Το νέο δίκαιο της πώλησης

 

ΤΟ ΝΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΠΩΛΗΣΗΣ

 

Ενώπιον των προκλήσεων της νέας ψηφιακής οικονομίας, η χώρα μας αναμόρφωσε ριζικά το δίκαιο της πώλησης τόσο με την ενσωμάτωση των Οδηγιών 2019/770 και 2019/ 771 με το Ν. 4967/2022 όσο και με τον ν. 3043/2022. Ο εθνικός νομοθέτης ,20 χρόνια μετά την ομολογουμένως πετυχημένη ενσωμάτωση της Οδηγίας 1999/44 , ήρθε να ενσωματώσει τις νέες, επίσης  ενωσιακής προέλευσης, ρυθμίσεις περί πώλησης κινητού πράγματος (με ή άνευ ψηφιακών στοιχείων) – Οδηγία 2019/771, όσο και παροχής ψηφιακού περιεχομένου ή υπηρεσίας. Μάλιστα, οι ρυθμίσεις εφαρμόζονται σε κάθε “αγοραστή” πράγματος ή “λήπτη” ψηφιακού περιεχομένου ή υπηρεσίας, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για “καταναλωτή” ή όχι. εάν τα προϊόντα που αγοράσατε αποδειχτούν ελαττωματικά ή δεν ανταποκρίνονται στα διαφημιζόμενα χαρακτηριστικά ο έμπορος οφείλει να τα επισκευάσει, να τα αντικαταστήσει, να μειώσει την τιμή ή να σας επιστρέψει τα χρήματά σας. Έτσι προέκυψε ριζική τροποποίηση του Αστικού Κώδικα και δη του κεφαλαίου περί πώλησης, καθώς και  εν μέρει τροποποίηση του δικαίου του Καταναλωτή. Στην απλή πώληση ισχύει σε γενικές γραμμές ένα <<νέο πραγματικό πλημμελούς εκπλήρωσης>>, το οποίο ονομάζεται <<έλλειψη ανταπόκρισης>>, το οποίο περιλαμβάνει τόσο πραγματικά ελαττώματα, όσο και απαιτήσεις ανταπόκρισης, υποκειμενικές και αντικειμενικές, καθώς και πλημμελή εγκατάσταση. Η έννοια της <<συνομολογημένης ιδιότητας>>υποβαθμίζεται και τη βλέπουμε μόνο δευτερευόντως. Όταν ο πωλητής ευθύνεται για έλλειψη ανταπόκρισης, ο αγοραστής δικαιούται, σύμφωνα με τους όρους των επόμενων άρθρων είτε να απαιτήσει αποκατάσταση της ανταπόκρισης του πράγματος, είτε να ζητήσει μείωση του τιμήματος, είτε να  υπαναχωρήσει από τη σύμβαση είτε τέλος να απαιτήσει αποζημίωση (η μοναδική περίπτωση πταισματικής ευθύνης του πωλητή). Τα δικαιώματα ασκούνται διαζευκτικά. Η παραγραφή για κινητά είναι διετής, και αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή. Το ίδιο ισχύει και αν ο αγοραστής διαπίστωσε την έλλειψη ανταπόκρισης αργότερα. Η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο δύο (2) μηνών από τον χρόνο που διαπιστώθηκε η έλλειψη ανταπόκρισης.