Έφεση. Στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της, η εξουσία του εφετείου να εξετάσει την υπόθεση καθορίζεται από το δικόγραφο της έφεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Το εφετείο εξετάζει ωστόσο αυτεπαγγέλτως τα στοιχεία παραδεκτού της έφεσης όπως το εκκλητό της προσβαλλόμενης απόφασης, την νομιμοποίηση των διαδίκων αλλά και το εμπρόθεσμο άσκησης της έφεσης. Προθεσμία άσκησης έφεσης για κατοίκους με γνωστή διαμονή στην Ελλάδα με αφετηρία τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης προς αυτούς. Συνέπειες άπρακτης παρόδου της άνω προθεσμίας. Το απαράδεκτο της έφεσης λόγω εκπροθέσμου άσκησης της μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης ενώ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επί άκυρης επίδοσης της προσβαλλόμενης δεν ξεκινά η βραχεία προθεσμία άσκησης έφεσης κατ΄ άρθρο 518§1 ΚΠολΔ εν αντιθέσει με την αντίστοιχη καταχρηστική διετή προθεσμία. Υποχρέωση των διαδίκων να δηλώνουν την ακριβή διεύθυνση κατοικία τους στα εισαγωγικά δικόγραφα της δίκης. Μέσα νομότυπης γνωστοποίησης της μεταβολής αυτής. Αν δεν λάβει χώρα η τελευταία, κάθε επίδοση δικογράφου που έλαβε στην δηλωθείσα από τους διαδίκους διεύθυνση είναι σύννομη ασχέτως αν εκείνοι μετοίκησαν. Ορισμένο ισχυρισμού περί εμπροθέσμου άσκησης έφεσης εκ μέρους διαδίκου που επικαλείται ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλουμένης προς εκείνον. Η ακυρότητα επίδοσης δικογράφου ή απόφασης επιφέρει δικονομική ακυρότητα μόνο υπό τον όρο επίκλησης δικονομικής βλάβης εκ μέρους διαδίκου. Ο ανωτέρω δύναται να αιτηθεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατ΄ άρθρο 152 ΚΠολΔ αν από ανωτέρα βία ή δόλο του αντιδίκου απώλεσε δικονομική προθεσμία. Έννοια ανωτέρας βίας. Μέσα νομότυπης υποβολής του άνω αιτήματος που δεν μπορεί να λάβει χώρα διά της προσθήκης αντίκρουσης ισχυρισμών εκ μέρους του διαδίκου. Η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως δεδομένου πως η εκκαλουμένη ορθώς κοινοποιήθηκε στην αρχική διεύθυνση του εκκαλούντος που δεν γνωστοποίησε την μεταβολή αυτής ενώ απαράδεκτο τυγχάνει και το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση που υπεβλήθη διά της προσθήκης. Απορρίπτει έφεση και αίτημα επαναφοράς πραγμάτων.
Αριθμός Απόφασης 160 /2023
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ανδρονίκη Αθανασιάδη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο Εφετών, και από την Γραμματέα Αικατερίνη Δασκαλάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στο Ηράκλειο την 8η Νοεμβρίου 2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………….. του ………., κατοίκου ………., οδός …….. αρ. ….., τον οποίο εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Λεβέντης (Δ.Σ.Η.), δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δη δυνάμει της από 7-11-
2022 δηλώσεώς του.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …………….., κατοίκου ……….. οδός ….. αρ. …., με Α.Φ.Μ. ………., τον οποίο εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Βασίλειος Σπανουδάκης (Δ.Σ.Η.).
Ο ενάγων, και ήδη εφεσίβλητος, με την από 28-5-2010 και με αρ. κατάθ. δικ. …./ΤΜ/…../28-5-2010 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, στρεφόμενη κατά του εναγομένου, και ήδη εκκαλούντος, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Ο ενάγων, και ήδη εκκαλών, με την από 29-4-2012 και με αρ. κατάθ. δικ. …../ΤΜ/…../27-12-2012 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, στρεφόμενη κατά του εναγομένου, και ήδη εφεσιβλήτου, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.
Το πιο πάνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αγωγές, εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, την 252/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την πρώτη αγωγή ως ουσία βάσιμη και απέρριψε τη δεύτερη αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο παραπάνω ενάγων, εναγόμενος, εκκαλών, με την από 16-6-2015 (αριθ. εκθ. καταθ. …../23-6-2015) έφεσή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε στο παρόν Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος, με την …./3-12-2018 πράξη του γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, για τη δικάσιμο της 9-3-2021, οπότε ματαιώθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος (covid-19) και επαναπροσδιορίσθηκε οίκοθεν με την 7/2021 πράξη του Προέδρου Εφετών για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αύξοντα αριθμό πινακίου -….-, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος προκατέθεσε έγγραφα και προτάσεις και ζήτησε να γίνουν δεκτές αυτές και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου κατέθεσε έγγραφα και προτάσεις στις οποίες αναφέρθηκε και ζήτησε να γίνουν δεκτές αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 532, 533 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η υπόθεση ενώπιον του Εφετείου, στο οποίο αυτή μεταβιβάζεται με την άσκηση της έφεσης, κατά τα όρια που καθορίζονται από αυτήν (έφεση) και τους πρόσθετους λόγους, διέρχεται τρία στάδια κατά τα οποία εξετάζονται: 1. το παραδεκτό της έφεσης (άρθρο 532 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2. το παραδεκτό καθενός λόγου και 3. το βάσιμο (νομικό και ουσιαστικό) των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνεπώς, κατά το πρώτο στάδιο της έρευνας του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως δε αν η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά της νόμιμες διατυπώσεις (αρ. 532 ΚΠολΔ). Αντικείμενο της έρευνας, κατά το στάδιο αυτό, αποτελεί το εκκλητό ή μη της εκκαλούμενης απόφασης, η νομιμοποίηση του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 516, 518 παρ.1 και 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν σε άσκηση έφεσης δικαιούται διάδικος που διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημερών και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518 παρ.1, 151,152 παρ.1 και 155 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παρέλευση άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης συνεπάγεται έκπτωση απ’ αυτήν. Εάν δε πάρα ταύτα ασκηθεί έφεση, το δικαστήριο, κατ’ άρθρο 532 του ΚΠολΔ, απορρίπτει αυτήν ως απαράδεκτη (ΑΠ 241/2006, ΑΠ 666/2005, ΑΠ 1705/2005 δημ. «ΝΟΜΟΣ»). Το απαράδεκτο αυτό μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της κατ’ έφεση δίκης, λαμβάνεται, όμως, υπόψη και αυτεπάγγελτα κατ` άρθρα 151 και 532 του ΚΠολΔ (ΑΠ 332/1986 ΝοΒ 35.32, ΑΠ 1144/1984 ΕλλΔνη 26.37, ΕφΛαρ 302/2012 Δικογραφία 2012.674, ΕφΑθ 5446/1993 ΑρχΝ 1994.310, ΕφΑθ 57/1986 Δ 17.238). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 1, 499, 310 παρ. 1, 144, και 122 επ. του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στον αντίκλητο αυτού έναρξη της 30ήμερης προθεσμίας για άσκηση της έφεσης, κατά το παραπάνω άρθρο 518 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα προϋποθέτει έγκυρη επίδοση της άνω απόφασης, ώστε σε περίπτωση ακυρότητας της επίδοσης, που μπορεί να προταθεί από τον εκκαλούντα, δεν αρχίζει η παραπάνω προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 και τρέχει μόνο η διετής προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 του αυτού πιο πάνω Κώδικα [όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 – 645 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές], άλλως η τριετής προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της από τον παραπάνω νόμο, που εφαρμόζεται αν η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε πριν την 1-1-2016 (ΟλΑΠ 10/2018 δημ. «ΝΟΜΟΣ»), όπως εν προκειμένω ισχύει. Με τις διατάξεις δε των άρθρων 119 παρ. 1, 3, και 120 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι οι διάδικοι οφείλουν να αναγράφουν στα δικόγραφά τους την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας τους (οδό και αριθμό), κάθε δε μεταβολή της διεύθυνσης πρέπει να γνωστοποιείται με τα δικόγραφα που κοινοποιούνται εκατέρωθεν ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, επισυνάπτεται στη δικογραφία και κοινοποιείται στον αντίδικό τους, η επίδοση δε εγγράφου που αφορά εκκρεμή δίκη, συμπεριλαμβανομένης και της οριστικής απόφασης, είναι έγκυρη, όταν γίνει στην, κατά το άρθρο 119 του ΚΠολΔ, αναφερομένη διεύθυνση, και αν ακόμη ο αποδέκτης της επίδοσης δεν είχε πλέον εκεί την κατοικία του, εφόσον αυτός δεν είχε δηλώσει (γνωστοποιήσει) με κάποιον από τους περιοριστικώς, πιο πάνω, οριζομένους τρόπους μεταβολή της κατοικίας του. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση οριστικής απόφασης και επικαλείται την ακυρότητά της, προκειμένου να υποστηρίξει τον περί εμπροθέσμου της άσκησης της έφεσης ισχυρισμό του, πρέπει να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει ότι η επίδοση έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας, και, είτε ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον επιδίδοντα τη μεταβολή της κατά ένα από τους παραπάνω τρόπους, είτε ότι ο τελευταίος γνώριζε την πραγματική κατοικία του (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 800/2019, ΑΠ 724/2013, ΑΠ 1750/2009, δημ. «ΝΟΜΟΣ»). Σκοπός των διατάξεων αυτών, κατά τις οποίες είναι έγκυρη η επίδοση στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, την οποία αυτός δήλωσε είτε αρχικώς είτε μετά νόμιμη, ως άνω, γνωστοποίηση μεταβολής της κατοικίας του, ακόμη και αν πράγματι δεν κατοικεί εκεί (πλασματική κατοικία), είναι η πάταξη της στρεψοδικίας με την επίκληση ακυροτήτων της επίδοσης από τον παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, ώστε να διασφαλίζονται τα έννομα συμφέροντα του αντιδίκου του για την ομαλή και κατά το δυνατό χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης με την έκδοση δικαστικής απόφασης, επί της αιτούμενης παροχής έννομης προστασίας και της αναγκαστικής αυτής εκτέλεσης (ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 1553/2008 δημ. «ΝΟΜΟΣ»). Η ελαττωματικότητα της επίδοσης, κατά τα άρθρα 159 παρ. 1, και 160 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξης, που συνεπάγεται ακυρότητα, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, και μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά. Τούτο δε διότι, για την τήρηση του σχετικού τύπου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε χωρεί αναψηλάφηση ή αναίρεση. Το δικαστήριο δε, έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινομένου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει περί τούτου απόδειξη και η σχετική κρίση του, ως αναγομένη στα πράγματα, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ. Μάλιστα η ύπαρξη της βλάβης τεκμαίρεται σε περίπτωση μη παράστασης του διαδίκου στη συζήτηση ή σε περίπτωση εκπρόθεσμης άσκησης διαδικαστικής πράξης (ΕφΛαρ 150/2012 Δικογραφία 2012.323). Ο διάδικος, όμως, που δε μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση, δύναται, αν η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ελαττωματικότητα της επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, υπό την έννοια της πρόσδοσης με δικαστική απόφαση στην εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση της έννομης συνέπειας που αυτή θα είχε, αν είχε ασκηθεί εμπροθέσμως. Το αίτημά του δε αυτό με τη συνδρομή της ανεπανόρθωτης βλάβης θα πρέπει να υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις του, στα οποία θα πρέπει να επικαλείται και τα προς απόδειξη μέσα (ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012, ΕφΑθ 1329/2022 δημ. «ΝΟΜΟΣ»). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 152 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ο διάδικος, που δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, υπό την έννοια της προσδόσεως με δικαστική απόφαση στην εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη της έννομης ενέργειας, που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη. Ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό της τηρήσεως της προθεσμίας γεγονός, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Η άγνοια του διαδίκου για τη γενόμενη προς αυτόν έγκυρη επίδοση της αποφάσεως υποκείμενης σε έφεση και εντελώς ανυπαίτια αν είναι, δεν αποτελεί καθ’ εαυτή περιστατικό ανώτερης βίας, παρακωλυτικό της εκ μέρους του τηρήσεως της προθεσμίας για άσκηση εφέσεως. Τέτοιο περιστατικό μπορεί η πιο πάνω άγνοια να αποτελέσει, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς τη γνώση της επιδόσεως, ο νομιμοποιούμενος να εκκαλέσει και ο πληρεξούσιος τυχόν δικηγόρος του, προβαίνοντας σε κάθε ενδεικνυόμενη λογικώς, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, συνετή και άκρως ακόμη επιμελή ενέργεια, δεν θα είχαν τη δυνατότητα να είναι ενήμεροι της εκκλητής αποφάσεως εγκαίρως, ούτως ώστε να εναπομένει μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, που η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης κίνησε, χρόνος επαρκής, αξιοποιήσιμος και σύμφωνα με την ενδεικνυόμενη δικονομική επιμέλεια και σύνεση, αλλά και τις αρχές της διαδικαστικής καλής πίστης και της μη παρελκύσεως των δικών, αξιοποιητέος για την άσκηση εφέσεως (ΟλΑΠ 29/1992 ΕλΔ 33, 1445, ΑΠ 61/2005 ΕλΔ 46.1447). Σχετικά με την αίτηση της δικαστικής επαναφοράς έχουν επιβληθεί κάποιοι περιορισμοί και δη τέτοιο περιορισμό θεσπίζει το άρθρο 153 ΚΠολΔ, κατά το οποίο η αίτηση επαναφοράς υποβάλλεται το αργότερο τριάντα μέρες μετά την άρση του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία, διαφορετικά, σύμφωνα με το άρθρο 158 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 155 ΚΠολΔ, η αίτηση της επαναφοράς μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, όχι όμως και με προσθήκη σ’ αυτές, που έγινε μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, γιατί στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 239 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται η επίκληση νέων ισχυρισμών παρά μόνο για αντίκρουση ήδη προταθέντων και, συνεπώς, πολύ περισσότερο επιβάλλεται ο αποκλεισμός νέων αιτήσεων (ΑΠ 254/1988 δημ. «ΝΟΜΟΣ»).
Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση από 16-6-2015 έφεση του εκκαλούντος, ενάγοντος, εναγομένου, με την οποία προσβάλλει την 252/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και δημοσιεύθηκε την 13-5-2014, ασκήθηκε την 23-6-2015, όπως αυτό φαίνεται στη σχετική πράξη κατάθεσης κάτω από το δικόγραφο της έφεσης (αριθ. καταθ. ……/23-6-2015). Δηλαδή, μετά από την πάροδο τεσσάρων (4) και πλέον μηνών από τότε που επιδόθηκε σε αυτόν η εκκαλούμενη απόφαση, ήτοι την 12-1-2015, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον εφεσίβλητο ……/12-1-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ……………………. Ο εκκαλών, με την προσθήκη επί των προτάσεων της έφεσής του, που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση αυτής (έφεσης) και δη την 14η -11-2022, ισχυρίζεται ότι η επίδοση διά θυροκολλήσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στη διεύθυνση εργασίας του και δη στο μίσθιο κατάστημα, που διατηρούσε επί της οδού ……………. αρ. ………., πόλεως ….., πάσχει, διότι από τη διεύθυνση αυτή έχει αποχωρήσει από τα τέλη Απριλίου του έτους 2012, καθώς την 26-4-2012 υπέβαλε αίτηση διακοπής στη …. Δ.Ο.Υ. ………. λόγω συνταξιοδότησής του. Προς επίρρωση δε των ισχυρισμών του αυτών προσκομίζει τη σχετική αίτηση διακοπής, που υπέβαλε στη … Δ.Ο.Υ. ……… λόγω συνταξιοδότησης, τη δήλωση Ε3, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, προκύπτει αφενός ότι την περίοδο εκείνη εξέδωσε μόνον ένα δελτίο αποστολής και κανένα τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών και αφετέρου ότι κατέβαλε στους εκμισθωτές του τέσσερα (4) μόνον μισθώματα και δη των μηνών από 1/1 – 30/4/2012. Ωστόσο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, απαραδέκτως η αίτηση επαναφοράς ασκείται με την προσθήκη επί των προτάσεων που έγινε μετά τη συζήτηση της έφεσης. Ο ισχυρισμός δε του εκκαλούντος, ότι παρακωλύθηκε να ασκήσει την κρινόμενη αίτηση επαναφοράς με τις προτάσεις, για το λόγο ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της έφεσης και έλαβε γνώση της ένστασης περί εκπροθέσμου ασκήσεως της έφεσης την επομένη ημέρα, με την ανάγνωση των προτάσεων του αντιδίκου του, ουδόλως επηρεάζει τα παραπάνω. Και τούτο, διότι είναι επιλογή του πληρεξουσίου δικηγόρου να παραστεί αυτοπροσώπως ή με δήλωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, εφόσον επιλέξει τον δεύτερο τρόπο παράστασης, δεν δύναται να αποσείσει την όποια παράλειψή του λόγω της επιλογής του αυτής, πέραν του ότι δεν προβλέπεται η άσκηση της αίτησης επαναφοράς με την προσθήκη επί των προτάσεων, για το λόγο ότι πλέον δεν δύναται ο αντίδικος να απαντήσει επ’ αυτής. Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος περί ακυρότητας της επίδοσης της εκκαλουμένης στη διεύθυνση ………….. αρ. ………, αφού ο ίδιος είχε αποχωρήσει λόγω συνταξιοδότησης από το κατάστημα που διατηρούσε στη διεύθυνση αυτή, ήδη από τον Απρίλιο του έτους 2012, δεν αποδείχθηκε αληθής. Αντιθέτως, στο δικόγραφο των προτάσεων του εκκαλούντος και στην προσθήκη – αντίκρουση επί των προτάσεων αυτών, που κατατέθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο την 25-11-2013, αναγράφεται ως διεύθυνσή του η οδός ……….. αρ. ….. και δη η διεύθυνση στην οποία ο εναγόμενος, ενάγων, και ήδη εφεσίβλητος, επέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση (βλ. σχετ. …../12-1-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ……………………). Το γεγονός δε ότι ο ίδιος κατέθεσε αίτηση συνταξιοδότησης τον Απρίλιο του έτους 2012 και ότι κατέβαλε μισθώματα τεσσάρων μηνών του έτους 2012, δεν αποδεικνύουν, άνευ ετέρου, ότι εγκατέλειψε και το εν λόγω μίσθιο ακίνητο, καθώς μάλιστα δεν προσκομίζει και σχετικό έγγραφο περί λύσεως της μισθώσεως και αποδόσεως του μισθίου. Το ότι δε στην προσκομισθείσα πρωτοδίκως …../22-11-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ……………………….. του ……………, ληφθείσα στις 22-11-2013 ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ηρακλείου ………………, αναφέρεται ως διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος η οδός ……….. αρ. …….., πόλεως ………., ουδόλως επηρεάζει τα ανωτέρω, δεδομένου μάλιστα ότι σε μεταγενέστερο έγγραφο και δη στην προσθήκη του εκκαλούντος επί των προτάσεων που κατατέθηκε την 25-11-2013, αναγράφεται ως διεύθυνσή του η ίδια με αυτή του εισαγωγικού δικογράφου και δη η …………………. αρ. ……….. Έτσι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στην παραπάνω διεύθυνση του ενάγοντος και δη επί της οδού ……………….. αρ. ……….., η οποία αναγράφηκε στα εισαγωγικά της ένδικης αγωγής του, καθώς και των από 19-11-
2013 προτάσεών του και προσθήκης επί των προτάσεών του, που κατατέθηκε την 25-11-2013 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς ο εκκαλών να γνωστοποιήσει στον αντίδικό του με οποιονδήποτε τρόπο τυχόν μεταβολή της, είναι έγκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 120 και 128 παρ. 4 ΚΠολΔ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η σωρευθείσα στην ένδικη έφεση αίτηση επαναφοράς πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, η δε έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, κατά παραδοχή και σχετικού παραπόνου του εφεσιβλήτου. Λόγω δε της απόρριψης της έφεσης και της ήττας του εκκαλούντος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που αυτός προκατέβαλε κατά την κατάθεση της έφεσής του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ΄ ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο εκκαλών πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, γενομένου δεκτού σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει την από 16-6-2015, με αριθ. …../23-6-2015 έφεση και την, με την προσθήκη επί των προτάσεων, από 14-11-2022 αίτηση επαναφοράς, αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την απώλεια της προθεσμίας, άσκησης έφεσης, κατάσταση.
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει προκαταβληθεί από τον εκκαλούντα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο Ηράκλειο σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, στις 30 Ιουνίου 2023, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
