Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα – Διετής παραγραφή

Αριθμός Απόφασης
202/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ευθυμία Δανιά, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο Εφετών, Διευθύνουσα το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Δασκαλάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2024 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …………
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ………. η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ηρακλείου Βασιλείου Σπανουδάκη (ΑΜ ΔΣ 1213), ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις με έγγραφα. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στην από 29-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης 883/ΟΜ/92/2018 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 210/2019 μη οριστική απόφαση και μετά από επανάληψη της συζήτησης η με αριθμό 105/2021 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 7-6-2021 και με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου 168/7-6-2021 έφεσή του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 255/8-6-2021, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 4ης Απριλίου 2023, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις και έγγραφα.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 7-6-2021 και με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου 168/7-6-2021 που προσδιορίστηκε στο παρόν Δικαστήριο με την 255/8-6-2021 έκθεση προσδιορισμού, έφεση, κατά της με αριθμό 105/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε την με αριθμό κατάθεσης 883/ΟΜ/92/2018 αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 591 παρ.1 εδ.α, 592 παρ.3 εδ.δ, 593 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα, με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, η έφεση ασκήθηκε στις 7-6-2021, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμό 168/7-6-2021 πράξη κατάθεσης (άρθρα 119 παρ.4, 495, 496, 511, 513 παρ. 1β και 518 παρ.2 ΚΠολΔ) ενώ δεν έχει παρέλθει διετία από την δημοσίευση της απόφασης (16-3-2021). Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ [όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 ΦΕΚ-Α΄ 87/23.7.2015-, με έναρξη ισχύος 1-1-2016 -άρθρο ένατο παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015- και μετά την τροποποίηση του πρώτου εδαφίου της παρ.3 της διατάξεως του άρθρου 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 35 παρ.2 του ν.4446/2016 (ΦΕΚ-Α΄ 240/22.12.2016), με έναρξη ισχύος ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (άρθρο 45 ν.4446/2016 -βλ. σχετ. μεταβατική διάταξη του άρθρου 44 του ν.4446/2016 ΦΕΚ-Α΄ 240/22.12.2016], προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου ποσού εκατό (100) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση εφέσεως, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις διαφορές των άρθρων 592 αριθμ.1 (γαμικές διαφορές) και 3 ΚΠολΔ (διαφορές που αφορούν την διατροφή, επιμέλεια, επικοινωνία τέκνων, χρήση οικογενειακής στέγης, κατανομή κινητών μεταξύ συζύγων και κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά που απορρέει από τη σχέση των συζύγων ή των γονέων και τέκνων). Συνεπώς, λόγω της φύσεως της επίδικης διαφοράς, ως αφορώσας συμμετοχή στα αποκτήματα (υπαγομένης στην διάταξη του άρθρου 592 παρ.3 ΚΠολΔ), δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου από τον εκκαλούντα στο δημόσιο ταμείο για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου. Συνακόλουθα, ο εκκαλών ο οποίος κατέβαλε κατά την κατάθεση της από 7-6-2021 έφεσης και για το παραδεκτό αυτής e-παράβολο ποσού 100 ευρώ (βλ. την με αριθμό 168/7-6-2021 έκθεση κατάθεσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, όπου βεβαιώνεται ότι κατατέθηκε το με αριθμό 380516410951 0806 0044 ηλεκτρονικό παράβολο παράβολο ποσού εκατό ευρώ (100,00) ευρώ), ενώ η ένδικη διαφορά απαλλάσσεται της καταβολής αυτού και πρέπει να του αποδοθεί, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης (ΑΕΔ 3/2014, ΑΕΔ 4/2014, ΑΠ 319/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, η έφεση είναι παραδεκτή και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια, όπως παραπάνω, διαδικασία, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την από 29-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης 883/ΟΜ/92/2018 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ο ενάγων και ήδη εκκαλών εξέθετε ότι το έτος 1999 τέλεσε νόμιμο γάμο με την εναγομένη ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα με την 521/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Ότι κατά την τέλεση του γάμου τους η εναγομένη διέθετε ήδη ακίνητη περιουσία απαρτιζόμενη από το ακριβώς περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο που βρίσκεται εντός του οικισμού Μαλίων Ηρακλείου, αξίας 40.990,620 ευρώ, ωστόσο κατά τη διάρκεια του γάμου τους η περιουσία της εναγομένης αυξήθηκε κατά το ποσό των 530.259,38 ευρώ, εξαιτίας της ανέγερσης επί του ως άνω οικοπέδου ιδιοκτησίας της, μιας τετραώροφης οικοδομής αποτελούμενη από οκτώ συνολικά διαμερίσματα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης συνέβαλε και ο ίδιος ο ενάγων με την παροχή των εισοδημάτων από την εργασία του και την αποταμίευσή του, με προσωπική εργασία δική του αλλά και του πατέρα του κατά την κατασκευή της ως άνω οικοδομής, η συμβολή δε αυτή ανέρχεται σε ποσοστό 90% κατά τον πραγματικό υπολογισμό και επικουρικά στο 1/3 κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό της επαύξησης αυτής, ήτοι αντίστοιχα κατά το ποσό των 477.233,442 ευρώ και επικουρικά κατά το ποσό των 176.753,126 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά δε ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 413.723,068 ευρώ κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επικαλούμενος ότι η τελευταία κατέστη πλουσιότερη κατά τούτο, που ισοδυναμεί με το σύνολο του ποσού που κατέβαλε για την ανέγερση της ένδικης οικοδομής και ο πλουτισμός αυτός σώζεται. Τέλος ζητούσε να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 210/2019 μη οριστική απόφαση με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομισθεί πιστοποιητικό περί μη άσκησης ενδίκων μέσων κατά της 141/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Με την με αριθμό 2495/ΟΜ/255/2019 κλήση του ενάγοντος εισήχθη εκ νέου για συζήτηση η παραπάνω αγωγή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 105/2021 απόφαση, αφού έκανε δεκτή την ένσταση της εναγομένης περί διετούς παραγραφής του άρθρου 1401 ΑΚ, απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασηςαυτής παραπονείται ήδη ο εναγόμενος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της. Απο αρθρων 1400 και 2 και 140 συνάγεται ότι, η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο κατά τη διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται όταν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων. Η αξίωση αυτή παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου. Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 251), δηλαδή, από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Εφ’ όσον, όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τη λύση ή την ακύρωση αυτού (ΑΚ 256 αρ. 1, 1381,1438, βλ. ΑΠ 1502/2009). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (ΑΚ 257). Μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει την κατά τα ανωτέρω διακοπή της παραγραφής, νοείται η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ολοκλήρωση της ασκήσεως αυτής, με την έγκυρη επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο (ΑΠ 505/2020, ΑΠ 720/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της.
Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 743/2018, ΑΠ 768/2016). Τέλος, η πρωτόδικη οριστική απόφαση, που απέρριψε την αγωγή λόγω αοριστίας, καθίσταται τελεσίδικη, εκτός άλλων περιπτώσεων, με την παραίτηση από τα ένδικα μέσα, η οποία, εφόσον έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατ’ αυτής, γίνεται κατά το διαγραφόμενο στο άρθρ. 297 ΚΠολΔ του ιδίου κώδικα τρόπο, ενώ εάν γίνει πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, οπότε αφορά το δικαίωμα προς άσκησή του και υποδηλώνει στην ουσία αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης, δεν υπόκειται στη ρύθμιση του άρθρ. 297 ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή και σιωπηρώς, όπως συμβαίνει στην περίπτωση άσκησης νέας αγωγής από τον ενάγοντα έχουσας το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα με την προηγούμενη, που απορρίφθηκε ως αόριστη, συναγόμενης εντεύθεν αποδοχής της απορριπτικής απόφασης και παραίτησης από τα ένδικα μέσα κατ’ αυτής, με συνέπεια την τελεσιδικία της (Α.Ε.Δ. 42/1990, Ολ.ΑΠ 1804/86, Ολ.ΑΠ 626/1980). Σε κάθε δε περίπτωση η νέα αγωγή (έχουσα την ίδια ιστορική και νομική αιτία), μπορεί να ασκηθεί και πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απέρριψε την προηγούμενη (ΑΠ 743/2018, ΑΠ 2074/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης ο εκκαλών υποστηρίζει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκανε δεκτή την πρωτοδίκως προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση παραγραφής, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο των έξι μηνών που Ξεροβλέπει το άρθρο 263 ΑΚ από τη δημοσίευση της ως άνω με αριθμό το 141/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει την ένσταση, καθόσον, από την τελεσιδικία της ανωτέρω με αριθμό 141/2017 απορριπτικής απόφασης μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής δεν παρήλθαν έξι μήνες. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι νόμιμος στηριζόμενος στις αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη, διατάξεις και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν,
Από την παραδεκτή επισκόπηση όλων των εγγράφων που νομίμως προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την 521/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία, σε συνδυασμό με την 568/9-10-2014 παραίτησή τους από τα ένδικα μέσα, κατέστη αμετάκλητη στις 9-10-2014, οπότε εκκίνησε η διετής παραγραφή του άρθρου 1401 ΑΚ για την αξίωση του άρθρου 1400 ΑΚ. Ακολούθως ο ενάγων άσκησε την με αριθμό κατάθεσης 4424/Πα/317/2015 αγωγή για την αξίωσή του από το άρθρο 1400 AK ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, την οποία επέδωσε στην εναγομένη στις 11-1-2016 (βλ. την υπ’αριθμ. 93648’/11-1-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Κωστούλας Σωμαράκη), διακόπτοντας την διετή παραγραφή του άρθρου 1401 ΑΚ. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς την κύρια βάση της, που στηριζόταν στο άρθρο 1400 ΑΚ, και ως μη νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δυνάμει της 141/2017 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύτηκε την 6-9-2017. Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε την ένδικη με αριθμό 883/ΟΜ/92/2018 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, επιδοθείσα στην εναγομένη την 4-4-2018 (βλ. την υπ’αρ. 1.220114-4-2018 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητής, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τη συμμετοχή του στην επαύξηση της περιουσίας του, το ποσό των 477.233,442 ευρώ και επικουρικά κατά το ποσό των 176.753,120 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 1/3 της περιουσιακής της αύξησης βάσει του τεκμηρίου του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ.β. ΑΚ, νομιμοτόκως, επικουρικά δε ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 413.723,088 ευρώ κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Βάσει των ανωτέρω παραδοχών, η κρινομένη αγωγή δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, παραδεκτά και νόμιμα, ώστε να θεραπευθεί η εκτιθέμενη στην ως άνω με αριθμό 141/2017 απόφαση αοριστία της άνω προγενέστερης αγωγής κατ’ άρθρο 263 ΑΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, από τις διατάξεις των άρθρων 261, 263 ΑΚ και 221 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, αφετηρία δε της εξάμηνης προθεσμίας επανέγερσης αυτής, ώστε να θεωρηθεί η παραγραφή διακοπείσα από την άσκηση της πρώτης αγωγής, είναι ο χρόνος της τελεσίδικης απόρριψης για τυπικό λόγο. Στην προκείμενη περίπτωση, η παραγραφή της εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αξίωσης του ενάγοντος που διακόπηκε την 11-1-2016 με την επίδοση (άσκηση) της πρώτης με αριθμό κατάθεσης 4424/Πα/317/2015 αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, θεωρείται σαν να μην διακόπηκε κατ’ άρθρο 263. ΑΚ, διότι με την άσκηση της νέας ένδικης αγωγής, βελτιωμένης κατά ως προς την αοριστία, για την οποία απεφάνθη το ανωτέρω Δικαστήριο με την 141/2017 απόφασή του, συνάγεται σιωπηρή αποδοχή της ως άνω απορριπτικής απόφασης και παραίτησης από τα ένδικα μέσα κατ’ αυτής, με συνέπεια την τελεσιδικία της λόγω της αποδοχής της από τον ενάγοντα, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Εφόσον, λοιπόν η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο των έξι μηνών που προβλέπει το άρθρο 263 ΑΚ από τη δημοσίευση της 141/2017 απορριπτικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την 6-9-2017, και δη την 4-4-2018 (βλ. την υπ’αρ. 1.220174-4-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Χριστόφορου Κοφινιδάκη), η αγωγική αξίωση έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 1401 ΑΚ και η αγωγή είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, γενομένης δεκτής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας πρωτοδίκως και επαναφερμένης με το δικόγραφο των προτάσεων της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου από την εναγόμενη-εφεσίβλητη, ένστασης παραγραφής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινομένης έφεσης είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 183 ΚΠολΔ, εφόσον ο διάδικος προσβάλλει με ένδικο μέσα την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος για τον σε βάρος του καταλογισμό τους (ΑΠ 2190/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜανΕφΑθ 118/2018. ΜονΕφΠειρ 6722015, ΕφΑθ 3000 2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σκοπός της διάταξης είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ενδίκων μέσων μόνο για τα κεφάλαια των δικαστικών εξόδων χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης 54/2008 ΤΝΠ. Α.Σ.Α). Για το ορισμένα όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης το αποδιδόμενα στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη ανο καθαρισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη ατία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΑΠ 1306/1990 Ελάνη 33 311, ΕφΑθ 1043/2021, ΕφΠατρ 32/2018 ΤΝΠ.ΔΣΑ, ΕφΠειρ 242015, ΕφΑθ 38082014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Σ. Σαμουήλ. Η Έφεση, 2003 пар. 193, В Βαθρακοκολη. Η έφεση εκδ. 2015, σελ. 305). Ως ουσία της υπόθεσης, νοείται κάθε τι που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα εάν αφορά ουσιαστικά ή δικονομικά ζήτημα (ΑΠ 1308/1990 Δικη 1992.311, ΕΠαρ 160/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφθες 1077/2007 ΤΝΠ ΔΣΑΣ Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 178, 180, 100 παρ. 3. 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση που ηπάται ο διάδικος, καταδικάζεται στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αντιδίκου του, μετά την υποβολή από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος, ακόμη και όταν δεν έχει υποβληθεί κατάλογος εξόδων. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που απήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής απολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήπας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 180 παρ. 1 του ΚΠολΔ, καν καταδικαστούν περισσότεροι, είτε είναι ομάδικα, είτε όχι, να πληρώσουν τα έξοδα ενέχονται κατά ίσα μέρη, το Δικαστήριο όμως μπορεί κατά την κρίση τους να κατανείμει τα έξοδα με βάση το μερίδιο που αναλογεί σε καθέναν επάνω στο επίδικό αντικείμενο» (ΑΠ 487/2018 ΤΜΠ «ΝΟΜΟΣ», Εξάλλου, κατά τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 50 παρ. 1 εδαφ. σ. 63 παρ.1 περιτα και 88 παρ. 1 του Ν.4174/2013 (Κώδικος περί Δικηγόρων), που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, σε περίπτωση που δεν υπάρχε έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται σύμφωνα με το οριζόμενα στα άρθρα του άνω Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και ειδικότερα, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα, ήται σε ποσοστό 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ και σε ποσοστό 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 150.000 ευρώ, το δε Δικαστήριο κατά την επιδίκαση δικηγορικών αμοιβών και δικαστικών εξόδων, υποχρεούται (άρθρο 84 παρ. 1 αυτούς να εφαρμόζει τις περί ορίων αμοιβών διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και δεν μπορεί να ορίζει τα δικαστικά έξοδα σε ποσά μικρότερα από τα κατώτατα όρια (ΑΠ 1204/2017, ΑΠ 122/2015, ΑΠ 1295/2010 και ΑΠ 1647/2007, ΕφПер 359/2015 км 216/2014 TNT «ΝΟΜΟΣ»). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 183 του ΚΠολΔ, εφόσον α διάδικοις προσβάλλει με ένδικο μέσο την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, μπορεί να την προσβάλλει και ως προς τη διάταξή της σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενος είτε για τον εσφαλμένοι εις βάρος του καταλογισμό τους, είτε για το ότι καταλογίστηκαν σε βάρος του, αλλά σε υπέρογκο ποσό, κατά την αποψή τους από αυτό που έπρεπε να υπολογιστούν. Ως κουσία της υπόθεσης» κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης ναύται καθκή που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς ασκήσεως ενδίκων μέσων μόνο για τα κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, στα οποία περιλαμβάνεται κατ’ άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολά και η αμοιβή του δικηγόρου, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της αποφάσεως και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υποθέσεως (ΑΠ 1888/2017, ΑΠ 1818/2014, ΑΠ 2193/2013, АЛ 1007/2011 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») και η αποτροπή εξαναγκασμού του ανώτερου δικαστηρίου για έρευνα της ουσίας της υποθέσεως από την προσβολή και μόνο της αποφάσεως για τα έξοδα, η κρίση για την επιδίκαση των οποίων συνάπτεται με την ουσία της υποθέσεως. Εάν το ένδικα μέσα, ως προς την ουσία της υποθέσεως, απορριφθεί, ως απαράδεκτα, επέρχεται συγχρόνως, η ίδια συνέπεια και κατά την παραπάνω διάταξη. Αντίθετα, προσβολή των εξόδων δεν επηρεάζεται, εάν απορριφθεί, για άλλον λόγο, το άγδικο μέσο, ως προς την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 226/2020, ΕφΠειρ 4/2021 και 81/2021 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Για το ορισμένο, όμως, του σχετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της εφέσεως το αποδιδόμενο στην πληττόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης και δη αν ο καθορισμός του σε βάρος του εκκαλούντος ποσού για δικαστικά έξοδα οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΕφΠατρ. 104/2021, ΕφΑθ. 625/2020, ΕφΔωδ. 176/2020, ΕφΠατρ. 160/2019 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»),
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να συμψηφίσει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ, λόγω δυσχερειών στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν και επικουρικά ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας του επέβαλε τα δικαστικά έξοδα της εναγομένης ύψους 7.160 ευρώ. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι παραδεκτός, αφού προσβάλλεται συγχρόνως με τον πρώτο λόγο έφεσης και η ουσία της υπόθεσης (άρθρο 193 ΚΠολΔ), καθώς και νόμιμος (άρθρα 106, 176, 189 και 191 5 2 ΚΠολΔ), πλην όμως, ως προς το πρώτο σκέλος του, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ο συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσία (ΑΠ 1492/2022 δημ. Ισοκράτης), σε κάθε περίπτωση δε, δεν συνέτρεξε εν προκειμένω λόγος συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν δεν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, η ερμηνευτική προσέγγιση των διατάξεων αυτών δεν απαιτούσε ιδιάζουσα προσπάθεια, ούτε η νομολογιακή τους εφαρμογή εμφανίζει ταλάντευση ή διακύμανση, ούτε παρατηρείται μεταστροφή της νομολογίας, ούτε πρόκειται για νέα διάταξη που δεν έχει ακόμη ερμηνευθεί, η δε καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, είναι συνέπεια της αρχής της ήτας (άρθρο 176 ΚΠολΔ). Ως προς το δεύτερο σκέλος του, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσος, που προηγήθηκε, ο λόγος κρίνεται αάριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραψει της έφεσης το νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων, δηλαδή ταν ο καθαρισμός του ποσού των δικαστικών εξόδων σε βάρος του εκκαλούντος οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη απία,
κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Πρέπει δε, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει προκαταβάλει ο εκκαλών ενάγων) κατά την κατάθεση της εφέσεως, στον ίδιο για τους προεκτιθέμενους λόγους, ανεξαρτήτως της ήττας αυτού (άρθρο 495 παρ.3 περ.Α. στους β. ΚΠολΔ) Τέλος, πρέπει, να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 και 101 παρ.2, 180 пар.1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερες ορίζεται στις διατακτικά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδικών
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβάλει στον καταθέσαντα εκχωλούντα
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στα ποσό των πεντακοσίων (300,00 €) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο Ηράκλειο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 25 Αυγούστου 2025.