Αριθμός Απόφασης : 73/2022
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Ιωάννη Γερωνυμάκη, Εφέτη και το Γραμματέα Κωνσταντίνο Παντατοσάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στο Ηράκλειο την 12 Οκτωβρίου 2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΚΑΘ – ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΑ: … του …, κατοίκου … Λασιθίου, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Βασίλειος Σπανουδάκης με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) … του …, κατοίκου … Δήμου … Λασιθίου – 9) … το γένος …, συζ. …, κατοίκου Δήμου Ηρακλείου, από τους οποίους ο πρώτος εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μηλαθιανάκη και οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Οι καλούντες – εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου την από 30/7/2010 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2010 αγωγή τους. Το ανωτέρω Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 455/2012 οριστική απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται ο καθ’ ου η κλήση – εκκαλών με την από 27/11/2012 με αριθμό έκθεση κατάθεσης …/2012 έφεσή του, που προσδιορίστηκε για την 9/1/2018, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την 12/11/2019 και γράφτηκε στο πινάκιο. Ακολούθως η Δικαστής που συγκρότησε το Εφετείο τούτο, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε η πιο πάνω έφεση την ανωτέρω δικάσιμο, Εφέτης …, υπέβαλε προς τον Πρόεδρο Εφετών Ανατολικής Κρήτης την από 12/12/2019 (αριθμ. έκθεσης κατάθεσης …/13.122.2019) δήλωση – αίτηση αυτοεξαίρεσης. Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την υπ’ αριθμ. 121/2019 μη οριστική απόφασή του δέχθηκε την αίτηση και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Ήδη οι καλούντες – εφεσίβλητοι επαναφέρουν την υπόθεση για συζήτηση με την από 22/7/2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./2020 κλήση τους που προσδιορίστηκε για τη σημερινή δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καθ’ ου η κλήση – εκκαλούντα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των καλούντων – εφεσίβλητων, αφού αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς του, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις του.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22/7/2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2020 κλήση τους οι καλούντες – εφεσίβλητοι νομίμως επαναφέρουν την υπόθεση για συζήτηση ενώπιον του Εφετείου αυτού κατ’ άρθρο 307 παρ. 1 εδ. β΄ του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 121/2019 μη οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία, αφού έκανε δεκτή την από 12/12/2019 (αριθμ. έκθεσης κατάθεσης …/13.122.2019) δήλωση – αίτηση αυτοεξαίρεσης της Εφέτη του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, …, η οποία συγκρότησε το Μονομελές Εφετείο, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε η υπό κρίση έφεση στη δικάσιμο της 12/11/2019, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, λόγω της αδυναμίας έκδοσης της απόφασης, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης της έφεσης (άρθρο 307 παρ. 1 εδ. α΄ του ΚΠολΔ).
Η κρινόμενη έφεση του εκκαλούντα – εναγόμενου κατά της υπ’ αριθμ. 455/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της τριετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 518 παρ. 2, 520 του ΚΠολΔ), διότι από τη δικογραφία δεν αποδεικνύεται ούτε κανείς διάδικος επικαλείται ότι η εκκαλουμένη έχει επιδοθεί, δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου για την άσκησή της λόγω της φύσης της διαφοράς, κατά την ισχύουσα κατά το χρόνο της άσκησης της έφεσης παρ. 4 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ και αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρα 533 παρ. 1 και 591 παρ. 7 του ΚΠολΔ).
Οι ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι, στην από 30/7/2010 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ισχυρίστηκαν, ότι ο … του …, υιός των δυο πρώτων αυτών, αδελφός του τότε εκπροσωπούμενου, από τους δυο πρώτους ενάγοντες, ανήλικου, τότε, …, αδελφός του τρίτου, μνηστήρας της τέταρτης και εγγονός των πέμπτου, έκτης, έβδομου και όγδοης, προσλήφθηκε την 1/9/2005 από τον εναγόμενο, ήδη εκκαλούντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως ανειδίκευτους εργάτης στην επιχείρηση που λειτουργεί ο εναγόμενος την θέση «Αρμί» Δ.Δ. Αγίου Αντωνίου Νεάπολης Λασιθίου, η οποία ασχολείται με την ανάκτηση μόλυβδου από συσσωρευτές και παραγωγή σκαγιών, φύλλων μόλυβδου και μολυβίδων αλιείας, ότι την 12/9/2005 κατόπιν εντολής του εναγόμενου ο … προέβη στο πλύσιμο του δαπέδου του εργοταξίου της επιχείρησης με τη χρήση πλυστικού μηχανήματος, το οποίο λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα, ότι κατά τη διάρκεια της πλύσης εξαιτίας διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος ο … υπέστη ηλεκτροπληξία, από την οποία επήλθε ο θάνατός του, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του θανάτου του οικείου τους είναι ο εναγόμενος, διότι από υπαιτιότητά του η επιχείρησή του δεν είχε εφοδιαστεί με άδεια ίδρυσης και λειτουργίας, δεν τηρούσε οποιοδήποτε μέτρο ασφάλειας της υγείας των εργαζόμενων, η ηλεκτρική εγκατάσταση της επιχείρησής του ήταν ελλαττωματική στο σύνολο της και πλημμελώς συντηρημένη και δεν τηρούσε τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπει η νομοθεσία για τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στην αγωγή τους και ότι εξαιτίας του θανάτου του υιού, αδελφού, μνηστήρα και εγγονού τους υπέστησαν ψυχική οδύνη για την οποία πρέπει να τους επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση. Ζητούσαν, όπως παραδεκτά, με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περιόρισαν το καταψηφιστικό αίτημά τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου, να καταβάλει σε κάθε ένα των δυο πρώτων το ποσό των 119.956 ευρώ, στους ίδιους, με την ιδιότητα των ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τότε υιού τους … και για λογαριασμό του, το ποσό των 119.956 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 119.956 ευρώ, στην τέταρτη το ποσό των 119.956 ευρώ και σε κάθε ένα των πέμπτου, έκτης, έβδομου και όγδοης αυτών το ποσό των 49.956 ευρώ, επιφυλασσόμενος κάθε ένας αυτών να ζητήσει το επιπλέον ποσό των 44 ευρώ παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, όλα τα πόσα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην εν γένει δικαστική τους δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει σε κάθε ένα των δυο πρώτων εναγόντων το ποσό των 80.000 ευρώ, αφαιρουμένου από τον πρώτο του ποσού των 44 ευρώ, που του επιδικάστηκε από το ποινικό Δικαστήριο στο οποίο παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων, στους ίδιους για λογαριασμό του ανήλικου τότε τέκνου τους … το ποσό των 20.000 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 20.000 ευρώ, στην τέταρτη το ποσό των 4.000 ευρώ και σε κάθε ένα των πέμπτου, έκτης, έβδομου και όγδοης το ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών παραπονείται με την υπό κρίση έφεσή του για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει η έφεσή του δεκτή, ώστε να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη Απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή.
Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α΄ του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου, της ψυχικής οδύνης) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ’ αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται για αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφάλειας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915. Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφάλειας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 του ΑΚ (ΑΠ 1389/1918 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 218/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 80/2016 ΝΟΜΟΣ). Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του ν. 1568/1985 «Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων», που εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού εξαιρέσεων, περί των οποίων δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, στο νόμο 1568/1985 ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο, που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, καθώς επίσης και να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (άρθρο 32 στοιχ. Α΄ αρ. 1 και 3 του άνω νόμου). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Παραρτήματος II του άρθρου 10 του Π.Δ. 16/1996 «η ηλεκτρική εγκατάσταση σε κάθε περίπτωση πρέπει να είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικών Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων», ο οποίος με την υπ’ αριθμ. Φ.7.5/1816/88/27.2.2004 Απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β΄ – 470/5.3.2004), αντικαταστάθηκε με το Πρότυπο ΕΛΟΤ HD 384. Περαιτέρω, κατά την εννοιολογική διατύπωση της σύμβασης εργασίας, όπως αυτή συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 648 του ΑΚ και μέσω των δύο βασικών και κυρίων υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή, ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο στον εργοδότη και ο εργοδότης καταβάλλει το συμφωνημένο μισθό. Γενικός νομοθετικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν υπάρχει. Από το συνδυασμό όμως της ρηθείσας διατάξεως του άρθρου 648 και των διατάξεων των άρθρων 651, 652 και 653 του ΑΚ προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή και όχι απαραιτήτως το πρόσωπο το οποίο προέβη στην πρόσληψή του. Συνήθως αλλά όχι πάντοτε, εργοδότης είναι ο κύριος της επιχειρήσεως προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση. Εάν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο εκείνο προς το συμφέρον του οπoίου παρέχεται η εργασία, αυτός δε είναι ο φορέας της επιχειρήσεως και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχειρήσεως ενώ σε κάθε περίπτωση εργοδότης είναι ο αντισυμβαλλόμενος του μισθωτού στη σύμβαση εργασίας, ο οποίος ασκεί διευθυντικό έλεγχο επί της εργασίας του και ευθύνεται για την πληρωμή των πάσης φύσεως αποδοχών του (ΑΠ 582/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 10/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1773/2017 ΝΟΜΟΣ).
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, ο εναγόμενος δεν εξέτασε μάρτυρα και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 1/9/2005 ο εναγόμενος προσέλαβε τον … του … με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργαστεί στην επιχείρησή του που βρίσκεται στη θέση «Αρμί» Δ.Δ. Αγίου Αντωνίου Δήμου Νεάπολης Λασιθίου, με αντικείμενο την ανάκτηση μόλυβδου από συσσωρευτές και παραγωγή σκαγιών, φύλων μόλυβδου και μολυβίδων αλιείας. Τα εργασιακά καθήκοντα του εργαζόμενου ήταν αυτά του εργάτη γενικών καθηκόντων, ασχολούμενος ως βοηθός των άλλων δυο εργαζόμενων της ίδιας επιχείρησης, … και …. Συγκεκριμένα στα πλαίσια των εντολών που ελάμβανε είτε απευθείας από τον εργοδότη του, εναγόμενο, είτε από τους ανωτέρω εργαζόμενους, κατά την εκτέλεση της εκάστοτε εργασίας που ο εναγόμενος τους ανέθετε, πραγματοποιούσε ηλεκτροκολλήσεις, χρησιμοποιούσε τροχούς κοπής, μεριμνούσε για την καθαριότητα του χώρου και τη διευθέτηση των εργαλείων και βοηθούσε τους ανωτέρω στο σπάσιμο της μπαταρίας και την προετοιμασία του καμινίου. Την 12/9/2005 και περί ώρα 09:00 οι ανωτέρω εργαζόμενοι, … και …, μετέβησαν στο χώρο της βιοτεχνίας του εναγόμενου με σκοπό να πάρουν από το φορτηγό αυτοκίνητο της επιχείρησης την άδεια κυκλοφορίας του και να την παραδώσουν στον εναγόμενο στη Νεάπολη για το ταξινομήσει. Εκεί βρισκόταν ήδη ο …, τον οποίο ενημέρωσαν ότι θα μεταβούν στη Νεάπολη και μέχρι να έρθουν να εκτελέσει κάποια ψιλοεργασία. Πράγματι ο … έχοντας σκοπό να ασχοληθεί με τον καθαρισμό του δαπέδου του εργοταξίου, ο οποίος ενέπιπτε στα πλαίσια των καθηκόντων του, χρησιμοποίησε πλυστικό μηχάνημα μάρκας ALTO και μοντέλο TITAN ENERGY, το οποίο είχε αγορασθεί τον Ιανουάριο του έτους 2004. Το μηχάνημα αυτό ήταν τοποθετημένο πάνω σε ανυψωτικό μηχάνημα (κλαρκ) μάρκας MITSUBlSHl και μέσα σε πλαστικό κάδο διαστάσεων περίπου, μήκους 1,20 μέτρων, πλάτους 1,00 μέτρου και ύψους 0,50 μέτρων έτσι ώστε να μεταφέρεται με την βοήθεια του κλαρκ σε διάφορα σημεία του χώρου της επιχείρησης. Κατά τη διάρκεια της εργασίας του αυτής υπέστη ηλεκτροπληξία, καθώς, λόγω διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος, αυτό εισήλθε από την πρόσθια επιφάνεια του μέσου δακτύλου του αριστερού χεριού του, από την οποία επήλθε ως μόνη γενεσιουργός αιτία ο ακαριαίος θάνατός του, όπως μαρτυρεί το γεγονός, ότι, όταν οι εργαζόμενοι … και … επέστρεψαν, τον βρήκαν να είναι στο έδαφος σε ύπτια θέση και να κρατάει με τα δυο του χέρια το πλυστικό μηχάνημα, το οποίο ήταν σε λειτουργία. Η επέλευση του ως άνω αποτελέσματος οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του εναγόμενου, ως εργοδότη του θανόντα, ο οποίος, αν και, όφειλε έχοντας προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, βάσει των διατάξεων των άρθρων 662 του ΑΚ, 32 στοιχ. Α΄ παρ.1 του ν. 1568/1985 και 10 παράρτημα ΙΙ παρ.10.4.3 του π.δ. 16/1996, δεν έλαβε, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ώστε να προβλέψει το πιο πάνω αξιόποινο αποτέλεσμα, τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή λειτουργία τόσο του συγκεκριμένου πλυστικού μηχανήματος, όσο και εν γένει της ηλεκτρικής εγκατάστασης της βιοτεχνίας του, αφού η τοποθέτησή της και η συντήρησή της ήταν πλημμελής και εγκυμονούσε κινδύνους για την ανά πάσα στιγμή πρόκληση ατυχήματος στους εργαζομένους του. Ειδικότερα, για την τροφοδότηση με ηλεκτρικό ρεύμα του πλυστικού μηχανήματος χρησιμοποιείτο τριφασική παροχή μέσω μπαλαντέζας, η οποία έπαιρνε ρεύμα από ρευματοδότη που βρισκόταν τοποθετημένος σε κολώνα του κτιρίου και ήταν συνδεδεμένος σε υποπίνακα της εγκατάστασης. Η παροχή ρεύματος του ίδιου του πλυστικού μηχανήματος είχε τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα είχε αντικατασταθεί ο ρευματολήπτης του πλυστικού με άλλον μεταλλικό, ο οποίος ούτε στεγανού τύπου ήταν, όπως θα έπρεπε για το εν λόγω μηχάνημα, ούτε ο στυπιοθλύπτης (υδραυλικό εξάρτημα που εξασφαλίζει τη στεγανοποίηση των καλωδίων) του καλωδίου βρισκόταν στη θέση του, ενώ ο ρευματολήπτης έφερε μονωτική ταινία. Η μπαλαντέζα που συνέδεε το πλυστικό με τον ρευματοδότη του υποπίνακα έφερε επίσης μεταλλικά ακροφύσια μη στεγανά, όπως θα έπρεπε για την χρησιμοποίηση στη συγκεκριμένη εργασία (ύπαρξη νερού και υγρασίας) και ήταν φθαρμένα αφού είχαν περιτυλιχθεί με μονωτική ταινία. Το καλώδιο της μπαλαντέζας επίσης ήταν τραυματισμένο σε διάφορα σημεία και έφερε και αυτό μονωτική ταινία και σιλικόνη προφανώς για την μόνωσή του. Ο ηλεκτρικός υποπίνακα της εγκατάστασης στο χώρο που έλαβε χώρα το ατύχημα διαπιστώθηκε ότι ήταν καμένος και ξανά συναρμολογημένος, χωρίς προστατευτικό εσωτερικό πλαίσιο με κίνδυνο πρόκλησης ηλεκτροπληξίας λόγω ακούσιας ή εκούσιας επαφής με στοιχεία υπό τάση και δεν διέθετε αντιηλεκτροπληξιακό διακόπτη ρελέ διαφυγής για προστασία από τυχόν διαρροή. Γενικά η ηλεκτρική εγκατάσταση της μονάδας ανάκτησης μόλυβδου από συσσωρευτές, δηλ. του χώρου της επιχείρησης όπου έγινε το ατύχημα, έδινε την εικόνα πλημμελούς κατασκευής. Ήταν κατασκευασμένη κατά το πλείστον από εναέρια καλώδια ΝΥΥ πρόχειρα στερεωμένα χωρίς να είναι τοποθετημένα σε κάποιο κανάλι και χωρίς σωλήνες μηχανικής προστασίας στα σημεία καθόδου τους. Για την ηλεκτρική εγκατάσταση του συγκεκριμένου χώρου κατά την οποία δεν είχαν τηρηθεί βασικοί κανόνες της καλής τέχνης και τεχνικής, όπως ορίζονται από το Πρότυπο HD 384 του ΕΛΟΤ, δεν υπήρχε αίτηση ηλεκτροδότησης στη ΔΕΗ, διότι η αρχική ηλεκτροδότηση αφορούσε τη μονάδα παραγωγής σκαγιών και έγινε με βάση την αίτηση που υποβλήθηκε στη ΔΕΗ Αγ. Νικολάου την 10/3/1994. Για το λόγο αυτό η ηλεκτροδότηση της μονάδας ανάκτησης μόλυβδου γινόταν με καλώδιο που αυθαίρετα είχε τοποθετηθεί και τροφοδοτούνταν μέσω της προαναφερόμενης νόμιμης εγκατάστασης δηλαδή της μονάδας παραγωγής σκαγιών. Το καλώδιο τροφοδοσίας προς τη μονάδα ανάκτησης μολύβδου κατέληγε σε έναν απλό διακόπτη ισχύος και όχι σε κάποιο γενικό πίνακα ή τουλάχιστον υποπίνακα και από εκεί διακλαδιζόταν προς τα διάφορα σημεία της νέας εγκατάστασης ή τους υποπίνακές της. Επίσης η ηλεκτρική εγκατάσταση, τουλάχιστον κατά τη χρονική περίοδο του συμβάντος, ουσιαστικά δεν είχε γείωση, διότι η τιμή της αντίστασης γείωσης μετρήθηκε από τη ΔΕΗ και βρέθηκε 13 Ωμ. Επίσης σε τουλάχιστον τρία (3) διαφορετικά σημεία της εγκατάστασης ο αγωγός γείωσης διακοπτόταν και συνέχιζε με μη προβλεπόμενες από το Πρότυπο HD 384 συνδέσεις, αν και με βάση το Πρότυπο HD 384, ο αγωγός γείωσης θα έπρεπε να είναι ενιαίος από το τρίγωνο γείωσης προς την μπάρα γειώσεων του γενικού πίνακα χαμηλής τάσης (Γ.Π.Χ.Τ.) του καταναλωτή και από εκεί με προβλεπόμενες συνδέσεις να αναχωρούν ανεξάρτητοι αγωγοί προς τον κάθε υποπίνακα της ηλεκτρικής εγκατάστασης με διατομές όπως αυτές καθορίζονται από την τεχνική μελέτη. Η συνθήκη αυτή επιβάλλεται κατά τους κανονισμούς IEC 364-546.2 και με βάση το Πρότυπο HD 384-546.2 διοτι είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια του προσωπικού. Στην επιχείρηση του εναγόμενου όμως ο αγωγός γείωσης διακλαδιζόταν με γεφυρώσεις από υποπίνακα σε υποπίνακα με γνώμονα τη πιο βολική διαδρομή. Αυτό σημαίνει ότι η προστασία του προσωπικού δεν ήταν εξασφαλισμένη καθώς ο τρόπος εφαρμογής δεν ήταν ο σωστός και επιβάρυνε σημαντικά τη συνολική αντίσταση του αγωγού γείωσης. Συνεπεία αυτού του συστήματος σύνδεσης γειώσεων δεν είχε τοποθετηθεί αντιηλεκτροπληξιακός διακόπτης ούτε κοντά στο γενικό διακόπτη της εγκατάστασης της μονάδας ανάκτησης μολύβδου αλλά ούτε και στον άμεσα σχετιζόμενο πίνακα, η χρήση του οποίου διακόπτη είναι υποχρεωτική, μεταξύ άλλων και στους εργοταξιακούς χώρους (άρθρο 704.41). Μάλιστα η επικινδυνότητα της ηλεκτρικής εγκατάστασης επιβεβαιώθηκε και από το γεγονός ότι ο μάρτυρας απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, … του …, ο οποίος εργάστηκε στη βιοτεχνία του εναγόμενου για ένα έτος και αποχώρησε δυο περίπου μήνες πριν από το ατύχημα, είχε υποστεί επίσης ηλεκτροπληξία την ώρα που χρησιμοποιούσε το ίδιο πλυστικό μηχάνημα. Ο εναγόμενος αμφισβητώντας την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού επικαλείται αόριστα ότι αυτός διάκειται εχθρικά έναντι του, ισχυρισμός όμως που δεν αποδεικνύεται βάσιμος, όχι μόνο διότι δεν αναφέρει από πιο αιτία προέρχεται η εν λόγω εχθρική διάθεσή του και αφετέρου διότι η πρόκληση της ηλεκτροπληξίας διαπιστώθηκε από τον πραγματογνώμονα … του …, διορισμένο από το Α.Τ. Νεάπολης για τη διερεύνηση των συνθηκών και αιτιών του επιδίκου εργατικού ατυχήματος, ο οποίος στην από 13/9/2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρει ότι κατά το άνοιγμα των ρευματοληπτών, διαπίστωσε στο ρευματολήπτη που ήταν συνδεδεμένος με το καλώδιο τροφοδοσίας της πλυστικής μηχανής ο ένας πόλος είχε εμφανές σημάδι από πρόσφατο ή παλαιότερο βολταϊκό τόξο, που είχε δημιουργηθεί λόγω βραχυκυκλώματος ή διαρροής και στο ρευματολήπτη, που ήταν συνδεδεμένος με την προέκταση καλωδίου, ο ένας πόλος είχε εμφανές σημάδι από μάλλον πρόσφατο βολταϊκό τόξο που είχε δημιουργηθεί λόγω βραχυκυκλώματος ή διαρροής. Όπως ο πραγματογνώμονας επισημαίνει, είναι πιθανότερο το βραχυκύκλωμα ή η διαρροή να συνέβη πρόσφατα, καθώς το σημείο του μεταλλικού περιβλήματος που είχε τηχθεί γυάλιζε αρκετά, επομένως δεν ήταν οξειδωμένο λόγω παλαιότητας. Επίσης στη γύρω περιοχή είχε καεί το χρώμα του ρευματολήπτη και ήταν αρκετά μαυρισμένη εξ αιτίας της στιγμιαίας υψηλής θερμοκρασίας που είχε αναπτυχθεί λόγω του θερμικού φαινομένου που λαμβάνει χώρα κατά τη διέλευση του ρεύματος. Άλλωστε λόγω των ως άνω παραλείψεων του εναγόμενου να κατασκευάσει, να συντηρήσει και να διατηρεί στην επιχείρησή του ηλεκτρική εγκατάσταση που να πληροί τις νόμιμες ως άνω προδιαγραφές και να εξασφαλίζει την ασφάλεια των εργαζομένων και της αμέλειάς του, οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με το θάνατο του … και να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα εξαιτίας των παραλείψεών του, αν και ως κύριος της επιχείρησης και εργοδότης του θανόντα είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να το προβλέψει και το αποφύγει, ο εναγόμενος καταδικάστηκε για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του … σε ποινή φυλάκισης τριών ετών, τόσο πρωτόδικα, με την υπ’ αριθμ. 894/23.7.2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου, όσο και σε δεύτερο βαθμό, με την υπ’ αριθμ. 1549/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, διότι η ασκηθείσα σε βάρος της από 1/11/2012 αίτηση αναίρεσης του εναγόμενου απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ [ποιν] 1468/2013 ΝΟΜΟΣ). Ο εναγόμενος αρνούμενος την υπαιτιότητά του για την πρόκληση του ατυχήματος σε βάρος του εργαζόμενου και τον επισυμβάντα θάνατό του, ισχυρίζεται ότι ο θανών δεν έλαβε εντολή από αυτόν για το πλύσιμο του δαπέδου, αλλά χρησιμοποίησε το πλυστικό μηχάνημα για να πλύνει τη μοτοσικλέτα του και ότι σε κάθε περίπτωση δεν έπρεπε να προβεί σε καμία ενέργεια χωρίς την παρουσία του εναγόμενου και των υπόλοιπων εργαζομένων. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διοτι το θανατηφόρο γεγονός επήλθε τη στιγμή που ο θανών εκτελούσε εργασία στα πλαίσια των καθηκόντων του, στα οποία περιλαμβανόταν και το πλύσιμο του δαπέδου, ενώ από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ότι την ώρα εκείνη ο θανών έπλενε τη μοτοσικλέτα του, καθόσον δίκυκλη μοτοσικλέτα στο χώρο που ο θανών βρέθηκε νεκρός δεν εντοπίστηκε. Επίσης από πουθενά αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε δώσει εντολή στο θανόντα να μην εκτελεί οποιαδήποτε εργασία χωρίς την παρουσία του ίδιου και των λοιπών εργαζομένων. Ακολούθως με τον πρώτο λόγο της έφεσης του ο εναγόμενος ισχυρίστηκε πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου αυτού, ότι δεν ήταν αυτός ο εργοδότης του, διότι φορέας της επιχείρησης στην οποία ο θανών παρείχε την εργασία του ήταν η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «… – … Ο.Ε.», η οποία συστήθηκε μεταξύ του … του … και της … … του …, τέκνων του, σύμφωνα με το από 4/7/2005 καταστατικό σύστασης ομόρρυθμου εταιρίας, το οποίο καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο του Πρωτοδικείου Λασιθίου με αριθμό πρωτ. …/8.7.2005 και η εταιρία εγγράφηκε στο Επιμελητήριο Λασιθίου την 27/7/2005 με αριθμό …. Ο ισχυρισμός αυτός, περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου, παραδεκτά προβάλλεται πρώτη φορά με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου αυτού, διοτι συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 369/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 42/2021/ΝΟΜΟΣ) και ως αρνητικός ισχυρισμός δεν εμπίπτει στις απαγορεύσεις της διάταξης του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 205/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 74/2020 ΝΟΜΟΣ). Είναι ωστόσο απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι πέρα από τη σύσταση της πιο πάνω εταιρίας, της οποίας η έδρα και το αντικείμενο ταυτίζονται με τα αντίστοιχα της ατομικής επιχείρησης του εναγόμενου, η οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ενεργή, αποδεικνύεται, ότι κατά το χρόνο εκείνο τη συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα ασκούσε πραγματικά ο εναγόμενος, ο οποίος έφερε τους κινδύνους και τις δαπάνες της και όχι η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία. Ότι ο εναγόμενος ήταν ο αντισυμβαλλόμενος του θανόντα στη σύμβαση εργασίας που κατάρτισαν, ότι εκείνος τον προσέλαβε, ότι ήταν ο κύριος της επιχείρησης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνήφθη η σύμβαση και ότι ο θανών παρείχε την εργασία του προς τον εναγόμενο, ο οποίος ασκούσε διευθυντικό ρόλο στην εργασία του και είχε αναλάβει την υποχρέωση να του καταβάλει το μισθό του, αποδεικνύονται από τα εξής: 1) Από τη με χρονολογία 1/9/2005 αναγγελία πρόσληψης του θανόντα στον ΟΑΕΔ, στην οποία αναγράφεται ως εργοδότης που τον προσέλαβε ο εναγόμενος, 2) από τον πίνακα προσωπικού της επιχείρησης, που κατατέθηκε στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Λασιθίου την 14/9/2005 (αριθμ. πρωτ. …), στην οποία ως υπεύθυνος εργοδότης αναγράφεται ο εναγόμενος, 3) από τις με χρονολογία 12/9/2005 και 14/9/2005 προανακριτικές καταθέσεις του … και τις με χρονολογία 12/9/2005 και 16/9/2005 προανακριτικές καταθέσεις του … ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων του Α.Τ. Νεάπολης, οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια της προανάκρισης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, στις οποίες κατάθεσαν ότι εργάζονται στην βιοτεχνία ανάκτησης μόλυβδου κ.λ.π. του εναγόμενου, 4) από την από 12/9/2005 προανακριτική απολογία του εναγόμενου, για την πιο πάνω πράξη, στην οποία ανέφερε ότι εκείνος είναι ο ιδιοκτήτης της πιο πάνω επιχείρησης, 5) από την υπ’ αριθμ. πρωτ. …/2005 έρευνα εργατικού ατυχήματος του Τεχνικού Επιθεωρητή του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας/Τμήμα Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Ηρακλείου, … και την πιο πάνω ειρημένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του …, στις οποίες οι συντάξαντες αυτών αναφέρουν ως ιδιοκτήτη και υπεύθυνο της επιχείρησης τον εναγόμενο, 6) από την με ημερομηνία 15/9/2005 δήλωση του ατυχήματος στο Υποκατάστημα ΙΚΑ Νεάπολης, στην οποία εργοδότης του θανόντα αναγράφεται ο εναγόμενος, καταχωρηθείς στο ΙΚΑ με δικό του μητρώο εργοδότη, ο οποίος με την ιδιότητα αυτή συνυπέγραψε το φύλλο της δήλωσης του ατυχήματος, 6) από όλα τα διαβιβαστικά έγγραφα του Α.Τ. Νεάπολης που εκδόθηκαν στα πλαίσια της προανάκρισης που διενεργήθηκε για τις συνθήκες του ατυχήματος, τα οποία οι ενάγοντες προσκομίζουν και επικαλούνται, στα οποία ως ιδιοκτήτης της επιχείρησης αναφέρεται μόνο ο εναγόμενος. Επομένως ο πρώτος λόγος της έφεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Συνυπαίτιος όμως του ένδικου εργατικού ατυχήματος είναι και ο ίδιος ο παθών, κατά ποσοστό 30%, κατά την προβαλλόμενη με τις πρωτόδικες προτάσεις του εναγόμενου ένσταση συναιτιότητας του θανόντα (άρθρο 300 του ΑΚ) που επανάφερε με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, διότι ο … όφειλε και μπορούσε να καταβάλει την προσήκουσα από τις περιστάσεις προσοχή, που θα επιδείκνυε ο μέσος συνετός άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός, κατά το χρόνο του ατυχήματος, καθόσον ακόμα και αν δεν γνώριζε την ελλαττωματική συνδεσμολογία του πλυστικού μηχανήματος με την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος και την πλημμελή τοποθέτηση και συντήρηση της ηλεκτρικής εγκατάστασης της βιοτεχνίας, όφειλε να χρησιμοποίει τα ειδικά προστατευτικά γάντια που τους είχε χορηγήσει ο εναγόμενος, τα οποία την ώρα του ατυχήματος δεν φορούσε. Η χορήγηση των γαντιών αυτών αποδεικνύεται από τις πιο πάνω ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των εργαζομένων, … και …, τα οποία όμως, σύμφωνα με τις καταθέσεις τους, οι εργαζόμενοι σπάνια φορούσαν. Ο μάρτυρας απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επιβεβαίωσε ομοίως ότι ο εναγόμενος τους είχε χορηγήσει προστατευτικά γάντια, τα οποία όμως, όπως κατέθεσε, δεν φορούσαν, διοτι δεν τους βόλευαν. Ο ίδιος μάρτυρας όμως έξι μήνες αργότερα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης στη δικάσιμο της 26/10/2012, κατά την οποία εκδόθηκε η πιο πάνω αναφερόμενη υπ’ αριθμ. 1549/2012 αμετάκλητη απόφασή του, κατέθεσε ότι τα γάντια που ο ενάγων τους είχε χορηγήσει ήταν υφασμάτινα, που δεν τους παρείχαν προστασία από το ηλεκτρικό ρεύμα. Ο ισχυρισμός αυτός, που και οι ενάγοντες υιοθετούν, καταρρίπτεται από την από 12/9/2005 προανακριτική κατάθεση του …, ο οποίος κατέθεσε ότι, όταν βρήκαν τον θανόντα, αντιλήφθηκε ότι είχε υποστεί ηλεκτροπληξία και αμέσως φόρεσε προστατευτικά γάντια και αποσύνδεσε το ρεύμα, ενέργεια που προφανώς δεν θα μπορούσε να κάνει λόγω της διαρροής του ηλεκτρικού ρεύματος, αν δεν υπήρχαν διαθέσιμα γάντια ή αν τα γάντια δεν ήταν τα κατάλληλα. Πρέπει επομένως ο ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι συνυπαίτιος στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος είναι και ο παθών κατά ποσοστό 95%, να γίνει εν μέρει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την ένσταση αυτή, δεχόμενο ότι τα γάντια που ο ενάγων είχε χορηγήσει στους εργαζόμενους δεν ήταν τα κατάλληλα και ότι σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι αυτά βρίσκονταν στη διάθεση του θανόντα την ημερα του ατυχήματος εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης είναι ουσιαστικά βάσιμος.
Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι ο θανών ήταν ηλικίας 23 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος και υγιής και συνδεόταν στενά με τους ενάγοντες με σχέσεις αγάπης, στοργής και αρμονίας. Ο βίαιος και αιφνίδιος θάνατος του ανωτέρω προκάλεσε σε όλους τους ενάγοντες βαθύτατη θλίψη και στενοχώρια και, για το λόγο αυτό, οι ενάγοντες για την άμβλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστη έκαστος, και προς ψυχική παρηγοριά και ηθική τους ανακούφιση, δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κατ’ άρθρο 932 του ΑΚ. Το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, του βαθμού του πταίσματος του υπαιτίου, λόγω της μη λήψης μέτρων αποφυγής του ατυχήματος, της συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του θανάτου του, της εγγύτητας της συγγένειας και του στενού οικογενειακού δεσμού που διατηρούσαν με αυτόν, της ηλικίας των εναγόντων και του θανόντος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (που είναι η συνήθης, αφού δεν γίνεται επίκληση ιδιαίτερης περιουσίας ή εισοδημάτων), πρέπει να ορισθεί, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, στο ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων (55.000) ευρώ για κάθε ένα από τους δυο πρώτους ενάγοντες (γονείς του παθόντα), στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ για κάθε ένα από τους αδελφούς του παθόντα, στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ για την τέταρτη ενάγουσα και το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για κάθε ένα των πέμπτου, έκτου, έβδομου και όγδοης των εναγόντων. Τα πιο πάνω ποσά είναι δίκαια και εύλογα και, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις (ΑΠ 747/2020 ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του όρισε ως χρηματική ικανοποίηση για κάθε ένα των δυο πρώτων εναγόντων το ποσό των 80.000 ευρώ, για κάθε ένα των αδελφών του θανόντα το ποσό των 20.000 ευρώ, για την τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 4.000 ευρώ και για κάθε ένα των πέμπου, έκτης, έβδομου και όγδοης των εναγόντων το ποσό των 5.000 ευρώ, έσφαλε και ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών – εναγόμενος παραπονείται, ότι τα πιο πάνω ορισθέντα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ποσά είναι υπερβολικά εν όψει των συνθηκών του ατυχήματος και της συνυπαιτιότητας του παθόντα, είναι ουσιαστικά βάσιμος.
Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της. Ακολούθως, πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να ερευνηθεί η αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης, σε κάθε ένα από τους δυο πρώτους ενάγοντες (γονείς του θανόντα) το ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων (55.000) ευρώ, σε κάθε ένα από τους αδελφούς του θανόντα το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, στην τέταρτη ενάγουσα (μνηστή του θανόντα) το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ και σε κάθε ένα των πέμπτου, έκτης, έβδομου και όγδοης των εναγόντων (παππούδες και γιαγιάδες του θανόντα) το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του εναγόμενου λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και κατ’ ουσία.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμ. 455/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 30/7/2010 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2010 αγωγής.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει, σε κάθε ένα από τους δυο πρώτους ενάγοντες (γονείς του παθόντα) το ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων (55.000) ευρώ, σε κάθε ένα από τους αδελφούς του παθόντα το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ και σε κάθε ένα των πέμπτου, έκτης, έβδομου και όγδοης των εναγόντων το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγόμενου ένα μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στο Ηράκλειο, στις 31/3/2022, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
