώς τον όρο «αποκτήματα» —ίδιον του δικαίου γάμου και συμφώνου— και ρυθμίζει τα αποκτήματα του συμφώνου με εφαρμογή του άρθρου 1401 ΑΚ, ενώ σιωπά για την παραγραφή των αποκτημάτων ελεύθερης ένωσης. Η χρήση κοινής νομοτεχνικής γλώσσας αποκαλύπτει βούληση αξιολογικής ενότητας, και η σιωπή ως προς την παραγραφή δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί ως ακούσια παράλειψη. Επιπλέον, ο νομοθέτης που θεσπίζει ειδικές σύντομες παραγραφές για τα αποκτήματα γάμου και συμφώνου δεν μπορεί λογικά να επιθυμεί —με σκόπιμη σιωπή— να επιτρέπει εικοσαετή εκκρεμότητα επί αποκτημάτων ελεύθερης ένωσης.

β) Ουσιαστική ομοιότητα

Η βιοτική σχέση εκ γάμου, εκ συμφώνου συμβίωσης και εκ ελεύθερης ένωσης παρουσιάζουν τόσες ομοιότητες ώστε να συντρέχει επ’ όλων ο κοινός σκοπός θεσπίσεως σύντομης παραγραφής. Ο σκοπός αυτός διατυπώνεται εναργώς στη θεωρία: η κατά το άρθρο 1349 ΑΚ σύντομη παραγραφή

«δικαιολογείται από την αναγκαιότητα, μιας κατά το δυνατόν, ταχείας τακτοποίησης των εκκρεμοτήτων της μνηστείας έτσι ώστε να μη βρίσκει υποστήριξη η ενδεχόμενη εμπλοκή των μνηστών ή των συγγενών τους σε μακροχρόνια δράματα και μισαλλοδοξία (Απ. Γεωργιάδης εις Γεωργιάδης/Σταθόπουλος, ΕρμΑΚ, άρθρ. 1349 αρ. 1· Βαλτούδης, ΣΕΑΚ, άρθρ. 1349 αρ. 21).»

Ή, κατά τη διατύπωση Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη: «δεν ενδεικνύονταν να διατηρούνται για πολύ χρόνο οι οικονομικής φύσεως αξιώσεις μεταξύ των μνηστών» (Οικ.Δικ., εκδ. 9η, σελ. 41 αρ. 73). Ο ίδιος λόγος ισχύει κατ’ εξοχήν και για τους πρώην συντρόφους ελεύθερης ένωσης: η παρατεταμένη εκκρεμότητα αναβιώνει διαλυθείσες σχέσεις, δυσχεραίνει τη σύγκριση πλουτισμού-ζημίας διηνεκώς αυξανομένου χρονικού ορίζοντος, και εισάγει ανασφάλεια δικαίου.

  1. Ο καθοριστικός ρόλος της ΑΠ 1152/2022

Η ΑΠ 1152/2022 αποτελεί νομολογιακό ορόσημο για το ζήτημα που εξετάζεται. Εφαρμόζοντας το άρθρο 8 ΕΣΔΑ και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ο Άρειος Πάγος απεφάνθη ότι μεταξύ προσώπων συμβιούντων σε ελεύθερη ένωση δημιουργείται δεσμός «de facto οικογένειας». Η κρίση αυτή έχει σημαντικότατες ερμηνευτικές συνέπειες:

Πρώτον, η νομική αναγνώριση της ελεύθερης ένωσης ως οικογενειακού δεσμού εξισώνει αξιολογικά —τουλάχιστον ως προς τα ουσιώδη στοιχεία— τον θεσμό αυτόν με το σύμφωνο συμβίωσης και τον γάμο. Δεν νοείται η έννομη τάξη να αναγνωρίζει αφενός «de facto οικογένεια» και αφετέρου να επιτρέπει εικοσαετή εκκρεμότητα επί των περιουσιακών αξιώσεων που απορρέουν από αυτή, ενώ για τα αντίστοιχα «de jure» μορφώματα θεσπίζει διετή παραγραφή.

Δεύτερον, η αναγνώριση της ελεύθερης ένωσης ως de facto οικογένειας εξαλείφει τον δισταγμό που πριν τον νόμο 4356/2015 εμφάνιζε η θεωρία ως προς την αναλογία νόμου με τα άρθρα 1400-1401 ΑΚ. Η αναλογία πλέον ερείδεται και σε ρητό νομολογιακό έρεισμα. Η κάλυψη του κενού με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 1401 εδ. 3 ΑΚ, άλλως 1349 ΑΚ, γίνεται νομολογιακώς επιβεβλημένη.

  1. Χαρακτήρας των αναλογικώς εφαρμοζόμενων διατάξεων

Ένα τελευταίο και καθοριστικό επιχείρημα υπέρ της αναλογίας έγκειται στον αποσβεστικό χαρακτήρα των εφαρμοζόμενων διατάξεων. Πρόκειται για κανόνες που δεν ιδρύουν αλλά αποσβήνουν αξίωση, χάριν και του δημόσιου συμφέροντος —της ασφάλειας δικαίου και της οικονομίας της δίκης. Η αναλογική εφαρμογή διατάξεων που αποσβήνουν αξίωση υπέρ του καθ’ ου η αγωγή δεν εγείρει συνταγματικές ή γενικές νομικές αντιρρήσεις, αντίθετα από ό,τι θα συνέβαινε με αναλογική ίδρυση ή επέκταση αξίωσης.

  1. Πρακτικό συμπέρασμα

Βασίμως υποστηρίζεται ότι η αξίωση εκ των αποκτημάτων ελεύθερης ένωσης υπόκειται σε διετή παραγραφή αρχομένη από το τέλος του έτους κατά το οποίο αυτή γεννήθηκε —δηλαδή από τη λύση της ελεύθερης συμβίωσης. Η παραγραφή αυτή θεμελιώνεται: α) στην αναλογική εφαρμογή του άρθρου 1401 εδ. 3 ΑΚ (πρωτίστως), β) επικουρικώς δε στην αναλογική εφαρμογή του άρθρου 1349 ΑΚ, ενόψει: i) της αξιολογικής ενότητας των συμβιωτικών θεσμών όπως εκφράζεται ιδίως δια της χρήσης κοινού νομοτεχνικού όρου («αποκτήματα»), ii) του κοινού σκοπού σύντομης εκκαθάρισης, iii) της αναγνώρισης της ελεύθερης ένωσης ως de facto οικογένειας (ΑΠ 1152/2022), iv) του ακουσίου χαρακτήρα του νομοθετικού κενού, και v) του αποσβεστικού —και όχι ιδρυτικού— χαρακτήρα των αναλογικώς εφαρμοζόμενων κανόνων.

VII. ΕΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ

  1. Η αλλαγή φύσης της σχέσης κατά τη διάρκειά της — Τα στάδια ελεύθερης ένωσης και μνηστείας

Η πρακτική εμπειρία αναδεικνύει ότι ένας σημαντικός αριθμός υποθέσεων χαρακτηρίζεται από μεταβολή της φύσης της σχέσης: αρχική ελεύθερη ένωση που μετεξελίσσεται σε μνηστεία, εν συνεχεία δε σε ελεύθερη ένωση εκ νέου ή λύεται χωρίς γάμο. Στις περιπτώσεις αυτές, η νομική υπαγωγή της αξίωσης εξαρτάται καθοριστικά από τον χρόνο γενέσεώς της: αποκτήματα που συγκεντρώθηκαν κατά το στάδιο της μνηστείας διέπονται από τα άρθρα 1348-1349 ΑΚ, ενώ εκείνα κατά το στάδιο της ελεύθερης ένωσης από το άρθρο 6 ν. 4356/2015.

Η διάκριση αυτή μπορεί να καταστεί κρίσιμη και ως προς την παραγραφή: η αφετηρία της διετίας στη μνηστεία αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο λύθηκε ο αρραβώνας ή απεβίωσε ο μνηστός (άρθρο 1349 ΑΚ), ενώ στην ελεύθερη ένωση —υπό την ενδεχόμενη αναλογική εφαρμογή— από τη λύση της συμβίωσης. Επιπλέον, η εφαρμογή του άρθρου 1348 εδ. β΄ ΑΚ —αποκλεισμός αναζήτησης λόγω θανάτου του μνηστού— ισχύει μόνον επί μνηστείας και όχι επί ελεύθερης ένωσης.

  1. Η εξωδικαστική ομολογία ως μέσο άμυνας — Η «ελευθεριότητα» στο δικόγραφο

Ζήτημα ιδιαιτέρας πρακτικής σημασίας αποτελεί η περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων ιστορεί στο δικόγραφο αντιφατικούς ισχυρισμούς: αφενός διεκδικεί αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφετέρου αναφέρει ότι η παροχή έγινε «εξ ελευθεριότητας» ή «χωρίς πρόθεση αναζήτησης». Οι ιστορίσεις αυτές δεν αποτελούν απλώς αντίφαση στην ιστορική βάση της αγωγής —αν και η αντίφαση αυτή καθεαυτή δημιουργεί αοριστία. Αποτελούν επιπλέον εξωδικαστική ομολογία κατά την έννοια του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο.

Ρητή παραίτηση από αξίωση —έστω και άτυπη— ή ρητή δήλωση ότι η παροχή γινόταν χωρίς αντάλλαγμα, συνιστά νόμιμη αιτία διατηρήσεως του τυχόν πλουτισμού και ανατρέπει εξ αρχής το στοιχείο «χωρίς νόμιμη αιτία» του ΑΚ 904. Για τον λόγο αυτό, η σχολαστική ανάλυση του αγωγικού δικογράφου —και όλων των λοιπών σχετικών δικογράφων προηγούμενων δικών μεταξύ των ίδιων μερών— είναι απαράβατη πρακτική επιταγή για τον αμυνόμενο.

  1. Τo δεδικασμένο ομόθεμων αγωγών

Σε πολλές πρακτικά εμφανιζόμενες υποθέσεις, ο ενάγων άσκησε διαδοχικές αγωγές, κάθε φορά μετατρέπων τον νομικό χαρακτηρισμό της παροχής: άλλοτε ως δάνειο (ΑΚ 806), άλλοτε ως αξίωση από λύση μνηστείας (ΑΚ 1348), άλλοτε ως αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904). Εκτός του ότι η διαδοχική άσκηση ομόθεμων αγωγών εγείρει ζητήματα δεδικασμένου (ΑΚ 321 επ., ΚΠολΔ 330) —ιδίως όταν η αγωγή έχει απορριφθεί αμετακλήτως ως νόμω αβάσιμη βάσει της ίδιας ιστορικής αιτίας— αποκαλύπτει και αναντίστοιχη διαλεκτική: αφενός μεν ισχυρισμοί εντελώς ασύμβατοι μεταξύ τους (δάνειο αποκλείει αδικαιολόγητο πλουτισμό), αφετέρου χρησιμοποίηση του νόμου ως μέσου διαρκούς δικαστικής παρενόχλησης.

Το δικονομικό δεδικασμένο από απορρίψεως αγωγής ως νόμω αβάσιμης εκτείνεται και στις συνέπειες του κρηπιδώματός της: αν η απόφαση έκρινε ότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν θεμελιώνουν αξίωση βάσει της συγκεκριμένης διάταξης, τούτο καλύπτει και μεταγενέστερη αγωγή που θεμελιώνεται επί της αυτής ιστορικής αιτίας υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον ο νέος χαρακτηρισμός δεν προσθέτει διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.

  1. Ζήτημα ορισμένου στον προσδιορισμό της αξίωσης

Κατά πάγια νομολογία, η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού ερείδεται επί ΚΠολΔ 216 και πρέπει να ιστορεί με σαφήνεια: α) το είδος της παροχής, β) το ύψος της, γ) τον τρόπο με τον οποίο έγινε (μεταφορά, κατάθεση σε λογαριασμό, εργασία αποτιμητή σε χρήμα), δ) την αιτία για την οποία έγινε και ε) τη νομική βάση στην οποία θεμελιώνεται η αξίωση αναζήτησης. Αγωγή που αναμιγνύει αρρήτως πλείονα νομικά ερείσματα ή αφήνει ασαφή τον νομικό χαρακτηρισμό της παροχής πάσχει αοριστία και απορρίπτεται. Τούτο αποτελεί στη δικαστηριακή πρακτική συχνό ελάττωμα αγωγών που αφορούν αποκτήματα ελεύθερης ένωσης, ιδίως όταν η αγωγή στρέφεται κατά κληρονόμων και ο ενάγων επιχειρεί να καλύψει αδυναμίες αποδείξεως με πληθώρα νομικών χαρακτηρισμών.

VIII. ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 6 ν. 4356/2015 αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική παρέμβαση: αντιμετωπίζει ορθώς τη νομολογιακή αναρχία, δίνοντας ρητή νομοθετική βάση στην αξίωση του συντρόφου. Δεν επιλύει, ωστόσο, όλα τα ζητήματα που αναδύονται.

Εκ της ανωτέρω ανάλυσης προκύπτουν οι ακόλουθες θέσεις:

  1. Η ελεύθερη ένωση διακρίνεται αυστηρώς από τη μνηστεία και το σύμφωνο συμβίωσης. Η κατηγοριοποίηση της σχέσης κατά τον χρόνο γενέσεως της συμβολής καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο και την αφετηρία παραγραφής.
  2. Η αξίωση εκ των αποκτημάτων ελεύθερης ένωσης θεμελιώνεται στις γενικές διατάξεις ΑΚ 904 επ., δογματικώς δε ανήκει στην ίδια οικογένεια με την αξίωση ΑΚ 1400, της οποίας αποτελεί λιγότερο εξελιγμένη μορφή.
  3. Η νομοθετική σιωπή ως προς την παραγραφή αποτελεί ακούσιο κενό. Η ανάλογη εφαρμογή της διετίας ΑΚ 1401 εδ. 3 —άλλως ΑΚ 1349— είναι επιβεβλημένη βάσει αξιολογικής ομοιότητας, κοινού νομοτεχνικού όρου και νομολογιακής κατοχύρωσης της de facto οικογένειας.
  4. Η ΑΠ 1152/2022, αναγνωρίζοντας de facto οικογένεια μεταξύ ελεύθερων συντρόφων, εξαλείφει τον δισταγμό αναλογίας και καθιστά αδύνατη την εφαρμογή γενικής εικοσαετούς παραγραφής, ασύμβατης με την αξιολογική ενότητα του οικογενειακού δικαίου.
  5. Στη δικαστηριακή πράξη, τα αποτελεσματικά μέσα άμυνας περιλαμβάνουν: την ένσταση αοριστίας, τη νόμιμη αιτία διατηρήσεως βάσει ελευθεριότητας, το δεδικασμένο προηγούμενων δικών και πρωτίστως την ένσταση παραγραφής.
  6. Ο νομικός σχεδιασμός σε υποθέσεις αποκτημάτων ελεύθερης ένωσης απαιτεί λεπτή δογματική ανάλυση και όχι μηχανική εφαρμογή του άρθρου 6 ν. 4356/2015. Η ζητηθείσα παρέμβαση —αποδοχή ή απόκρουση αξίωσης— κερδίζεται ή χάνεται συχνά επί τεχνικών νομικών πεδίων: αοριστία, παραγραφή, νόμιμη αιτία.

Δεδομένης της αυξανόμενης επικαιρότητας του θέματος, η ανάπτυξη ειδικής νομολογίας αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Είναι αναμενόμενο ο Άρειος Πάγος να κληθεί εντός ολίγων ετών να αποφανθεί ρητώς για το ζήτημα παραγραφής, διαμορφώνοντας πάγια κατεύθυνση που αναλογεί στη βαρύτητα του θεσμού.

 

 

 

© Βασίλειος Β. Σπανουδάκης | Σπανουδάκης & Συνεργάτες | Ηράκλειο Κρήτης