Τα είδη του δόλου

Στο ποινικό δίκαιο αναγνωρίζονται δύο είδη υπαιτιότητας, ο δόλος και η αμέλεια. Χωρίς το στοιχείο του δόλου δεν είναι δυνατό να αντιληφθεί κανείς τη βαρύτητα μιας εγκληματικής συμπεριφοράς. Συγκεκριμένα, αν δεν γνωρίζουμε αν ο δράστης είχε δόλο ή αμέλεια, είναι αδύνατο να γνωρίζουμε αφενός αν μια συμπεριφορά αντιτίθεται αντικειμενικά προς το δίκαιο ή όχι και αφετέρου, τη βαρύτητα της αντίθεσης αυτής.
Ο δόλος συνίσταται στην πρόθεση του επίδοξου δράστη για την τέλεση της αξιόποινης πράξης και υπόκειται σε τριπλή διαβάθμιση: στον δόλο α’ βαθμού, β’ βαθμού και στον ενδεχόμενο δόλο. Κατά την ποινική θεωρία απαρτίζεται από το βουλητικό και το γνωστικό στοιχείο, τα οποία γνωρίζουν διαβαθμίσεις ανάλογα με το είδος δόλου που έχει ο δράστης. Το βουλητικό στοιχείο μπορεί να συνίσταται σε επιδίωξη επίτευξης ορισμένου αποτελέσματος ή απλή αποδοχή του και το γνωστικό δύναται να αποτελεί την γνώση ή την βεβαιότητα ή το ενδεχόμενο πραγμάτωσης των επιμέρους στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης ενός αδικήματος.

ΑΜΕΣΟΣ ΔΟΛΟΣ Α’ ΒΑΘΜΟΥ (επιδίωξη)

Εν προκειμένω ο δράστης πράττει για να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος, στοχεύει στην επίτευξη του αξιόποινου αποτελέσματος. Χαρακτηριστικό του «δόλου πρώτου βαθμού» είναι το έντονο βουλητικό στοιχείο, καθώς ο δράστης  επιδιώκει το αποτέλεσμα ακόμα και αν θεωρεί την επέλευση του ως ενδεχόμενη, η επιδίωξη δηλαδή υπερκαλύπτει την βεβαιότητα. Προϋπόθεση για να υπάρχει «επιδίωξη» είναι ο δράστης να έχει θέσει ένα νομικά σημαντικό κίνδυνο, ο οποίος είναι ικανός να προκαλέσει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

ΑΜΕΣΟΣ ΔΟΛΟΣ Β’ ΒΑΘΜΟΥ (αναγκαίος δόλος)

Ο υποψήφιος δράστης πράττει με άμεσο δόλο β’ βαθμού, όταν ο ίδιος προβλέπει την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ως βέβαιη/αναγκαία συνέπεια της πράξης του και παρ’ όλα αυτά πράττει. Από την πράξη του  συνάγεται κατά λογική αναγκαιότητα ότι αποδέχεται την επίτευξη του εγκληματικού αποτελέσματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα άμεσου δόλου β’ βαθμού, αποτελεί ο εμπρησμός μιας ολόκληρης επιχείρησης για την είσπραξη ασφαλιστικής αποζημίωσης. Στην περίπτωση αυτή, παρόλο που ο δράστης γνωρίζει με βεβαιότητα ότι αυτή η ενέργεια ως αναπόφευκτη συνέπεια θα έχει την πρόκληση θυμάτων, παρ’ όλα αυτά δεν κάνει τίποτα για να την αποτρέψει.

ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟΣ ΔΟΛΟΣ (dolus eventualis)

Ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης δεν επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, προβλέπει όμως ότι από την πράξη του (αξιόποινη ή όχι) είναι δυνατό να παραχθεί το αξιόποινο αποτέλεσμα και παρά ταύτα δεν απέχει από την ενέργεια του, αποδεχόμενος την παραγωγή του αποτελέσματος. «Αποδέχομαι» τον κίνδυνο σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, παρόλο που αναγνωρίζω το εγκληματικό γεγονός ως πιθανό (ενδεχόμενο) και το αποδέχομαι, υπό την έννοια ότι δίνω προτεραιότητα σε μια συμπεριφορά και αδιαφορώ για την τύχη του εννόμου αγαθού που θέτω σε κίνδυνο.

ΣΧΕΣΗ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟΥ ΔΟΛΟΥ ΜΕ ΕΝΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΑΜΕΛΕΙΑ

Ο ενδεχόμενος δόλος αποτελεί εκείνο το είδος δόλου που είναι ιδιαίτερα δύσκολο να οριστεί και να διακριθεί από την αμέλεια. Η αμέλεια διαπιστώνεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο δράστης υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες βρέθηκε και σύμφωνα με τα βιώματά του, τις προσωπικές του ικανότητες και γνώσεις, προβλέπει ως ενδεχόμενη την σύνδεση της ενέργειας ή αδράνειάς του με το εγκληματικό αποτέλεσμα, πλην όμως δεν καταβάλει την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες περιστάσεις, και προβαίνει στην εν λόγω πράξη έχοντας την πεποίθηση/πίστη ότι θα δεν θα επέλθει το εγκληματικό γεγονός. Στο σημείο αυτό βρίσκεται και το λεπτό όριο ανάμεσα στον ενδεχόμενο δόλο και την ενσυνείδητη αμέλεια. Ενώ στην περίπτωση του ενδεχόμενου δόλου ο δράστης προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται, στην περίπτωση της ενσυνείδητης αμέλειας ο δράστης προβλέπει ότι η πράξη του μπορεί γενικώς να επιφέρει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αλλά πιστεύει -και δεν ελπίζει απλά- ότι δεν θα επέλθει.

Η σπουδαιότητα της διάκρισης αυτής δύναται να γίνει αντιληπτή και από το γεγονός ότι στην περίπτωση του ενδεχόμενου δόλου το αδίκημα της ανθρωποκτονίας διώκεται σε βαθμό κακουργήματος και επιβάλλεται σε βάρος του υπαιτίου η ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ενώ στην περίπτωση της ενσυνείδητης αμέλειας το αδίκημα της ανθρωποκτονίας διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος και επιβάλλεται σε βάρος του δράστη ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 3 μηνών, με ανώτατο πλαίσιο ποινής τα 5 έτη.

 

Ειρήνη Κ. Κατσαράκη, Δικηγόρος, LLM