ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΕΞ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΕΝΩΣΗΣ: Το Ακούσιο Νομοθετικό Κενό του Άρθρου 6 Ν. 4356/2015 και η Αναλογική Εφαρμογή των Άρθρων 1401 εδ. 3 ή 1349 ΑΚ

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΕΞ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΕΝΩΣΗΣ:

Το Νομοθετικό Κενό του Άρθρου 6 Ν. 4356/2015

και η Αναλογική Εφαρμογή των Άρθρων 1401 εδ. γ΄ ή 1349 ΑΚ

Βασίλειος Β. Σπανουδάκης

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διευθύνων Εταίρος, Σπανουδάκης & Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρία, Ηράκλειο Κρήτης

Περίληψη: Το άρθρο εξετάζει τη νομική τύχη των αποκτημάτων κατά τη λύση της ελεύθερης ένωσης υπό το άρθρο 6 ν. 4356/2015, που εισήγαγε για πρώτη φορά ρητή σχετική ρύθμιση. Οριοθετεί την ελεύθερη ένωση έναντι της μνηστείας και του συμφώνου συμβίωσης, με έμφαση στις πρακτικές συνέπειες κάθε υπαγωγής. Αναλύει τη σχέση της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού με την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του ΑΚ 1400, καθώς και τις κρίσιμες διαφορές τους. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η παραγραφή: υποστηρίζεται η αναλογική εφαρμογή της διετίας του ΑΚ 1401 εδ. γ΄, άλλως του ΑΚ 1349, εκτίθενται όμως και τα αντίθετα επιχειρήματα, καθώς δημοσιευμένη κρίση του Αρείου Πάγου επί του συγκεκριμένου ζητήματος δεν έχει εντοπισθεί. Συνεκτιμάται η αναγνώριση της ελεύθερης ένωσης ως «de facto οικογένειας» στη νομολογία και, πλέον, στο κληρονομικό δίκαιο (ν. 5303/2026). Εξετάζονται τέλος ζητήματα της δικαστηριακής πράξης.

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Η ελεύθερη ένωση —ή ελεύθερη συμβίωση, κατά την ορολογία του νόμου— αποτελεί σήμερα διαδεδομένη μορφή συμβίωσης. Ζευγάρια ζουν επί μακρόν χωρίς γάμο και χωρίς σύμφωνο συμβίωσης, οργανώνουν κοινή οικονομική ζωή, αποκτούν τέκνα, αγοράζουν ακίνητα, συνεισφέρουν ο ένας στην περιουσία του άλλου. Όταν η σχέση λύεται —με χωρισμό ή με θάνατο— ανακύπτουν οξέα ζητήματα περιουσιακής εκκαθάρισης.

Τα ζητήματα αυτά παρέμειναν επί μακρόν χωρίς νομοθετική ρύθμιση. Τα δικαστήρια εξέδιδαν αντιφατικές αποφάσεις: άλλοτε εφάρμοζαν τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.), άλλοτε απέρριπταν κάθε αξίωση του συντρόφου, κρίνοντας ότι οι παροχές έγιναν από ελευθεριότητα. Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4356/2015 καταγράφει ρητώς ότι μετά τον ν. 3719/2008 διαμορφώθηκε η τάση να μην αποδίδονται τα αποκτήματα της απλής ελεύθερης συμβίωσης ούτε καν κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ.

Η νομοθετική απάντηση ήλθε με το άρθρο 6 ν. 4356/2015, το οποίο υπήγαγε ρητώς την τύχη των αποκτημάτων της ελεύθερης συμβίωσης στις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ρύθμιση είναι λακωνική. Γεννά ζητήματα δογματικής κατάταξης και πρακτικής εφαρμογής, με κυρίαρχο εκείνο της παραγραφής, για την οποία ο νόμος σιωπά.

Σκοπός του παρόντος είναι: α) η εννοιολογική οριοθέτηση των συμβιωτικών σχέσεων υπό το ισχύον δίκαιο, β) η δογματική ανάλυση της αξίωσης του άρθρου 6 ν. 4356/2015 και γ) η τεκμηριωμένη πρόταση για το ζήτημα της παραγραφής, με ρητή έκθεση των αντίθετων επιχειρημάτων και των ρίσκων της θέσης.

ΙΙ. ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ: ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΝΩΣΗ, ΜΝΗΣΤΕΙΑ, ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ, ΓΑΜΟΣ

  1. Η έννοια της ελεύθερης ένωσης

Ο ν. 4356/2015 δεν ορίζει την ελεύθερη συμβίωση. Η έννοια διαπλάθεται από θεωρία και νομολογία ως σχέση δύο προσώπων που επέλεξαν συνειδητά κοινή συμβιωτική ζωή χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης και χωρίς να έχουν αναλάβει υποχρέωση τέλεσης γάμου. Η απουσία αμοιβαίας υπόσχεσης γάμου είναι το κριτήριο διάκρισης από τη μνηστεία.

Η ελεύθερη ένωση δεν εξαντλείται σε ερωτική σχέση. Απαιτεί σταθερότητα, διάρκεια, κοινή κατοικία κατά κανόνα και κοινή οικονομική οργάνωση. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η νομολογία του Αρείου Πάγου, με έρεισμα το άρθρο 8 ΕΣΔΑ και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, την αναγνωρίζει ως «de facto οικογένεια» (ΑΠ 1152/2022· ΑΠ 1194/2023, επί της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατ’ ΑΚ 932 εδ. γ΄, για σύντροφο με κοινά τέκνα). Η αναγνώριση αυτή έχει ερμηνευτική σημασία και για το ζήτημα της παραγραφής, με τα όρια που εκτίθενται κατωτέρω (υπό VI.3).

  1. Η διάκριση από τη μνηστεία — Δογματική και πρακτική σημασία

Η οριοθέτηση ελεύθερης ένωσης και μνηστείας έχει καθοριστική πρακτική σημασία, διότι οι δύο σχέσεις υπάγονται σε διαφορετικό καθεστώς: οι αξιώσεις από τη μνηστεία ρυθμίζονται από τα άρθρα 1346-1349 ΑΚ, η τύχη των αποκτημάτων της ελεύθερης ένωσης από το άρθρο 6 ν. 4356/2015 σε συνδυασμό με τα άρθρα 904 επ. ΑΚ. Η σύγχυση των δύο βάσεων —συχνή στην πράξη, διότι η φύση της σχέσης μεταβάλλεται στον χρόνο— οδηγεί σε πλημμελή δικόγραφα και σε αποφάσεις που υπάγουν την αγωγή σε μη αρμόζουσα διάταξη.

Κατά το άρθρο 1346 ΑΚ, μνηστεία είναι η σύμβαση για μελλοντικό γάμο, που καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων. Διαστέλλεται από την απλή πρόταση γάμου —μονομερή δήλωση βουλήσεως— και από ερωτικές σχέσεις που δεν συνδέονται με μελλοντικό γάμο. Κατά τη νομολογία, το στοιχείο της αμοιβαίας υπόσχεσης γάμου

«διακρίνει τη μνηστεία από την ελεύθερη ένωση, κατά την οποία όχι μόνο δεν υφίσταται συμφωνία των μερών περί τελέσεως γάμου, αλλά υπάρχει συνειδητή επιλογή τους να μείνουν εκτός των πλαισίων του γάμου» (ΑΠ 1547/2025, ΑΠ 1141/2007).

Συνεπώς σχέση που ξεκίνησε ως ελεύθερη ένωση μπορεί να μεταπέσει σε μνηστεία, αν επακολουθήσει αμοιβαία υπόσχεση γάμου, και να επανέλθει σε ελεύθερη ένωση, αν η υπόσχεση εγκαταλειφθεί. Κρίσιμος είναι ο χρόνος της συμβολής: τότε εξετάζεται η φύση της σχέσης. Το ζήτημα είναι πραγματικό και κρίνεται από το σύνολο των περιστάσεων —δηλώσεις των μερών, σύμβολα μνηστείας, συνθήκες συμβίωσης, ιδίως δε όσα ο ίδιος ο ενάγων ιστορεί στα δικόγραφά του.

Η διάκριση έχει άμεση επίπτωση στην παραγραφή: οι αξιώσεις από τη μνηστεία παραγράφονται όταν περάσει διετία από το τέλος του έτους κατά το οποίο αυτή λύθηκε (ΑΚ 1349)· η αξίωση του άρθρου 6 ν. 4356/2015 υπόκειται, κατά τη γραμματική ερμηνεία, στη γενική εικοσαετή παραγραφή (ΑΚ 249), ενώ με την εδώ υποστηριζόμενη αναλογία σε διετή (υπό VI).

  1. Μνηστεία και περιουσιακές παροχές: το καθεστώς των ΑΚ 1347-1349

Κατά το άρθρο 1347 ΑΚ, ο μνηστευμένος που υπαναχωρεί χωρίς σπουδαίο λόγο, ή δίνει με υπαιτιότητά του σπουδαίο λόγο υπαναχώρησης στον άλλον, υποχρεούται σε αποζημίωση. Κατά το άρθρο 1348 ΑΚ, αν ο γάμος ματαιώθηκε, καθένας από τους μνηστευμένους δικαιούται να αναζητήσει από τον άλλον, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ό,τι του έδωσε ως δώρο ή ως σύμβολο της μνηστείας. Η έννοια της δωρεάς λαμβάνεται ευρέως· περιλαμβάνει και την παροχή για την αγορά ακινήτου, οικίας ή καταστήματος από τον λήπτη (ΑΠ 1377/1989 ΕΕΝ 1990.570· Βαλτούδης, ΣΕΑΚ, άρθρ. 1348 αρ. 4). Ο πλουτισμός είναι αδικαιολόγητος λόγω αιτίας που δεν επακολούθησε και υπόκειται στην ειδική διετή παραγραφή του άρθρου 1349 ΑΚ (Βαλτούδης, ΣΕΑΚ, άρθρ. 1348 αρ. 1). Η διετία καταλαμβάνει όλες τις αξιώσεις από τη μνηστεία, είτε στηρίζονται στο άρθρο 1347 είτε στο άρθρο 1348 ΑΚ (ΑΠ 1852/2008, ΑΠ 1952/2008).

Κρίσιμη είναι και η ρύθμιση του άρθρου 1348 ΑΚ για την περίπτωση θανάτου: αν ο ένας από τους μνηστευμένους πεθάνει, θεωρείται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έχει αποκλεισθεί η αναζήτηση. Η ρύθμιση δεν έχει αντίστοιχο στο δίκαιο της ελεύθερης ένωσης και αποτελεί επιχείρημα κατά της αναλογικής εφαρμογής του ΑΚ 1348 σε σχέσεις ελεύθερης ένωσης: ο νομοθέτης ρύθμισε ειδικά τον θάνατο του μνηστού. Αντιστρόφως, για τον αμυνόμενο κληρονόμο, η υπαγωγή της σχέσης στη μνηστεία ενεργοποιεί το τεκμήριο αποκλεισμού της αναζήτησης.

  1. Το σύμφωνο συμβίωσης του ν. 4356/2015

Το σύμφωνο συμβίωσης, που εισήχθη με τον ν. 3719/2008 και ρυθμίζεται πλέον από τον ν. 4356/2015 (ΦΕΚ Α΄ 181/24.12.2015), αποτελεί ενδιάμεσο θεσμό: παρέχει κανονιστικό πλαίσιο στη συμβίωση χωρίς γάμο, απαιτεί όμως συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχώριση στο ληξιαρχείο. Κατά το άρθρο 5 παρ. 2 ν. 4356/2015, στις μη προσωπικές σχέσεις των μερών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από τον γάμο, εκτός αν τα μέρη τις ρυθμίσουν διαφορετικά κατά τη σύναψη του συμφώνου· τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή της. Επομένως τα αποκτήματα του συμφώνου διέπονται, αναλόγως, από τα άρθρα 1400 επ. ΑΚ, και η σχετική αξίωση υπόκειται στη διετή παραγραφή του άρθρου 1401 εδ. γ΄ ΑΚ.

Προκύπτει κλιμάκωση: γάμος — σύμφωνο συμβίωσης — ελεύθερη ένωση. Η κλιμάκωση αντανακλά τον βαθμό θεσμοθέτησης του δεσμού και την εκούσια αποδοχή κανονιστικού πλαισίου από τα μέρη. Η ίδια κλιμάκωση, όπως θα φανεί, χρησιμοποιείται και ως επιχείρημα κατά της αναλογίας.

ΙΙΙ. ΤΟ ΑΡΘΡΟ 6 ΤΟΥ Ν. 4356/2015: ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ, ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΚΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

  1. Κείμενο και σκοπός της διάταξης

Το άρθρο 6 ν. 4356/2015 («Ελεύθερη συμβίωση») ορίζει:

«Στην περίπτωση ελεύθερης συμβίωσης χωρίς σύμφωνο, η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς δίκες.»

Η αιτιολογική έκθεση αναφέρει:

«Στο άρθρο 6 ρυθμίζεται το ζήτημα της τύχης των αποκτημάτων στην περίπτωση της απλής ελεύθερης συμβίωσης χωρίς σύμφωνο και ορίζεται ότι στην περίπτωση αυτή η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η προσθήκη της διάταξης αυτής είναι απαραίτητη λόγω αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων που ανέκαθεν εκδίδονταν σχετικά και ιδίως επειδή μετά τον ν. 3719/2008 φάνηκε να διαμορφώνεται στη νομολογία η τάση να μην αποδίδονται τα αποκτήματα στην απλή ελεύθερη συμβίωση ούτε καν κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ.»

Η διάταξη δεν προσδιορίζει για την έλλειψη ποιας αιτίας ο πλουτισμός δεν είναι διατηρητέος: αχρεωστήτου, αιτίας που δεν επακολούθησε, αιτίας που έληξε, παράνομης ή ανήθικης (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Οικογενειακό Δίκαιο, εκδ. 4η, σελ. 453). Το δικαστήριο εξετάζει κατά περίπτωση ποια μορφή ανταποκρίνεται στα ιστορούμενα. Στην τυπική περίπτωση —συμβολή του ενός συντρόφου στην αγορά ακινήτου στο όνομα του άλλου, με προοπτική διαρκούς συμβίωσης— η προσδοκία της συνέχισης της κοινής ζωής αποτελεί τη βάση της παροχής· η λύση της συμβίωσης αναιρεί τη βάση αυτή και γεννά αξίωση αναζήτησης λόγω αιτίας που έληξε ή δεν επακολούθησε.

Η νομολογία μετά το 2015 απαιτεί ο ενάγων να ιστορήσει και να αποδείξει: την ύπαρξη κοινωνίας βίου, την ανταποδοτική βάση των εκατέρωθεν συμβολών, τη δημιουργία, εξ αφορμής της συμβίωσης, συνδέσμου εμπιστοσύνης και ότι οι παροχές έγιναν με την προϋπόθεση της συνέχισης της κοινής ζωής ή περιουσιακού ανταλλάγματος, όχι από ελευθεριότητα (ΜΕφΠειρ 136/2022, με παραπομπή σε ΑΠ 1751/2014, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 1155/2017). Ρητώς κρίνεται ότι επί της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν ισχύει το μαχητό τεκμήριο συμβολής κατά το 1/3 του ΑΚ 1400 (ΜΕφΠειρ 136/2022).

  1. Χρονικό πεδίο εφαρμογής — Εφαρμογή σε εκκρεμείς δίκες

Το δεύτερο εδάφιο («εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς δίκες») εισάγει μεταβατική ρύθμιση γνήσιας αναδρομικότητας. Κατά την ορθότερη ερμηνεία, η διάταξη καταλαμβάνει κάθε ελεύθερη συμβίωση που υπήρξε και λύθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου, ανεξαρτήτως αν τότε εκκρεμούσε δίκη ή αν η αγωγή ασκήθηκε μεταγενέστερα (ΕφΑθ 9489/2021 ΝΟΜΟΣ· ΜΕφΠειρ 136/2022· Απ. Γεωργιάδης, ό.π., σελ. 453). Η συνέπεια είναι αμφίδρομη: ο σύντροφος αποκτά ρητό έρεισμα για αξίωση που η προγενέστερη νομολογία συχνά απέρριπτε· ο αμυνόμενος, αντιστοίχως, μπορεί να αντιτάξει και σε παλαιές σχέσεις τις ενστάσεις του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού και, κατά την εδώ θέση, την ένσταση διετούς παραγραφής.

  1. Η μεταγενέστερη νομοθετική εξέλιξη: ν. 5303/2026

Με τον ν. 5303/2026 (ΦΕΚ Α΄ 81/22.5.2026) για την αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου, ο σύντροφος σε ελεύθερη ένωση αποκτά, για κληρονομίες που επάγονται από 16.9.2026, δικαιώματα στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, εφόσον δεν υπάρχει επιζών σύζυγος και η συμβίωση ήταν μόνιμη κατά την τελευταία τριετία πριν από τον θάνατο (η τριετία δεν απαιτείται αν υπάρχουν κοινά τέκνα): εξαίρετο, αποκλειστική και δωρεάν χρήση της κοινής κύριας κατοικίας για ένα έτος και, ελλείψει συγγενών των προβλεπόμενων τάξεων, κλήση στο σύνολο της κληρονομίας. Το δικαίωμα βεβαιώνεται δικαστικά κατά τη νέα διαδικασία του άρθρου 812Α ΚΠολΔ.

Η εξέλιξη αυτή έχει διπλή σημασία για το εξεταζόμενο ζήτημα. Αφενός, ο νομοθέτης αναγνωρίζει πλέον ο ίδιος την ελεύθερη ένωση ως έννομη σχέση με οικογενειακές συνέπειες, γεγονός που ενισχύει το επιχείρημα της αξιολογικής συγγένειας με τον γάμο και το σύμφωνο. Αφετέρου, ο ίδιος νομοθέτης επανήλθε στην ελεύθερη ένωση χωρίς να συμπληρώσει το άρθρο 6 ν. 4356/2015 με ρύθμιση παραγραφής —στοιχείο που ο αντίδικος θα επικαλεσθεί ως ένδειξη εκούσιας σιωπής (υπό VI.4).

  1. ΔΟΓΜΑΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ: ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΗ ΑΚ 1400
  2. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός ως θεμέλιο (ΑΚ 904 επ.)

Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 εδ. α΄ ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Στοιχεία της αξίωσης είναι: α) πλουτισμός του υπόχρεου, β) ζημία του δικαιούχου, γ) αιτιώδης συνάφεια και δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας.

Ως προς το τελευταίο στοιχείο, κατά πάγια νομολογία νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού αποτελεί η προς τούτο βούληση του ζημιωθέντος. Όποιος με την ελεύθερη βούλησή του ωφέλησε άλλον —π.χ. με δωρεάν παροχή υπηρεσιών ή με κατάθεση χρημάτων σε λογαριασμό του χωρίς αντάλλαγμα— δεν μπορεί, παραβλέποντας την οικειοθελή πράξη του, να ζητήσει την επιστροφή της ωφέλειας (ΑΠ 915/2011· ΑΠ 180/2000· ΑΠ 351/1993 ΝοΒ 42.998· ΑΠ 194/1990 ΕΕΝ 1990.693).

  1. Η αξίωση ΑΚ 1400 ως ειδικότερη μορφή αδικαιολόγητου πλουτισμού — Ομοιότητες και διαφορές

Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του ΑΚ 1400 έχει την ιστορική της ρίζα στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στο αρχικό σχέδιο της Συντακτικής Επιτροπής (άρθρο 35) και στο σχέδιο της Αναθεωρητικής Επιτροπής 1981 (άρθρο 40) η αξίωση καταστρωνόταν με παραπομπή στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού· εξελίχθηκε στη σημερινή αυτοτελή αξίωση, απαλλαγμένη από τις τεχνικές αδυναμίες του ΑΚ 904 (Γεωργιάδης/Σταθόπουλος, ΑΚ, Δ. Παπαδόπουλος, άρθρ. 1400-1402 αρ. 3). Υπό την έννοια αυτή, οι δύο αξιώσεις έχουν όμοια φύση και αποστολή: την απόδοση στον δικαιούχο της περιουσιακής αύξησης που οφείλεται στη δική του συμβολή.

Η κοινή καταγωγή δεν πρέπει να οδηγεί σε ταύτιση. Η αξίωση του άρθρου 6 ν. 4356/2015 παραμένει αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, με τις ακόλουθες πρακτικά κρίσιμες διαφορές:

α) Τεκμήριο συμβολής. Δεν ισχύει το μαχητό τεκμήριο του 1/3 του ΑΚ 1400· ο ενάγων αποδεικνύει την πραγματική του συμβολή και την αιτιώδη σύνδεσή της με τον πλουτισμό (ΜΕφΠειρ 136/2022). Η νομολογία δεν εφαρμόζει αναλογικά τα άρθρα 1400-1402 ΑΚ επί ελεύθερης ένωσης ως θεμέλιο της αξίωσης.

β) Μέτρο της αξίωσης. Αντικείμενο είναι η ωφέλεια του υπόχρεου, στο μέτρο που προέρχεται από την περιουσία ή με ζημία του ενάγοντος, και όχι ποσοστό επί της συνολικής περιουσιακής αύξησης. Ο υπόχρεος απαλλάσσεται στο μέτρο που κατά την επίδοση της αγωγής δεν είναι πλέον πλουσιότερος (ΑΚ 909).

γ) Έλλειψη νόμιμης αιτίας. Στοιχείο της ιστορικής βάσης, που βαρύνει τον ενάγοντα, είναι η έλλειψη νόμιμης αιτίας· η ελευθεριότητα αναιρεί την αξίωση. Αντίθετα, στην αξίωση του ΑΚ 1400 αρκεί η συμβολή.

δ) Κληρονομική διαδοχή. Η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως κοινή ενοχική αξίωση, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους και ασκείται κατά των κληρονόμων του υπόχρεου, χωρίς τους περιορισμούς του ΑΚ 1401.

Η ιστορική και δογματική συγγένεια αξιοποιείται λοιπόν ερμηνευτικά —ιδίως για την αξιολόγηση της συμβολής (σε χρήμα, σε εργασία, στην επιχείρηση του άλλου, στο νοικοκυριό) και για το ζήτημα της παραγραφής— όχι ως έρεισμα για μεταφορά των ευνοϊκών για τον ενάγοντα κανόνων του ΑΚ 1400.

  1. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΞΙΩΣΗΣ
  2. Ύπαρξη και διάρκεια της ελεύθερης συμβίωσης

Πρωταρχική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ελεύθερης συμβίωσης. Δεν αρκεί ερωτική ή συναισθηματική σχέση· απαιτείται κοινή διαμονή ή τουλάχιστον κοινός, σταθερός και διαρκής οικονομικός βίος, κοινωνικά αναγνωρίσιμος. Ο ενάγων αποδεικνύει τόσο την ύπαρξη όσο και την αφετηρία και τη λήξη της συμβίωσης: η αφετηρία οριοθετεί τα «αποκτήματα», η λήξη την αφετηρία της παραγραφής.

Αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, η δήλωση κοινής κατοικίας σε δημόσια έγγραφα, οι λογαριασμοί κοινής οικίας, η αλληλογραφία και τα ηλεκτρονικά μηνύματα, οι αποδείξεις κοινών δαπανών, οι μαρτυρικές καταθέσεις. Αποδεικτικά κενά ανακύπτουν όταν η συμβίωση ήταν διακεκομμένη ή τα μέρη διατηρούσαν χωριστές κατοικίες.

  1. Απόκτηση «μετά την έναρξη της συμβίωσης» — Η έννοια των αποκτημάτων

Ο όρος «αποκτήματα» εισάγεται για πρώτη φορά στο δίκαιο της ελεύθερης ένωσης, με πρόδηλη αντιστοίχιση προς τον ομώνυμο όρο του ΑΚ 1400 και του συμφώνου συμβίωσης. Ο νόμος τα ορίζει μόνο χρονικά: περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά την έναρξη της συμβίωσης.

Ερμηνευτικά, και με αντλούμενο από τον ΑΚ 1400 κριτήριο, υποστηρίζεται ότι εξαιρούνται όσα αποκτήθηκαν από κληρονομία, δωρεά ή κληροδοσία· εκεί, άλλωστε, λείπει κατά κανόνα η αιτιώδης σύνδεση με συμβολή του άλλου συντρόφου. Εμπίπτουν ενδεικτικά: η αγορά ακινήτου εν όλω ή εν μέρει με χρήματα του άλλου συντρόφου, η αποπληρωμή δόσεων στεγαστικού δανείου, η εργασία στην επιχείρηση του άλλου, η ανάληψη του νοικοκυριού με αποτέλεσμα την αποδέσμευση εισοδήματος για αποταμίευση ή επένδυση. Η αποτίμηση της συμβολής κρίνεται κατά περίπτωση.

  1. Ο πλουτισμός και η αιτιώδης συνάφεια

Ο πλουτισμός μπορεί να συνίσταται σε αύξηση της περιουσίας (κτήση ακινήτου, εξόφληση δανείου) ή σε αποφυγή μείωσής της (εξοικονόμηση δαπανών λόγω οικιακής εργασίας του άλλου). Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ συμβολής και πλουτισμού πρέπει να ιστορείται ειδικά και να αποδεικνύεται· δεν τεκμαίρεται.

  1. Η έλλειψη νόμιμης αιτίας — Η ελευθεριότητα στο δικόγραφο

Κρίσιμο ερώτημα τίθεται όταν ο ίδιος ο ενάγων ιστορεί ότι η παροχή έγινε «από ελευθεριότητα» ή «χωρίς πρόθεση αναζήτησης». Ο ισχυρισμός αυτός αναιρεί το στοιχείο της έλλειψης νόμιμης αιτίας: η συνειδητή, οικειοθελής παροχή χωρίς πρόθεση αναζήτησης αποτελεί η ίδια νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού (ΑΠ 915/2011, ΑΠ 180/2000). Αν περιέχεται στο ίδιο το δικόγραφο της αγωγής, η αγωγή είναι, ως προς τη σχετική παροχή, μη νόμιμη, διότι τα ιστορούμενα περιστατικά δεν θεμελιώνουν το αίτημα· επιπλέον, η δήλωση αποτελεί δικαστική ομολογία (ΚΠολΔ 352 παρ. 1). Αν περιέχεται σε δικόγραφα προγενέστερων δικών μεταξύ των ίδιων μερών, αποτελεί εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Διαφορετικό ζήτημα θέτει η αγωγή που χαρακτηρίζει την ίδια παροχή άλλοτε ως δάνειο, άλλοτε ως χαριστική παροχή και άλλοτε ως συμβολή στην αγορά ακινήτου. Η σώρευση πλειόνων βάσεων είναι επιτρεπτή μόνο σε σχέση επικουρικότητας (ΚΠολΔ 219)· η αγωγή που προβάλλει κυρίως αντιφατικά περιστατικά ως προς την αιτία της παροχής, χωρίς να τα διατάσσει επικουρικώς, είναι αόριστη κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ και απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς έρευνα της ουσίας.

  1. ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ: Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΑΞΙΩΣΗΣ
  2. Η νομοθετική σιωπή ως αφετηρία

Ο νομοθέτης, υπάγοντας τα αποκτήματα της ελεύθερης συμβίωσης στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν όρισε τίποτε για την παραγραφή. Αντίθετα: η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου παραγράφεται σε δύο χρόνια από τη λύση ή την ακύρωση του γάμου (ΑΚ 1401 εδ. γ΄)· η ίδια διετία ισχύει αναλόγως για το σύμφωνο συμβίωσης (άρθρο 5 παρ. 2 ν. 4356/2015)· οι αξιώσεις από τη μνηστεία παραγράφονται όταν περάσει διετία από το τέλος του έτους κατά το οποίο λύθηκε (ΑΚ 1349).

Το ερώτημα είναι: εφαρμόζεται η γενική εικοσαετής παραγραφή του ΑΚ 249, κατά το γράμμα της παραπομπής στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ή η διετής παραγραφή κατ’ αναλογία του ΑΚ 1401 εδ. γ΄, άλλως του ΑΚ 1349, λόγω της αξιολογικής ομοιότητας των σχέσεων; Δημοσιευμένη απόφαση του Αρείου Πάγου που να επιλύει ευθέως το ζήτημα δεν εντοπίσθηκε. Πρόκειται για νομικό ζήτημα υπόκειμενο σε ερμηνεία.

  1. Οι προϋποθέσεις της αναλογίας

Η αναλογία νόμου προϋποθέτει σωρευτικά: α) ακούσιο κενό, δηλαδή περίπτωση που ο νομοθέτης δεν ρύθμισε χωρίς να θέλει να την αφήσει αρρύθμιστη, και β) ομοιότητα της αρρύθμιστης βιοτικής σχέσης, κατά τα ουσιώδη της στοιχεία, με άλλη νομοθετικώς ρυθμισμένη. Κενό δεν υπάρχει όταν ο νομοθέτης άφησε την περίπτωση αρρύθμιστη είτε διότι δεν τον ενδιέφερε είτε, κατά μείζονα λόγο, διότι δεν ήθελε να τη ρυθμίσει.

Εν προκειμένω συντρέχουν, κατά την εδώ θέση, και οι δύο προϋποθέσεις:

α) Ακούσιο κενό. Ο ν. 4356/2015 χρησιμοποιεί στο άρθρο 6 τον όρο «αποκτήματα», ίδιον του ΑΚ 1400 και του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, και ρυθμίζει τα αποκτήματα του συμφώνου με παραπομπή που περιλαμβάνει και τον ΑΚ 1401. Η κοινή νομοτεχνική γλώσσα φανερώνει βούληση αξιολογικής ενότητας· η σιωπή ως προς την παραγραφή εξηγείται ως παράλειψη και όχι ως επιλογή. Ο σκοπός της διάταξης, κατά την αιτιολογική έκθεση, ήταν να εξασφαλισθεί η απόδοση των αποκτημάτων που η νομολογία αρνούνταν, όχι να θεσπισθεί για την ελεύθερη ένωση καθεστώς εκκαθάρισης δεκαπλάσιας διάρκειας από εκείνο του γάμου και του συμφώνου.

β) Ουσιαστική ομοιότητα. Ο γάμος, το σύμφωνο συμβίωσης και η ελεύθερη ένωση παρουσιάζουν, ως προς την περιουσιακή εκκαθάριση μετά τη λύση, τον ίδιο βιοτικό πυρήνα: κοινή ζωή, αλληλένδετες συμβολές, προσωπικό φορτίο της διαφοράς. Ο σκοπός της σύντομης παραγραφής διατυπώνεται εναργώς στη θεωρία επί της μνηστείας: η σύντομη παραγραφή του ΑΚ 1349

«δικαιολογείται από την αναγκαιότητα, μιας κατά το δυνατόν, ταχείας τακτοποίησης των εκκρεμοτήτων της μνηστείας έτσι ώστε να μη βρίσκει υποστήριξη η ενδεχόμενη εμπλοκή των μνηστών ή των συγγενών τους σε μακροχρόνια δράματα και μισαλλοδοξία» (Απ. Γεωργιάδης, σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλο, ΑΚ, άρθρ. 1349 αρ. 1· Βαλτούδης, ΣΕΑΚ, άρθρ. 1349 αρ. 21).

Ή, κατά την Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, «δεν ενδεικνύονταν να διατηρούνται για πολύ χρόνο οι οικονομικής φύσεως αξιώσεις μεταξύ των μνηστών» (Οικογενειακό Δίκαιο, εκδ. 9η, σελ. 41 αρ. 73). Ο ίδιος λόγος ισχύει κατ’ εξοχήν για τους πρώην συντρόφους: η παρατεταμένη εκκρεμότητα αναβιώνει διαλυθείσες σχέσεις, καθιστά την απόδειξη της συμβολής και του πλουτισμού ολοένα δυσχερέστερη και πλήττει την ασφάλεια δικαίου, ιδίως όταν η αγωγή στρέφεται κατά κληρονόμων.

  1. Η σημασία της αναγνώρισης της «de facto οικογένειας»

Η νομολογία του Αρείου Πάγου, με έρεισμα το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, αναγνωρίζει ότι η σταθερή ελεύθερη ένωση συγκροτεί «de facto οικογένεια» (ΑΠ 1152/2022· ΑΠ 1194/2023). Ο ν. 5303/2026 μεταφέρει την αναγνώριση αυτή στο θετικό κληρονομικό δίκαιο. Από τα παραπάνω συνάγονται δύο ερμηνευτικά επιχειρήματα:

Πρώτον, η έννομη τάξη που αναγνωρίζει την ελεύθερη ένωση ως οικογενειακό δεσμό δεν μπορεί χωρίς αντίφαση να αφήνει τις περιουσιακές αξιώσεις από τη λύση της εκκρεμείς επί εικοσαετία, ενώ για τα θεσμοθετημένα μορφώματα προβλέπει διετία.

Δεύτερον, ο δισταγμός της προγενέστερης θεωρίας και νομολογίας έναντι της αναλογίας με τα άρθρα 1400-1401 ΑΚ στηριζόταν στην αντίληψη ότι οι σύντροφοι επέλεξαν να μείνουν εκτός κάθε οικογενειακού καθεστώτος. Η αντίληψη αυτή έχει αποδυναμωθεί τόσο νομολογιακά όσο και νομοθετικά.

Η θέση απαιτεί ακρίβεια: οι αποφάσεις για τη «de facto οικογένεια» εκδόθηκαν σε άλλο πεδίο (χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης). Δεν αποτελούν νομολογιακή κρίση επί της παραγραφής, αλλά ερμηνευτικό επιχείρημα υπέρ της αξιολογικής εξομοίωσης. Η διατύπωση ότι η αναλογία είναι «νομολογιακώς επιβεβλημένη» δεν είναι ασφαλής.

  1. Τα αντίθετα επιχειρήματα και οι αδυναμίες της θέσης

Η θέση υπέρ της διετίας έχει ρίσκο. Ο αμυνόμενος συνήγορος πρέπει να γνωρίζει τα επιχειρήματα που θα του αντιταχθούν:

α) Ρητή παραπομπή και όχι σιωπή. Το άρθρο 6 παραπέμπει στις «γενικές διατάξεις» του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Υποστηρίζεται ότι η παραπομπή καταλαμβάνει το σύνολο του καθεστώτος της αξίωσης, και επομένως και τη γενική παραγραφή του ΑΚ 249· άρα κενό δεν υπάρχει.

β) Συνειδητή διαφοροποίηση στον ίδιο νόμο. Ο νομοθέτης, στο ίδιο νομοθέτημα, υπήγαγε το σύμφωνο στα άρθρα 1400 επ. ΑΚ (άρθρο 5) και την ελεύθερη ένωση στα άρθρα 904 επ. ΑΚ (άρθρο 6). Η διαφοροποίηση μπορεί να αναγνωσθεί ως εκούσια επιλογή να μη μεταφερθεί στην ελεύθερη ένωση το καθεστώς των αποκτημάτων του γάμου, με τη σύντομη παραγραφή του.

γ) Εξαιρετικός χαρακτήρας των σύντομων παραγραφών. Οι διατάξεις για βραχυπρόθεσμη παραγραφή αποκλίνουν από τον γενικό κανόνα του ΑΚ 249 και συχνά χαρακτηρίζονται στενώς ερμηνευτέες. Η αναλογική επέκτασή τους περιορίζει την άσκηση αξίωσης και αγγίζει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 Σ, άρθρο 6 ΕΣΔΑ). Το επιχείρημα ότι η αναλογία «αποσβήνει και δεν ιδρύει» αξίωση δεν είναι αυτονόητο· για τον δικαιούχο η απόσβεση ισοδυναμεί με απώλεια.

δ) Εκούσια σιωπή μετά τον ν. 5303/2026. Ο νομοθέτης του 2026 ρύθμισε εκ νέου την ελεύθερη ένωση χωρίς να προσθέσει ρύθμιση παραγραφής στο άρθρο 6. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η σιωπή, διαρκούσα επί δεκαετία και μετά από νέα νομοθετική παρέμβαση στον ίδιο χώρο, δεν είναι πλέον ακούσια.

ε) Ελλιπής ομοιότητα. Η αξίωση του ΑΚ 1401 είναι αξίωση συμμετοχής με τεκμήριο συμβολής· η αξίωση του άρθρου 6 είναι αξίωση απόδοσης ωφέλειας, με πλήρες βάρος απόδειξης στον ενάγοντα (υπό IV.2). Η διαφορά φύσης αποδυναμώνει την αναλογία ως προς την παραγραφή.

Απάντηση: Τα επιχειρήματα α) και β) παραβλέπουν ότι η παραπομπή του άρθρου 6 αφορά το θεμέλιο της αξίωσης —την «τύχη» των αποκτημάτων— και όχι τον χρόνο άσκησής της· ο νομοθέτης επέλεξε τον αδικαιολόγητο πλουτισμό διότι έτσι απέτρεπε την αναλογική εφαρμογή του ευνοϊκού τεκμηρίου του ΑΚ 1400, όχι διότι επιθυμούσε εικοσαετή εκκρεμότητα. Το επιχείρημα γ) αντιμετωπίζεται με τη διαπίστωση ότι η διετία δεν στερεί την αξίωση, αλλά ορίζει εύλογο χρόνο άσκησής της, ίδιο με εκείνον που ισχύει για τον σύζυγο και τον συμβαλλόμενο στο σύμφωνο. Το επιχείρημα δ) δεν είναι αποφασιστικό, διότι ο ν. 5303/2026 ρυθμίζει την κληρονομική διαδοχή και όχι τις περιουσιακές σχέσεις εν ζωή. Το επιχείρημα ε) είναι το ισχυρότερο και πρέπει να αντιμετωπίζεται με έμφαση στην κοινή καταγωγή και αποστολή των δύο αξιώσεων.

  1. Πρακτικό συμπέρασμα

Βασίμως υποστηρίζεται ότι η αξίωση από τα αποκτήματα της ελεύθερης ένωσης υπόκειται σε διετή παραγραφή: α) πρωτίστως κατ’ αναλογία του ΑΚ 1401 εδ. γ΄, με αφετηρία τη λύση της συμβίωσης, β) επικουρικώς κατ’ αναλογία του ΑΚ 1349, με αφετηρία το τέλος του έτους κατά το οποίο λύθηκε η συμβίωση. Η θέση στηρίζεται: i) στην αξιολογική ενότητα των συμβιωτικών σχέσεων, όπως εκφράζεται και με τον κοινό όρο «αποκτήματα», ii) στον κοινό σκοπό της ταχείας εκκαθάρισης, iii) στην αναγνώριση της ελεύθερης ένωσης ως de facto οικογένειας νομολογιακά (ΑΠ 1152/2022, ΑΠ 1194/2023) και νομοθετικά (ν. 5303/2026) και iv) στον ακούσιο χαρακτήρα του κενού.

Η θέση είναι υποστηρίξιμη, όχι όμως κρατούσα. Στην πράξη: η ένσταση διετούς παραγραφής προβάλλεται πάντοτε, αλλά ποτέ ως μόνη άμυνα· συνδυάζεται με τις ενστάσεις αοριστίας, ελευθεριότητας, δεδικασμένου και, όπου τα περιστατικά το επιτρέπουν, με την υπαγωγή της σχέσης στη μνηστεία, όπου η διετία του ΑΚ 1349 ισχύει ευθέως και όχι κατ’ αναλογία. Αντιστρόφως, ο συνήγορος του ενάγοντος οφείλει να ασκεί την αγωγή εντός διετίας από τη λύση της συμβίωσης, ώστε να μην εκτεθεί στο ζήτημα.

VII. ΕΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ

  1. Η μεταβολή της φύσης της σχέσης — Στάδια ελεύθερης ένωσης και μνηστείας

Σημαντικός αριθμός υποθέσεων εμφανίζει μεταβολή της φύσης της σχέσης: ελεύθερη ένωση που εξελίσσεται σε μνηστεία και στη συνέχεια επανέρχεται σε ελεύθερη ένωση ή λύεται χωρίς γάμο. Η υπαγωγή της αξίωσης κρίνεται από τον χρόνο της παροχής: παροχές κατά το στάδιο της μνηστείας διέπονται από τα άρθρα 1348-1349 ΑΚ, παροχές κατά το στάδιο της ελεύθερης ένωσης από το άρθρο 6 ν. 4356/2015.

Η διάκριση είναι κρίσιμη και για την παραγραφή: στη μνηστεία η διετία αρχίζει από το τέλος του έτους της λύσης της, λ.χ. του θανάτου του μνηστού (ΑΚ 1349)· στην ελεύθερη ένωση, κατά την εδώ θέση, από τη λύση της συμβίωσης. Επιπλέον, το τεκμήριο αποκλεισμού της αναζήτησης λόγω θανάτου (ΑΚ 1348) ισχύει μόνο επί μνηστείας. Ο αμυνόμενος κληρονόμος έχει συμφέρον να αναδείξει τη μνηστεία όπου ο ίδιος ο ενάγων την ιστορεί· ο ενάγων, αντίστροφα, την ελεύθερη ένωση.

  1. Η ομολογία ως μέσο άμυνας — Η «ελευθεριότητα» στα δικόγραφα

Συχνά ο ενάγων ιστορεί αντιφατικά: αφενός επικαλείται αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφετέρου αναφέρει ότι η παροχή έγινε «από ελευθεριότητα» ή «χωρίς πρόθεση αναζήτησης». Η αντίφαση καθιστά την αγωγή αόριστη ή, αν τα ιστορούμενα αναιρούν τη βάση, μη νόμιμη. Η δήλωση αποτελεί επιπλέον δικαστική ομολογία, αν περιέχεται στα δικόγραφα της ίδιας δίκης, ή εξώδικη ομολογία, αν περιέχεται σε δικόγραφα προγενέστερων δικών (ΚΠολΔ 352).

Ρητή δήλωση ότι η παροχή έγινε χωρίς αντάλλαγμα ή χωρίς πρόθεση αναζήτησης συνιστά νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού και αναιρεί το στοιχείο «χωρίς νόμιμη αιτία» του ΑΚ 904. Γι’ αυτό η εξονυχιστική μελέτη του δικογράφου της αγωγής, των προτάσεων και όλων των δικογράφων προηγούμενων δικών μεταξύ των ίδιων μερών —αγωγών, αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων— είναι απαράβατη πρακτική επιταγή για τον αμυνόμενο.

  1. Διαδοχικές αγωγές και δεδικασμένο

Συχνά ο ενάγων ασκεί διαδοχικές αγωγές για την ίδια παροχή, μεταβάλλοντας τον νομικό της χαρακτηρισμό: δάνειο (ΑΚ 806), αξίωση από τη λύση της μνηστείας (ΑΚ 1348), αδικαιολόγητος πλουτισμός (ΑΚ 904). Η τακτική αυτή εγείρει ζήτημα δεδικασμένου (ΚΠολΔ 321, 322, 324, 330, 331) και αποκαλύπτει αντιφατικότητα: η επίκληση δανείου προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση και αποκλείει, ως κύρια βάση, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που μπορεί να προβληθεί μόνο επικουρικώς.

Το δεδικασμένο καλύπτει την κριθείσα έννομη σχέση στο πλαίσιο της ίδιας ιστορικής αιτίας. Ο νέος νομικός χαρακτηρισμός των ίδιων πραγματικών περιστατικών δεν αίρει την ταυτότητα της αιτίας· καθοριστική είναι η ταυτότητα των περιστατικών. Απαιτείται όμως διάκριση: απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη παράγει ουσιαστικό δεδικασμένο για την αξίωση που κρίθηκε· απόφαση που την απέρριψε ως αόριστη δεν παράγει δεδικασμένο επί της ουσίας, αλλά κρίνει μόνο το απαράδεκτο του συγκεκριμένου δικογράφου. Η απόφαση επί της προηγούμενης αγωγής πρέπει επομένως να αναλύεται σε κάθε κεφάλαιό της.

  1. Το ορισμένο της αγωγής

Κατά την πάγια νομολογία, η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού πρέπει, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, να ιστορεί με σαφήνεια: α) το είδος και το ύψος της παροχής, β) τον τρόπο με τον οποίο έγινε (μεταφορά χρημάτων, κατάθεση σε λογαριασμό, εργασία αποτιμητή σε χρήμα), γ) την αιτία για την οποία δόθηκε και το γεγονός που την ανέτρεψε, δ) τον πλουτισμό του εναγομένου και την αιτιώδη σύνδεσή του με την παροχή. Ο νομικός χαρακτηρισμός της αξίωσης δεν είναι στοιχείο του ορισμένου· τον προσδίδει το δικαστήριο με βάση τα ιστορούμενα. Αόριστη είναι η αγωγή που δεν ιστορεί τα παραπάνω περιστατικά ή τα ιστορεί αντιφατικά χωρίς επικουρική διάταξη. Το ελάττωμα είναι συχνό σε αγωγές για αποκτήματα ελεύθερης ένωσης, ιδίως όταν στρέφονται κατά κληρονόμων και ο ενάγων επιχειρεί να καλύψει αποδεικτικά κενά με πληθώρα νομικών χαρακτηρισμών.

VIII. ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Το άρθρο 6 ν. 4356/2015 έθεσε τέλος στη νομολογιακή αβεβαιότητα ως προς το θεμέλιο της αξίωσης του συντρόφου. Δεν επέλυσε όλα τα ζητήματα που ανακύπτουν. Από την ανάλυση προκύπτουν οι ακόλουθες θέσεις:

  1. Η ελεύθερη ένωση διακρίνεται αυστηρά από τη μνηστεία και το σύμφωνο συμβίωσης. Η φύση της σχέσης κατά τον χρόνο της παροχής καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο, την αφετηρία της παραγραφής και, επί θανάτου, την εφαρμογή του τεκμηρίου του ΑΚ 1348.
  2. Η αξίωση από τα αποκτήματα της ελεύθερης ένωσης θεμελιώνεται στα άρθρα 904 επ. ΑΚ. Δογματικά συγγενεύει με την αξίωση του ΑΚ 1400, δεν ταυτίζεται όμως με αυτήν: δεν ισχύει το τεκμήριο του 1/3, ο ενάγων αποδεικνύει πλήρως συμβολή, πλουτισμό, αιτιώδη συνάφεια και έλλειψη νόμιμης αιτίας, ο δε υπόχρεος απαλλάσσεται στο μέτρο που ο πλουτισμός δεν υπάρχει πλέον (ΑΚ 909).
  3. Η σιωπή του νόμου ως προς την παραγραφή μπορεί να θεωρηθεί ακούσιο κενό. Η αναλογική εφαρμογή της διετίας του ΑΚ 1401 εδ. γ΄, άλλως του ΑΚ 1349, είναι υποστηρίξιμη με βάση την αξιολογική ομοιότητα, τον κοινό νομοτεχνικό όρο και την αναγνώριση της de facto οικογένειας. Αποτελεί όμως νομικό ζήτημα υπόκειμενο σε ερμηνεία, με σοβαρά αντίθετα επιχειρήματα.
  4. Η αναγνώριση της ελεύθερης ένωσης ως de facto οικογένειας (ΑΠ 1152/2022, ΑΠ 1194/2023) και η ένταξη του συντρόφου στην κληρονομική διαδοχή (ν. 5303/2026) ενισχύουν την αναλογία. Δεν αποτελούν ευθεία κρίση επί της παραγραφής και δεν αποκλείουν την εφαρμογή της εικοσαετίας.
  5. Στη δικαστηριακή πράξη, τα αποτελεσματικά μέσα άμυνας είναι: η ένσταση αοριστίας, η νόμιμη αιτία διατήρησης λόγω ελευθεριότητας, το δεδικασμένο προηγούμενων δικών —με έλεγχο αν η απόρριψη ήταν για αοριστία ή για νομική αβασιμότητα—, η υπαγωγή της σχέσης στη μνηστεία όπου τα περιστατικά το επιτρέπουν και η ένσταση διετούς παραγραφής.
  6. Οι υποθέσεις αποκτημάτων ελεύθερης ένωσης δεν επιδέχονται μηχανική εφαρμογή του άρθρου 6 ν. 4356/2015. Κερδίζονται ή χάνονται συχνά σε τεχνικά πεδία: ορισμένο, νόμιμη αιτία, δεδικασμένο, παραγραφή.

Η έκδοση απόφασης του Αρείου Πάγου επί του ζητήματος της παραγραφής είναι αναγκαία για την ασφάλεια δικαίου. Μέχρι τότε, η επιμελής σύνταξη των δικογράφων και από τις δύο πλευρές παραμένει ο μόνος ασφαλής δρόμος. Εναλλακτικά, η λύση ανήκει στον νομοθέτη, με ρητή πρόβλεψη παραγραφής στο άρθρο 6 ν. 4356/2015.

 

 

© Βασίλειος Β. Σπανουδάκης | Σπανουδάκης & Συνεργάτες | Ηράκλειο Κρήτης