Σύμβαση έργου – Καταγγελία – Παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων

Αριθμός απόφασης 202/2023


ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ευαγγελία Ψαράκη, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο Εφετών, Διευθύνουσα το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης και τη Γραμματέα Αικατερίνη Δασκαλάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 9.5.2023 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1)… του …, κατοίκου Ηρακλείου, 2)Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «… &ΣΙΑ ΟΕ», που εδρεύει στο Ηράκλειο, νόμιμα εκπροσωπούμενης, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασιλείου Σπανουδάκη.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ηλεκτρολόγων Εγκαταστατών Ν. Ηρακλείου, που εδρεύει στο Ηράκλειο, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Καβούνη.
Το ενάγον με την από 14.5.2021 και με …/2021 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ζήτησε όσα αναφέρονται σ΄αυτήν. Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την αριθμ. 610/2021 οριστική απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή, ερήμην των εναγομένων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες-εναγόμενοι με την από 24/1/2022 και αριθ.πρ…./2022 (αρ.κατ.εφετ. …./24.1.2022) έφεσή τους με πράξη ορισμού δικασίμου αυτήν που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν, ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν την παραδοχή τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ, ορίζει ότι «Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της εφέσεως κατά της αποφάσεως, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, πλην όμως, ερευνήθηκαν οι λόγοι, σαν αυτός να ήταν παρών, προκύπτει, ότι η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προβάλει και πρωτοδίκως. Του παρέχεται, δηλαδή, η ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά δικάστηκε σα να ήταν παρών, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, να ακουσθεί και να προβάλει στο Εφετείο, όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προβάλει πρωτοδίκως, επανορθώνοντας με την έφεση τις συνέπειες, που ενδεχομένως, επέφερε η απουσία του. Αν αρνηθεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς ή προβάλλει εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την βάση της αγωγής, η απόφαση πλήττεται στο σύνολο της και πρέπει να εξαφανισθεί, ως προς όλες τις διατάξεις της. Μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως χωρεί νέα συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους είχε δικαίωμα να προτείνει και πρωτοδίκως, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. Αντιθέτως, αν με το εφετήριο προβάλλει ως εναγόμενος μόνον ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής, όπως εξοφλήσεως, παραγραφής ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την απόρριψη των ενστάσεων αυτών, η απόφαση δεν εξαφανίζεται κατά το μέρος που κρίθηκε βάσιμη η απαίτηση, αλλά μόνον κατά το διατακτικό της (Σαμουήλ, Η έφεση, έκδ. 2003, σελ. 100 επ.). Για να επέλθει, όμως, το αποτέλεσμα της εξαφανίσεως της αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ερευνά αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αλλά μόνον αν είναι νόμιμος, έτσι ώστε, στην αντίθετη περίπτωση, να απορρίπτεται η έφεση και να μην εξαφανίζεται η απόφαση (Α.Π. 394/2011 ΝοΒ 2011. 2.171, ΑΠ 251/2009 Δίκη 2009.996, Σαμουήλ, ο.π., σελ. 99, Βαθρακοκοίλης, Κ.Πολ.Δ., οι τροποποιήσεις έως το Ν. 2915/2001, έκδ. 2001, αρθρ. 528, σελ. 498, αριθμ. 1, Κεραμέας – Κονδύλης – Νίκας, Κ.Πολ.Δ., Συμπλήρωμα, έκδ. 2003, αρθρ. 528, σελ. 68).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ’ εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπληρώσεως αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009). Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της συμβάσεως, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της συμβάσεως να ορισθεί κατ` αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρα 371 – 373 ΑΚ (ΑΠ 682/2010, 883/2011).
Περαιτέρω επί συμβάσεως έργου ο εργοδότης έχει κατά το άρθρο 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει, οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί. Όμως, εφόσον η σύμβαση λύνεται με την παραπάνω καταγγελία μόνο για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο, συνάγεται ότι διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη από τα άρθρα 688-690 ΑΚ αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 762/2006). Ειδικότερα, με την καταγγελία της σύμβασης έργου από τον εργοδότη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματός του και για το κύρος της οποίας δεν απαιτείται η εκ μέρους του προσφορά στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής, δημιουργούνται αυτόματα για τα μέρη, με τη λύση της σύμβασης που η καταγγελία συνεπάγεται, οι αμοιβαίες υποχρεώσεις για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν οι παραπάνω κατ’ ένσταση προτεινόμενοι λόγοι περιορισμού αυτής, για δε τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου που μέχρι την καταγγελία εκτέλεσε ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του. Η καταγγελία είναι δικαιοπραξία μονομερής, απευθυντέα, αμετάκλητη και αναιτιώδης και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο και δεν επηρεάζεται από τη, μετά από αυτήν άσκηση της υπαναχώρησης (αρθ.686ΑΚ). Είναι άτυπη και μπορεί να γίνει και σιωπηρά, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τα συντρέχοντα περιστατικά.
Όμως διαφορετική από την καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ είναι ως προς τις προϋποθέσεις, αλλά και ως προς τις συνέπειες, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου, που προβλέπεται από το άρθρο 686 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου, στο σύνολό της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παραδόσεως του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη. Με την υπαναχώρηση, η οποία μπορεί να είναι ολική ή μερική, δηλαδή μόνον κατά το ανεκτέλεστο μέρος του έργου, η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά, ολικά ή αναλόγως εν μέρει, και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρο 389§2 ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση μερικής υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο αμοιβή αντίστοιχη με το μέρος του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε. Η μετατροπή της καταγγελίας όμως εκ των υστέρων σε υπαναχώρηση δεν είναι δυνατή και τούτο γιατί θα έπληττε την εμπιστοσύνη του εργολάβου στην αρχική δήλωση και θα κλόνιζε την ασφάλεια των συναλλαγών (Βαλτούδης ΣΕΑΚ άρθρο 700 αρ.10 και αρθ.686 αριθ.21). Η μετά την καταγγελία ασκούμενη υπαναχώρηση είναι ανίσχυρη ως άνευ αντικειμένου, ενώ η ταυτόχρονη σωρευτική άσκηση καταγγελίας και υπαναχώρησης είναι αντιφατική (ΑΠ 696/1982 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω η μη απόδοση από τον εργολάβο στον κύριο του έργου της προκαταβληθείσας από αυτόν αμοιβής στην περίπτωση παράβασης των συμβατικών του υποχρεώσεων, δεν μπορεί να θεμελιώσει το αδίκημα της υπεξαίρεσης , αφού η σχετική αξίωση του τελευταίου, κατά τα προεκτεθέντα, παραμένει νόμιμη και ενεργής μετά την καταγγελία από τον εργοδότη. Τέλος, οι διατάξεις των άρθρων 147-149 ΑΚ εφαρμόζονται όταν εκείνος που παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει εκτός από την ακύρωση της σχετικής δικαιοπραξίας και ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το άρθρο 288 ΑΚ όταν γίνεται επίκληση της υποχρέωσης του οφειλέτη προς εκπλήρωση της παροχής όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψιν και των συναλλακτικών ηθών. Αυτονοήτως βέβαια προϋπόθεση για την εφαρμογή εκάστης των προαναφερθεισών διατάξεων συνιστά η επίκληση στο οικείο δικόγραφο πραγματικών περιστατικών συνδεόμενων με αντίστοιχο αίτημα που μπορούν να υπαχθούν στις ως άνω διατάξεις (ΑΠ 256/2021, ΑΠ 1229/2017 ΝΟΜΟΣ).

Tο ενάγον σωματείο στην από 14.5.2021 και με ΓΑ …/2021 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου εξέθεσε ότι ιδρύθηκε το 1996 με σκοπό την αγορά και ανοικοδόμηση παραθεριστικών κατοικιών για λογαριασμό μελών του, σε οικοπεδική έκταση 68 στρεμμάτων , η οποία βρίσκεται στη θέση «Πλατύβολα» του δήμου Γουβών Πεδιάδος Ηρακλείου. Στις αρχές του έτους 2004, μετά από απόφαση του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού, ζητήθηκαν προσφορές από γραφεία πολιτικών μηχανικών, με σκοπό να ανατεθεί το έργο της εκπόνησης των απαραίτητων από το νόμο μελετών, προκειμένου (το ενάγον) να προβεί στην πολεοδομική μελέτη και αργότερα στην ανοικοδόμηση της ανωτέρω εκτάσεως. Στη συνέχεια το ΔΣ αποφάσισε να προχωρήσει στην αποδοχή της πρότασης του πρώτου εναγομένου, για ανάθεση του έργου σ΄αυτόν, λαμβάνοντας υπόψη ότι και ο ίδιος ήταν μέρος του Συνεταιρισμού. Έτσι υπογράφηκε το από 20.9.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με το οποίο ανατέθηκε στον πρώτο εναγόμενο το έργο της εκπόνησης γεωλογικής μελέτης, μελέτης οριοθέτησης ρέματος, μελέτης βιολογικού καθαρισμού και μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Σε εκπλήρωση της παραπάνω συμφωνίας το ενάγον κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο στις 18.4.2006 ποσό 11.000€+2.090€ ΦΠΑ 19%, ήτοι συνολικά 13.090€, στις 18.4.2006 ποσό 15.000€+2.850€ ΦΠΑ 19%, ήτοι συνολικά 17.850€, χωρίς ουδέποτε ο τελευταίος να ολοκληρώσει και να παραδώσει το έργο. Στη συνέχεια οι διάδικοι αποφάσισαν να αποτυπώσουν εγγράφως την αρχική προφορική συμφωνία τους, για την εκτέλεση του κυρίως έργου, ήτοι της πολεοδόμησης του ακινήτου του ενάγοντα, μετά από την σχετική και λεπτομερή προσφορά του πρώτου εναγομένου, που συμπεριελάμβανε το κόστος, τις απαραίτητες ενέργειες στις οποίες θα έπρεπε να προβεί και να εκτελέσει, αλλά και το ακριβές χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης του έργου καθώς και ποινική ρήτρα σε περίπτωση καθυστέρησης στην παράδοση του έργου. Με βάση αυτή την προσφορά , την οποία αποδέχθηκε το τότε ΔΣ του συνεταιρισμού, υπογράφηκε η από 7.5.2007 σύμβαση έργου για την πολεοδόμηση του ακινήτου, σύμφωνα με την οποία το έργο έπρεπε να διεκπεραιωθεί ως εξής: Α΄Φάση (πολεοδομική προμελέτη, οριστική πολεοδομική μελέτη, πολεοδομικός κανονισμός, αρχιτεκτονικές μελέτες κτιρίων, προμελέτες έργων υποδομής), με διάρκεια 3 μήνες και κόστος 120.000€, Β΄Φάση (Μακέτα, Οριστικές μελέτες έργων υποδομής, μελέτη διαμόρφωσης ανοιχτών χώρων), με διάρκεια 3 μήνες και κόστος 90.000€, Γ΄Φάση (έγκριση οριστικών μελετών των έργων υποδομής κλπ), με διάρκεια 2 μήνες και κόστος 22.500€. Η συμφωνία προέβλεπε περαιτέρω χρονικό διάστημα διεκπεραίωσης του έργου 20 μήνες έναντι συνολικού κόστους 240.000€ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, καταβαλλόμενου τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, όπως ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή. Στη συνέχεια εξέθεσε ότι ο πρώτος εναγόμενος, το έτος 2017, επικαλούμενος την τροποποίηση του νόμου, ζήτησε την υπογραφή συμπληρωματικής σύμβασης και την καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής 6.000€ πλέον ΦΠΑ 24% , ήτοι συνολικά 7.440€, τα οποία καταβλήθηκαν μετά από απαίτησή του στη δεύτερη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία, αποκλειστικά δικών του συμφερόντων και υπογράφηκε για το λόγο αυτό η από 3.1.2017 συμπληρωματική σύμβαση έργου μεταξύ του ενάγοντα και της δεύτερης εναγομένης. Με βάση τις παραπάνω τρεις συμβάσεις έργου το ενάγον κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο 1)στις 18.4.2006 ποσό 13.090€, 2)στις 18.4.2006 ποσό 17.850€, 3)στις 9.5.2007 ποσό 83.300€, 4)στις 11.4.2008 ποσό 23.800€, 5)το έτος 2009 ποσό 41.650€, 6)το έτος 2012 ποσό 18.450€, 7)στις 24.7.2013 ποσό 42.500€ και 8)στις 16.2.2017 στη δεύτερη εναγόμενη ποσό 7.440€ και συνολικά το ποσό με τον αναλογούντα ΦΠΑ 248.080€. Οτι ο πρώτος εναγόμενος, δεκατέσσερα ολόκληρα έτη από την αρχική του συμφωνία, δεν έχουν μέχρι σήμερα διεκπεραιώσει τις μελέτες και τις εργασίες που συμφώνησαν με τις παραπάνω συμβάσεις έργου και τις οποίες το ενάγον έχει εξοφλήσει. Περαιτέρω εξέθεσε ότι για τους παραπάνω λόγους απέστειλε στον πρώτο εναγόμενο την από 22.2.2021 εξώδικη διαμαρτυρία-καταγγελία του, με την οποία τον κάλεσε εντός 15 ημερών από την κοινοποίησή της :1. Σε παράδοση του συνόλου του έργου το οποίο είχε αναλάβει άλλως καταγγέλει ( με την εξώδικη καταγγελία) την μεταξύ τους σύμβαση έργου, 2. Την παράδοση έγγραφης αναλυτικής λογοδοσίας στο ΔΣ του συνεταιρισμού για τις όποιες εργασίες είχαν εκτελεστεί μέχρι την ημέρα εκείνη και την αντιστοιχία τους με το συνολικό ποσό των 248.080€, τα οποία του είχαν καταβληθεί, 3.Την άμεση παράδοση των μελετών που μέχρι την ημέρα εκείνη είχε εκτελέσει, στο ΔΣ του συνεταιρισμού με δικό του κόστος εκτύπωσης και 4.Την άμεση και έντοκη επιστροφή του υπολοίπου από τις εργασίες που τυχόν είχε αποδεδειγμένα εκτελέσει και μέχρι του ποσού των 248.080€, που του είχε ήδη καταβληθεί. Ο πρώτος εναγόμενος απέστειλε την από 18.3.2021 εξώδικη απάντησή του στον ενάγοντα, απαριθμώντας τις ενέργειες που κατά τους ισχυρισμούς του είχε προβεί και τις εργασίες που είχε εκτελέσει. Με βάση το παραπάνω ιστορικό ο ενάγον και ισχυριζόμενος ότι ο πρώτος εναγόμενος ουδέν έχει εκτελέσει από τις ως άνω συμβάσεις έργου και επιβραδύνει την εκτέλεσή τους χωρίς υπαιτιότητα του (ενάγοντα), κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την περάτωσή του, δήλωσε ότι υπαναχωρεί με την αγωγή του από τη σύμβαση κατ΄άρθρο 686ΑΚ σε συνδ.με αρθ.389ΑΚ και ζήτησε, μετά την παραδεκτή μετατροπή του αιτήματός του σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ότι τους έχει καταβληθεί από τον ίδιο στο πλαίσιο των παραπάνω συμβάσεων, ήτοι ο πρώτος το ποσό των 240.608€ και η δεύτερη το ποσό των 7.440€, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Άλλως επικουρικά να αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να του καταβάλουν τα παραπάνω ποσά με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών καθώς ο πρώτος εναγόμενος προέβη στα ποινικά αδικήματα: α) της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατ΄άρθρο 375ΠΚ δεδομένου ότι μετά την υπαναχώρησή του από τις συμβάσεις με την από 26.2.2021 εξώδικη δήλωσή του παρακρατά παράνομα το παραπάνω ποσό και β)της απάτης κατ΄εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, καθώς καθόλο το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της πρώτης σύμβασης έργου παρίστανε ψευδώς στα μέλη του σωματείου ότι το έργο προχωράει κανονικά, ενώ στην πραγματικότητα είχε εκτελέσει ένα πολύ μικρό μέρος του έργου και όχι αυτό που τους εξέθετε, με αποτέλεσμα να αποκομίσει παράνομο όφειλος εις βάρος της περιουσίας του και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση εναντίον του πρώτου διαρκείας δώδεκα μηνών ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ.610/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως νόμιμη και στη συνέχεια ως και ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου , η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα η από 24.1.2022 και με αριθμ.πρωτ…../24.1.2022 έφεση, αφού από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει πάροδος της προθεσμίας ασκήσεως ή άλλος λόγος απαραδέκτου (αρθ.495§1,511, 513§1, 516, 517,518,524§1ΚπολΔ). Εφόσον, λοιπόν, ασκήθηκε από διαδίκους οι οποίοι, κατά τα προεκτεθέντα, δικάσθηκαν ερήμην, πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση, κατά παραδοχή της τυπικώς δεκτής εφέσεως, με την οποία οι ηττηθέντες εναγόμενοι-εκκαλούντες παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ώστε να απορριφθεί η αγωγή, να εξαφανισθεί μέσα στα όρια, που καθορίζονται με την έφεση, ήτοι στο σύνολο της, αφού πλήττεται ως προς την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, δικαιουμένων των εκκαλούντων να προβάλουν όλους τους ισχυρισμούς, τους οποίους μπορούσαν να προτείνουν πρωτοδίκως, περαιτέρω δε να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να δικασθεί από την αρχή και να ερευνηθεί η ένδικη αγωγή, ως προς το νόμω και κατ` ουσίαν βάσιμο της (άρθρο 533 παρ. 1 και 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), δεδομένου ότι κατά την άσκηση της έφεσης κατατέθηκε τους εκκαλούντες το οριζόμενο στο άρθρο 495 παρ. 3α του ΚΠολΔ παράβολο ποσού 100 ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως ειδικότερα εκτέθηκε στην αγωγή το ενάγον επέδωσε στον πρώτο εναγόμενο την από 22.2.2021 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση και καταγγελία το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί μέρος του δικογράφου της αγωγής, με την οποία δηλώνει ρητά ότι καταγγέλει τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου και ζητά την έγγραφη παράδοση αναλυτικής λογοδοσίας προς το συνεταιρισμό για τις εργασίες που έχει εκτελέσει και την αντιστοιχία τους με το ήδη καταβληθέν ποσό των 248.080€, την άμεση παράδοση των μελετών που έχουν ήδη εκτελεστεί, καθώς και την έντοκη επιστροφή του υπόλοιπου ποσού από τις εργασίες που ο εναγόμενος έχει εκτελέσει και για το ποσό που ο ίδιος έχει ήδη καταβάλει. Με το περιεχόμενο αυτό, η ρητή δήλωση βουλήσεως του εργοδότη, ότι για το εν εξελίξει ένδικο έργο επιθυμεί να σταματήσει η ολοκλήρωσή του και να γίνει επιμέτρηση και εκκαθάριση του λογαριασμού, συνιστά σαφώς καταγγελία, η οποία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι κατά το άρθρο 700 ΑΚ, συνεπάγεται τη λύση της σύμβασης και γεννώνται αμοιβαίες υποχρεώσεις για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, για δε τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου που μέχρι την καταγγελία εκτέλεσε ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του. Επομένως η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου λύθηκε από την επίδοση της καταγγελίας και για το μέλλον, είναι αμετάκλητη και ανεπίδεκτη ανακλήσεως και δεν μπορεί να μετατραπεί σε υπαναχώρηση. Συνεπώς η εκ των υστέρων άσκηση υπαναχώρησης του άρθρου 687 ΑΚ είναι αλυσιτελής, καθότι για την εφαρμογή του απαιτείται η ύπαρξη ενεργούς σύμβασης, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, λόγω της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη και του ότι, η εκ μέρους του εργοδότη και εν προκειμένω του ενάγοντος καταγγελία της επίδικης σύμβασης δεν μπορεί να θεωρηθεί συγχρόνως και ως υπαναχώρηση. Μετά τα παραπάνω η κύρια βάση της αγωγής πρέπει ν΄απορριφθεί ως μη νόμιμη.
Εξάλλου κατά την επικουρική αυτής βάση που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξιών διατάξεις (υπεξαίρεση), είναι μη νόμιμη, καθότι η εκ μέρους του ενάγοντος τμηματική καταβολή προς τον εναγόμενο του ποσού που καταβλήθηκε και αντιστοιχούσε στο συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα, έλαβε χώρα, κατά τα εκτιθέμενα, δυνάμει της επίδικης σύμβασης έργου και συνεπώς το ως άνω χρηματικό ποσό το οποίο μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο κατά κυριότητα, έπαυσε να είναι ξένο, υφισταμένου ως εκ τούτου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου για την ενσωμάτωσή του στην περιουσία του, αφού αποτελούσε τη νόμιμη αμοιβή του.
Τέλος ως προς το τμήμα της επικουρικής βάσης της αγωγής που επιχειρεί να θεμελιώσει αξίωση στις περί αδικοπραξιών διατάξεις για κακουργηματική απάτη, με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος εμφάνισε ψευδώς στο συνεταιρισμό ότι εκτελούσε εργασίες για την εκτέλεση του ανατεθέντος σ΄αυτόν έργου, ενώ στην πραγματικότητα είχε εκτελέσει ένα πολύ μικρό μέρος με αποτέλεσμα να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, είναι μη νόμιμη, καθότι οι ως άνω ενέργειες του εναγομένου στοιχειοθετούν κατά τα εκτιθέμενα παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων , όχι όμως αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ.
Μετά απ΄αυτά πρέπει η αγωγή ν΄απορριφθεί ως μη νόμιμη και να επιβληθεί σε βάρος του ενάγοντα που χάνει τη δίκη η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (αρθ.176, 191 παρ.2, 183 ΚπολΔ).Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους εκκαλούντες του κατατεθέντος για τη συζήτηση της έφεσης της παραβόλου των 100 ευρώ (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους .
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.
Εξαφανίζει τη με αριθμ. 610/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει αυτή.
Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη των εναγομένων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος του ενάγοντα την οποία ορίζει στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000€).
Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου των εκατό (100) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο Ηράκλειο στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 21 Αυγούστου 2023.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                                                                                                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ