Προστασία της μητρότητας στην εργασία

Ο νομοθέτης αναγνωρίζει την επιτακτική ανάγκη στοιχειοθέτησης ειδικού νομικού καθεστώτος για την προστασία των εργαζόμενων μητέρων. Η προστασία αυτή συνίσταται στη δημιουργία ενός πλέγματος διατάξεων που εκκινεί με την εγκυμοσύνη της εργαζόμενης και συνεχίζει και για το χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό.

Πρόσληψη

Σύμφωνα με το αρ. 11 ν. 3896/2010, ο εργοδότης δεν δύναται να μην προσλάβει μια εργαζόμενη λόγω εγκυμοσύνης της, εφόσον βέβαια πληροί όλα τα κριτήρια πρόσληψης. Αντίστοιχα, αντίκεινται στο νόμο ερωτήσεις του εργοδότη προς την εργαζόμενη για το αν σκοπεύει να αποκτήσει τέκνο ή ακόμη και να αιτηθεί να συμφωνήσει η τελευταία να μην γίνει μητέρα καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της στην επιχείρηση.

Προσαρμογή συνθηκών εργασίας

Σύμφωνα με την «υποχρέωση πρόνοιας» του εργοδότη, οφείλει να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασίας της εργαζόμενης εγκύου, αφού εκτιμήσει τους πιθανούς κινδύνους που ενέχει η εκτέλεση της εργασίας της. Στο πλαίσιο αυτό οφείλει να προβαίνει σε μόνιμη ή προσωρινή προσαρμογή των συνθηκών εργασίας, π.χ. με αλλαγή θέσης, με μετακίνηση από νυχτερινή εργασία σε θέση εργασίας ημέρας.

Αποδοχές εργαζόμενης εγκύου

Η άσκηση των δικαιωμάτων της εργαζόμενης εγκύου δεν δύναται να συνοδεύεται σε καμία περίπτωση από απώλεια των αποδοχών ή άλλων δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας. Στις περιπτώσεις απαλλαγής της εγκύου από την εργασία, ο φορέας ασθένειας καταβάλλει στην ασφαλισμένη «ειδικό επίδομα μητρότητας» για όλο το διάστημα της απουσίας της. Εάν από τη νομοθεσία που διέπει τον φορέα ασθένειας δεν προβλέπεται η χορήγηση επιδομάτων λόγω αποχής από την εργασία, «ειδικό επίδομα μητρότητας» καταβάλλει στην εργαζόμενη ο ίδιος ο εργοδότης.

Καθεστώς αδειών: Οι εγκυμονούσες εργαζόμενες δικαιούνται να λάβουν άδεια μητρότητας (τοκετού), με την προσκόμιση στον εργοδότη ιατρικού πιστοποιητικού που βεβαιώνει την πιθανή ημέρα τοκετού. Η άδεια μητρότητας έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και δεν διασπά τη συνέχεια της εργασιακής σχέσης, ούτε συμψηφίζεται με την κανονική άδεια. Θεωρείται πραγματικός χρόνος απασχόλησης και συνυπολογίζεται για τη χορήγηση των δώρων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων.

Η συνολική διάρκεια της άδειας ανέρχεται σε 17 εβδομάδες, δηλαδή 119 ημερολογιακές ημέρες. Από αυτές οι 56, δηλαδή 8 βδομάδες (άδεια κυοφορίας), πρέπει να χορηγούνται υποχρεωτικά πριν από την πιθανή ημέρα του τοκετού και οι υπόλοιπες 63, δηλαδή 9 βδομάδες (άδεια λοχείας) μετά τον τοκετό. Στο διάστημα των 17 εβδομάδων δεν συνυπολογίζεται η ημέρα του τοκετού. Σε περίπτωση που ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που είχε αρχικά πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της αδείας θα χορηγείται, υποχρεωτικά μετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλίζεται χρόνος συνολικής αδείας δέκα επτά (17) εβδομάδων. Σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του τοκετού σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που είχε αρχικά πιθανολογηθεί η άδεια παρατείνεται μέχρι την πραγματική ημερομηνία του τοκετού, χωρίς η παράταση αυτή να συνεπάγεται την αντίστοιχη μείωση της αδείας που η μισθωτός δικαιούται να λάβει μετά τον τοκετό.

Εκτός της ανωτέρω άδειας κυοφορίας και λοχείας, η εργαζόμενη μητέρα δικαιούται να λάβει:

α) άδεια απουσίας λόγω θηλασμού-φροντίδας παιδιού (άρθρο 9 της ΕΓΣΣΕ του 2004-2005): δικαιούνται για χρονικό διάστημα 30 μηνών από τη λήξη της άδειας λοχείας, είτε να προσέρχονται αργότερα, είτε να αποχωρούν νωρίτερα κατά 1 ώρα κάθε μέρα. Εναλλακτικά, με συμφωνία του εργοδότη, το ημερήσιο ωράριο μπορεί να οριστεί μειωμένο κατά δύο ώρες ημερησίως για τους πρώτους 12 μήνες και σε μία ώρα για έξι επιπλέον μήνες. Δίνεται ακόμη η δυνατότητα, μετά από σχετική συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών, να μετατραπεί το μειωμένο ωράριο σε συνεχόμενη ισόχρονη άδεια με αποδοχές.

Με τον νέο νόμο 4808/2021 για την προστασία της εργασία δικαιούχοι της άδειας φροντίδας τέκνου είναι οι εργαζόμενοι γονείς εναλλακτικώς μεταξύ τους. Η άδεια χορηγείται για χρονικό διάστημα τριάντα (30) μηνών από τη λήξη της άδειας μητρότητας ή της ειδικής παροχής προστασίας της μητρότητας του άρθρου αρ. 142 ν. 3655/2008, όπως τροποποιείται με το άρθρο 36 του ν. 4808/2021 ή της γονικής άδειας του άρθρου 28 (χρονικής διάρκειας 4 μηνών), ως μειωμένο ωράριο. Ο τρόπος χορήγησής του αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας των μερών, με τις δυνατότητες που αναλυτικά απαριθμεί το άρθρο 37.

β) ειδική άδεια προστασίας μητρότητας 6 μηνών (αρ. 142 ν. 3655/2008): Η μητέρα που είναι ασφαλισμένη στον ΕΦΚΑ και εργάζεται με σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, μετά τη λήξη της άδειας λοχείας και της ισόχρονης προς το μειωμένο ωράριο άδειας, δικαιούται να λάβει ειδική άδεια προστασίας μητρότητας 6 μηνών από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ). Αν δεν κάνει χρήση της προβλεπόμενης από την ως άνω ΕΓΣΣΕ ισόχρονης προς το μειωμένο ωράριο άδειας, η μητέρα δικαιούται αμέσως μετά τη λήξη της άδειας λοχείας την ως άνω ειδική άδεια προστασίας της μητρότητας, στη συνέχεια δε και το μειωμένο ωράριο που προβλέπεται από το άρθρο 9 της ΕΓΣΣΕ του έτους 1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

Μετά το πέρας των αδειών αυτών, σύμφωνα με το αρ. 16 του ν. 3896/2010, η εργαζόμενη που έχει λάβει την άδεια μητρότητος ή την ειδική άδεια του άρθρου 142 του Ν. 3655/08 δικαιούται, να επιστρέψει στη θέση εργασίας της ή σε ισοδύναμη θέση, με όχι λιγότερο ευνοϊκούς επαγγελματικούς όρους και συνθήκες, και να επωφεληθεί από οποιαδήποτε βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την οποία θα εδικαιούτο κατά την απουσία της.

Απόλυση: Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Σπουδαίος λόγος δεν μπορεί να θεωρηθεί η ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης κατά την εκτέλεση της εργασίας που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.

Ο εργοδότης που καταγγέλλει τη σύμβαση εργαζόμενης μητέρας για σπουδαίο λόγο, υποχρεούται να αιτιολογήσει την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε κοινοποίηση στην Επιθεώρηση Εργασίας κατά το ΠΔ 176/97, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα της απόλυσης.

~~~~~~~~~

Οι διατάξεις περί προστασίας εγκύων και τεκουσών είναι δημοσίας τάξεως, με άμεση συνέπεια να καθίσταται απολύτως άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού περί μη εφαρμογής των προστατευτικών αυτών διατάξεων.

 

Ειρήνη Κ. Κατσαράκη, Δικηγόρος, LLM