Απόφαση 139/2017 ΕΦ ΑΝΑΤ. ΚΡΗΤ (ΜΟΝ)
Περίληψη
Χονδρική μίσθωση ξενοδοχειακών κλινών. Μορφές της. Αγωγή καταβολής του συμφωνημένου μισθώματος. Η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση δεν έφερε το χαρακτήρα της ιδιόρρυθμης συμβάσεως «allotment», αφού αναγκαίο στοιχείο αυτής, εκτός των άλλων, είναι ο καθορισμός ανωτάτου και κατωτάτου ορίου διανυκτερεύσεων κατά μήνα, αλλά επρόκειτο για κοινή μικτή ακριβόχρονου χαρακτήρα σύμβαση μισθώσεως πράγματος και υπηρεσιών, με προέχοντα το χαρακτήρα της μισθώσεως πράγματος, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του κοινού δικαίου. Έφεση. Εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός από την εκκαλούμενη κατά την εκτίμηση των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών και υπαγωγή τους όχι στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Η απόφαση αυτή δεν εξαφανίζεται από το εφετείο, αφού στο στάδιο αυτό δεν έχει διαπιστωθεί αν το διατακτικό της είναι ορθό και κατά πόσον περιέχει σφάλμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, αλλά, αντικαθισταμένων των αιτιολογιών, η αγωγή θα κριθεί μέσα στα πλαίσια της νομικής βάσεως, τα στοιχεία της οποίας και περιέχει. Δέχεται την έφεση. Δέχεται την αγωγή.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ : 139/2017
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Αικατερίνη Παπαδάκη, Εφέτη και το Γραμματέα Κωνσταντίνο Παντατοσάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ’’…”, που εδρεύει στην Ανάληψη Χερσονήσου Ηρακλείου, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ηρακλείου, Βασίλη Σπανουδάκη.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία “…” (…), που εδρεύει στη Μόσχα Ρωσίας, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ηρακλείου, Στεπάν Βακιρτζιάν, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ……” που εδρεύει στο Ηράκλειο, εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου άσκησε η ενάγουσα Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία “….” την από 24/1/2011 και με αριθμό έκθ. κατάθ. Πρωτοδ. ……. 2012 αγωγή της κατά των δύο εναγόμενων ανωνύμων εταιρειών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 368/2013 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχτηκε τα αναφερόμενα σ’ αυτήν.
Την απόφαση αυτή κατόπιν προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η παραπάνω εναγόμενη & ήδη εκκαλούσα Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία ’`.. …” με την απο 19/6/2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Πρωτ. …/2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. Εφετείου Ανατολικής Κρήτης …/21-6-2013) έφεσή της, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε κατόπιν αναβολής αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως και στη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους, ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν την παραδοχή τους. Σημειώνεται δε, ότι η δεύτερη των εφεσιβλήτων – ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “…..”- δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στο παρόν δικαστήριο.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 19-6-2013 και με αριθμό καταθέσεως …/20-6-2013 (αριθμό καταθέσεως στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης ../2013) έφεση της ενάγουσας, που στρέφεται κατά της με αριθμό 368/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ερήμην της δεύτερης εναγόμενης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθώς από τον φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε και έχει παρέλθει τριετία από την έκδοση της ίδιας αποφάσεως (3-6-2013) μέχρι την κατάθεση της κρινομένης εφέσεως (20-6-2013) (άρθρα 495 παρ 1, 499, 511, 513 παρ.1β, 516, 517, 518 παρ 2591 παρ 1 ΚΠολΔ). Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν ως προς το παραδεκτό και βασιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ερήμην της φτέρης εφεσίβλητης η οποία αν και κλητεύθηκε νόμιμα για να παραστεί κατά την σημερινή δικάσιμο, που αποτελεί νόμιμη μετ` αναβολή δικάσιμο από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 9-12-2014 (βλ. με αριθμό …25-9-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ….), δεν εμφανίσθηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου. Το Δικαστήριο ωστόσο θα προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρα 591 παρ 1, 524 παρ. και 4 ΚΠολΔ).
Με την από 24-1-2011 και με αριθμό καταθέσεως …2012 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίσθηκε ότι με την από 16-11-2010 έγγραφη σύμβαση που συνήψε με την πρώτη των εναγομένων εταιρεία, την καλή εκτέλεση της οποίας εγγυήθηκε εγγράφως η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, συμφώνησε την μίσθωση δωματίων του ξενοδοχείου της με τον διακριτικό τίτλο «….» που βρίσκεται την Ανάληψη Χερσονήσου, για την χρονική περίοδο από 22-5-2011 μέχρι 24-9-2011, με ελάχιστες εγγυημένες διανυκτερεύσεις εναλλασσόμενων πελατών 11.592, σε 55 δίκλινα δωμάτια και 5 μονόκλινα δωμάτια, αντί ελάχιστου εγγυημένου μισθώματος 379.100 ευρώ, το οποίο συμφώνησαν να καταβληθεί στις αναφερόμενες δόσεις, στα αντίστοιχα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα. `Οτι μολονότι διέθεσε τα δωμάτια και παρέσχε τις υπηρεσίες που είχαν συμφωνήσει, οι εναγόμενες κατέβαλαν μέρος του συμφωνηθέντος μισθώματος και οφείλουν το υπόλοιπο ποσού 151.144 5 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρείες, εκάστη εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το ποσό των 151.144,5 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη, με την κρίση ότι ενώ, η ιστορική της βάση στηρίζεται σε ξενοδοχειακή σύμβαση allotment, δεν αναφέρεται αν και σε ποιο βαθμό δεν καλύφθηκε το κατώτατο όριο διανυκτερεύσεων ώστε να δύναται να υπολογισθεί η αποζημίωση της ενάγουσας κατ’ άρθρο 12 παρ.3 της απόφασης του Γενικού Γραμματέα του EOT 503007/1976. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την υπό κρίση έφεση η ενάγουσα παράπονού μενη ορισμένα, προσδιορίζοντας τα συγκεκριμένα νομικά σφάλματα της εκκαλουμένης, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα υπήγαγε στον νόμο τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά και χαρακτήρισε την ένδικη σύμβαση ως σύμβαση allotment αντί του ορθού σύμβαση εγγυημένη, βάσει της οποίας ζητείται εγγυημένο μίσθωμα και ζητεί την εξαφάνισή της ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή.
Από το συνδυασμό των άρθρων 534 και 545 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η εκκαλουμένη, εκτιμώντας τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, έκανε λανθασμένο νομικό χαρακτηρισμό και υπαγωγή τους όχι στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, δεν εξαφανίζεται από το Εφετείο, αφού στο στάδιο αυτό δεν έχει διαπιστωθεί αν το διατακτικό της είναι ορθό (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και κατά πόσον περιέχει σφάλμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, αλλά, αντικαθιστά μένων των αιτιολογιών, η αγωγή θα κριθεί μέσα στα πλαίσια της νομικής βάσεως, τα στοιχεία της οποίας και περιέχει (Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ Ερμηνευτική – νομολογιακή ανάλυση τ. Γ 374, ΕφΔωδ 122/2007, Εφ. Δωδ. 210/1998 Τ.Ν.Π. Νόμος). Περαιτέρω, η μίσθωση των δωματίων ενός ξενοδοχείου, μπορεί να γίνει, είτε απ` ευθείας από τους ενδιαφερομένους μεμονωμένους πελάτες, είτε από ταξιδιωτικούς οργανισμούς ή τουριστικά γραφεία, που τα διαθέτουν στη συνέχεια, στους πελάτες τους (τουρίστες). Στην δεύτερη περίπτωση, που χαρακτηρίζεται, ως «χονδρική μίσθωση» θα πρόκειται για την ξενοδοχειακή μίσθωση (..). Η χονδρική μίσθωση ξενοδοχειακών κλινών (δωματίων) μπορεί να πάρει ανάλογα με τον νόμο, την συμφωνία των μερών, αλλά και την συναλλακτική πρακτική κυρίως δύο ειδικότερες μορφές, χωρίς να αποκλείεται φυσικά εντός των ορίων της συμβατικής ελευθερίας η επιλογή και άλλων τύπων ή και ο συνδυασμός τους. Η πρώτη μορφή αποτελεί την λεγόμενη βέβαιη εγγυημένη κράτηση στο πεδίο λειτουργίας της οποίας ο ξενοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί τον συμφωνηθέντα αριθμό κλινών (και να προσφέρει και τις συναφείς ξενοδοχειακές παροχές) για την προκαθορισμένη περίοδο στον αντισυμβαλλόμενό του (ακριβέστερα στους υπ` αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους – πελάτες του), ο οποίος, με την σειρά του, οφείλει το συμφωνηθέν ολικό αντίτιμο μίσθωμα ανεξάρτητα του εάν έκανε χρήση των μισθωθεισών κλινών, παραχωρώντας την (τη χρήση) στους δικούς της πελάτες. Η δεύτερη μορφή αποτελεί την λεγόμενη κράτηση allotment (κατά μερίδιο), που ρυθμίζεται από το άρθρο 11 της απόφασης του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ 503007/29.1.1976, στην οποία (απόφαση), το άρθρο 8 ν. 1652/1986 έδωσε ισχύ τυπικού νόμου. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της συμφωνίας είναι ο συμβατικός προσδιορισμός δύο ακραίων ποσοτικών ορίων μισθωμένων κλινών, ενός ανώτατου και ενός κατωτατου εντός μιας η περισσότερων χρονικών περιόδων. Ο ξενοδόχος είναι υποχρεωμένος να διατηρεί δεσμευμένο για τον αντισυμβαλλόμενο του το ανώτατο όριο κλινών, υποχρεούμενος σε αντίθετη περίπτωση, σε αποζημίωσή του, ενώ ο μισθωτής των κλινών καταβάλει το μίσθωμα μόνο για όσες κλίνες χρησιμοποίησε χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για τις μη χρησιμοποιηθείσες κλίνες (βλ. Ζητήματα από την ξενοδοχειακή Σύμβαση Δέσποινας Κλαβανίδου σε ΕλλΔνη 43 (2002) σελ. 57 και Αχιλλέα Κουτσουράδη σε ΕΔνη 39 (1998) σελ. 57 επ.) Η ξενοδοχειακή, κατά τα άνω σύμβαση είναι μικτή σύμβασης προεχόντως μισθωτικού χαρακτήρα, πέρα από τα στοιχεία μίσθωσης υπηρεσιών, πώλησης, προμήθειας (ΕφΔωδ 111/2015 ΕφΑθ 4174/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα εκμίσθωσε στην πρώτη εναγομένη κλίνες του ξενοδοχείου της, κατά την προαναφερθείσα περίοδο, αντί συνολικού μισθώματος προς καταρτισθείσα ως άνω σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα της ιδιόρρυθμης 503007/1976 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού “Περί κανονισμού σχέσεων ξενοδοχείων και πελατών αυτών” (που κυρώθηκε με το άρθρο 8 ν. 1652/1986 και έχει ισχύ νόμου), που διέπουν και ρυθμίζουν τη σύμβαση αυτή προκύπτει ότι πραγματικά αναγκαίο στοιχείο αυτής, εκτός των άλλων, είναι ο καθορισμός ανωτάτου και κατωτάτου ορίου διανυκτερεύσεων κατά μήνα (ΑΠ 162/1990 ΝοΒ 39.546, ΕφΔωδ 90/1989 Αρμ 44. 430), αλλά πρόκειται για κοινή μικτή ακριβόχρονου χαρακτήρα σύμβαση μισθώσεως πράγματος και υπηρεσιών, με προέχοντα το χαρακτήρα της μισθώσεως πράγματος, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του κοινού δικαίου. Η επί δίκη σύμβαση που έχει ως αντικείμενο την κράτηση συγκεκριμένου αριθμού κλινών (11.592) για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, χωρίς πρόβλεψη κατωτάτου και ανωτάτου αριθμού διανυκτερεύσεων, δεν συνιστά περίπτωση allotment, αλλά τη λεγάμενη βέβαιη ή εγγυημένη κράτηση.
Από τις διατάξεις των άρθρ. 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι γίνεται από αυτόν επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 681/2007, ΑΠ 1045/2004, ΑΠ 575/2004 Τ.Ν.Π. Νόμος). Η πρώτη εναγομένη πρωτοδίκως αλλά και σήμερα με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο τούτο, ζήτησε να υποχρεωθεί η ενάγουσα να επιδείξει τα αναλυτικά αναφερόμενα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της (βιβλίο κίνησης πελατών, ειδική άδεια λειτουργίας EOT, αναλυτικό κατάλογο πελατών, ετήσιο ισολογισμό, ισοζύγιο της 31-12-2011 και ισοζύγιο εγγραφών ισολογισμού 2011.τιμολόγια εκδοθέντα επ’ ονόματι της ιδίας και τιμολόγια εκμίσθωσης των επίδικων δωματίων σε τρίτους), προκειμένου να αποδειχθούν τα κενά από τα μισθωθέντα δωμάτια του ξενοδοχείου της ενάγουσας κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο και να διακριβωθεί έτσι η βασιμότητα της αγωγικής αξίωσή της αλλά και για να μπορέσει να προσδιοριστεί και να συνυπολογιστεί ακολούθως η ωφέλεια που αποκόμισε η ενάγουσα. Το αίτημα αυτό όμως πρέπει να απορριφθεί ελλείψει εννόμου συμφέροντος της πρώτης εναγομένης – αιτούσας, διότι τα εν λόγω έγγραφα ζητούνται προς ανταπόδειξη περιστατικών που δεν θεμελιώνουν την αγωγική αξίωση καθώς όπως προεκτέθηκε, ζητείται η καταβολή ποσού από εγγυημένη ξενοδοχειακή σύμβαση και επομένως είναι αδιάφορο αν έγινε πράγματι χρήση των μισθωμένων κλινών και όχι από σύμβαση allotment οπότε ενδιαφέρει η κάλυψη του κατώτατου ορίου των κλινών που μισθώθηκαν.
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της πρώτης εναγόμενης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα της εκκαλουμένης πρακτικά συνεδριάσεως του, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν και την με αριθμό …./9-12-2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου …, που δόθηκε επιμελεία της εκκαλούσας, μετά από νόμιμη κλήση των εφεσιβλήτων για να παραστούν, η οποία περιέχεται στο δικόγραφο της εφέσεως που τους επιδόθηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα εταιρεία, η οποία διατηρεί στην Ανάληψη Χερσονήσου ξενοδοχείο με τον διακριτικό τίτλο «….», συνήψε στις 16-11-2010 με την πρώτη εναγόμενη εταιρεία (tour oregator), γραπτή ξενοδοχειακή σύμβαση allotment, με την οποία ανέλαβε, μεταξύ άλλων υπηρεσιών και παροχών ξένισης, την υποχρέωση να διαθέσει στην πρώτη εναγομένη, για το χρονικό διάστημα από 24-4-2011 έως 31-10-2011, δωμάτια με θεά κήπο του ξενοδοχείου της, 60 κατά κατώτατο αριθμό και 130 κατά ανώτατο αριθμό, για τη διαμονή σ’ αυτά εναλλασσομένων αλλοδαπών, τουριστών – πελατών της πρώτης εναγομένης. Περαιτέρω όμως και ειδικώς για την υψηλή τουριστική περίοδο από 22-5-2011 έως 24-9-2011, ρητώς συμφωνήθηκε με την από 16-11-2010 έγγραφη σύμβαση, ότι η πρώτη εναγομένη θα κάνει χρήση του 80% από τα 60 κατ’ ελάχιστον ως άνω εκμισθωμένα allotment δωμάτια και μάλιστα 80% από 55 δίκλινα, δηλαδή χρήση σε 44 δίκλινα δωμάτια, αντί 19 ευρώ ημερησίως ανά άτομο από 22-5-2011 έως 7-6-2011, 25 ευρώ ημερησίως ανά άτομο από 8-6-2011 έως 10-7-2011, 34 ευρώ ημερησίως ανά άτομο από 11-7-2011 έως 21-7-2011,44 ευρώ ημερησίως από 22-7-2011 έως 25-8-2011, 34 ευρώ ημερησίως από 26-8-2011 έως 17-9-2011 και 25 ευρώ ημερησίως από 18-9-2011 έως 24-9-2011 και 80% απο 5 μονόκλινα, δηλαδή χρήση σε 4 μονόκλινα δωμάτια, αντί 30 ευρώ από 22-5-2011 έως 7-6-2011, 39 ευρώ από 8-6-2011 έως 10-7-2011,53 ευρώ από -11-7-2011 έως 21-7-2011,71 ευρώ από 22-7-2011 έως 25-8-2011,53 ευρώ από 26-8-2011 έως 17-9-2011 και 39 ευρώ από 18-9-2011 έως 249-2011. Ως εκ τούτου, η πρώτη εναγόμενη εγγυήθηκε για 126 ημέρες στο ως άνω χρονικό διάστημα από 22-5-2011 έως 24-9-2011, 11.088 (44X2X126) διανυκτερεύσεις σε δίκλινα δωμάτια με θέα κήπο αντί εγγυημένου μισθώματος 353.672 (28.424 + 72.600 + 32.912 + 135.520 + 68.816 + 15.400) ευρώ και 504 διανυκτερεύσεις (4X126) σε μονόκλινα δωμάτια με θέα κήπο αντί εγγυημένου μισθώματος 25.428 (2.040 + 5.148 + 2.332 + 9.940 + 4.876 + 1.092) ευρώ και συνολικά εγγυήθηκε 11.592 διανυκτερεύσεις αντί 379.100 ευρώ. Το εγγυημένο αυτό μίσθωμα συμφώνησαν να καταβληθεί σε δόσεις ως εξής : α)την 20-11-2011 40.000 ευρώ, β) την 27-2-2011 20.100 ευρώ, γ)την 28-5-2011 63.800 ευρώ δ) την 28-6-2011 63.800 ευρώ, ε)την 28-7-2011 63.800 ευρώ στ) την 28-8-2011 63.800 ευρώ και ζ) την 28-9-2011 63.800 ευρώ. Την καλή εκτέλεση των όρων της ως άνω συμφωνίας εγγυήθηκε η δεύτερη εναγομένη εταιρεία ως αυτοφειλέτης και συνυπέγραψε με την ενάγουσα και την πρώτη εναγομένη την από 16-11-2010 σύμβαση που τους περιείχε. Η ως άνω σύμβαση είναι σύμβαση guarantee, δηλαδή έλαβε χώρα εγγυημένη κράτηση των δωματίων για την αποστολή εναλλασσόμενων πελατών στις συγκεκριμένες κλίνες (11.592) που κρατήθηκαν ως σύνολο για όλη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, γι’ αυτό άλλωστε και συμφωνήθηκε με τον όρο 4 της ένδικης σύμβασης ότι τα δωμάτια θα είναι διαθέσιμα χωρίς προθεσμία πώλησης (release) και χωρίς διακοπή πωλήσεων (stop sale) και γι` αυτό προσυμφωνήθηκε δήλη ημέρα τμηματικής καταβολής του μισθώματος, για το οποίο μάλιστα με το άρθρο 3 ορίσθηκε, πιο συγκεκριμένα, ότι δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε κύκλο εργασιών allotment, η δε πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει το συμφωνηθέν ενιαίο αντάλλαγμα ανεξάρτητα αν εκανε χρήση των κλινών που μίσθωσε. Βρίσκει δε έρεισμα η αγωγική αξίωση στη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 της 503007/1976 απόφασης του Γενικού Γραμματέα του EOT σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 574, 595, 596 ΑΚ οι οποίες εφαρμόζονται εν προκειμένω σε συνδυασμό με τα άρθρα 847, 851, 361, 345 και 346 ΑΚ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά το ότι η ενάγουσα εξεπλήρωσε τις από τη σύμβαση απορρέουσες υποχρεώσεις της και είχε στη διάθεση της πρώτης εναγομένης το χρονικό διάστημα από 22-5-2011 έως 24-9-2011 τα ως άνω μισθωθέντα 48 δωμάτια, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε, όπως συνομολογείται καθ` υποφοράν στην αγωγή, το ποσό των 227.955,5 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο ποσό του εγγυημένου μισθώματος, δηλαδή 151.144,5 (379.100-227.955,5) ευρώ, το οποίο πρέπει να υποχρεωθούν αμφότερες οι εναγόμενες, εις ολόκληρον εκάστη, να καταβάλουν στην ενάγουσα.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και ακολούθως να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη (άρθρο 535 ΚΠολΔ) που απέρριψε την αγωγή και αφού κρατηθεί και δικαστεί η από 24-1-2011 και με αριθμό καταθέσεως …2012 αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον εκάστη, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 151.144,5 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την ερημοδικασθείσα πρώτη εφεσίβλητη, πρέπει να ορισθεί το νόμιμο παράβολο (άρθρα 501 και 505 παρ 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει την από 19-6-2013 και με αριθμό καταθέσεως ../20-6-2013 έφεση, ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης.
Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη.
Κρατεί και δικάζει την από 24-1-2011 και με αριθμό καταθέσεως …../2012 αγωγή.
Δέχεται αυτή.
Υποχρεώνει τις εναγόμενες, εις ολόκληρον εκάστη, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των εκατόν πενήντα μια χιλιάδων εκατόν σαράντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα λεπτών (151.144,5), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εννέα χιλιάδων διακοσίων (9.200) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο Ηράκλειο στις 29/6/2017 σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
