Προσβολή προσωπικότητας – Διάδοση ψευδούς ισχυρισμού περί πλαστότητας εγγράφου – Συκοφαντική δυσφήμηση – Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθική βλάβης – Δεδικασμένο

Αριθμός Απόφασης: 7/2024
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Ιωάννη Γερωνυμάκη, Εφέτη και τη Γραμματέα Αικατερίνη Δασκαλάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στο Ηράκλειο την 10 Ιανουαρίου 2023 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΑ: … του …, κατοίκου Ηρακλείου, οδός … (ΑΦΜ …), τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Χαράλαμπος Δαμιανάκης με δήλωση κατά άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΑ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: … του …, κατοίκου Ηρακλείου, Πλατεία Κορνάρου 31, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Βασίλειος Σπανουδάκης με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Ο καλών – εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 3/11/2014 με Αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2014 αγωγή του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 511/2019 οριστική απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται ο καθ’ ου η κλήση – εκκαλών με την από 29/10/2019 με Αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2019 έφεσή του, που προσδιορίστηκε για την 9/11/2021 και γράφτηκε στο πινάκιο. Το Εφετείο με την υπ’ αριθμ. 13/2022 απόφαση του διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Ήδη ο καλών – εφεσίβλητος επαναφέρει την υπόθεση για συζήτηση με την από 30/9/2022 κλήση του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου με Αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2022 προσδιορίστηκε για τη σημερινή δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά κατέθεσαν μονομερείς δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και προκατέθεσαν προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 30/9/2022 με Αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2022 κλήση του καλούντα – εφεσίβλητου νομίμως επαναφέρεται για συζήτηση η από 29/10/2019 με Αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2019 έφεση του καθ’ ου η κλήση – εκκαλούντα μετά την έκδοση της υπ’ Αριθμ. 13/2022 απόφασης του Εφετείου αυτού με την οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης κατ’ άρθρο 307 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Η κρινόμενη έφεση του εκκαλούντα – εναγόμενου κατά της υπ’ αριθμ. 511/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός δυο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 518 παρ. 2, 520 του ΚΠολΔ), δοθέντος ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει ούτε κάποιος διάδικος επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επιδοθεί, καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (e-Παράβολο) με αριθμό … ποσού 100 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην από 30/10/2019 έκθεση που συνέταξε η Γραμματέας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ και αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρα 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ο ενάγων, ήδη εφεσίβλητος, στην από 3/11/2014 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι κατά του εναγόμενου, ήδη εκκαλούντα, άσκησε την από 5/6/2000 αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δραχμών ως μεσιτική αμοιβή του με βάση το από 12/10/1993 έγγραφο με τον τίτλο «Συμφωνητικό Μεσιτείας – Εντολή προς μεσίτη», ότι ο εναγόμενος κατά τη συζήτηση της αγωγής ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή στη θέση «Ο εντολέας πωλητής» δεν τέθηκε από αυτόν αλλά το πιο πάνω έγγραφο είναι πλαστό, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου με την υπ’ Αριθμ. 439/2007 απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγόμενου και δέχθηκε την αγωγή του, ότι τη γνησιότητα της εν λόγω έγγραφης εντολής δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου με την υπ’ αριθμ. 639/2005 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης με την υπ’ αριθμ. 1117/2008 απόφασή του και το Εφετείο Κρήτης με την υπ’ Αριθμ. 86/2012 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση του εναγόμενου κατά της υπ’ αριθμ. 439/2007 απόφασης, ότι κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε αίτηση αναίρεσης η οποία απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο με την υπ’ αριθμ. 256/2014 απόφαση, ότι εκτός των ανωτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου με την υπ’ αριθμ. 73/2009 απόφασή του επιδίκασε σε αυτόν σε βάρος του εναγόμενου ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 40.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον διάδοση του ψευδούς ισχυρισμού περί πλαστότητας του ως άνω εγγράφου και ότι παρά ταύτα ο εναγόμενος υπέβαλε σε βάρος του την από 10/6/2024 έγκληση, στην οποία ισχυρίστηκε ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον των ως άνω Δικαστηρίων αυτός (ο ενάγων) έκανε χρήση της πλαστής από 12/10/1993 έγγραφης εντολής μεσιτείας και με τη χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου παραπλάνησε το Εφετείο Κρήτης και εξέδωσε τη υπ’ αριθμ. 86/2012 απόφασή του, ότι τα όσα ισχυρίστηκε στην έγκληση του, την αλήθεια των οποίων βεβαίωσε ενόρκως, των οποίων έλαβαν γνώση οι εισαγγελείς, οι δικαστές και οι λοιποί παράγοντες της ποινικής δίκης είναι ψευδή και ο εναγόμενος τελούσε σε γνώμη του ψεύδους, ότι εξαιτίας των παραπάνω παράνομων και υπαίτιων πράξεων του εναγόμενου σε βάρος του, προσβλήθηκε η προσωπικότητά του, καθώς μειώθηκε η τιμή και η υπόληψή του, με τους προσβλητικούς για το πρόσωπό του ισχυρισμούς του εναγόμενου και υπέστη ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε, μετά τον παραδεκτώς γενόμενο περιορισμό του ποσού του αιτήματος και τη μετατροπή του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με τις προτάσεις του (άρθρα 295 παρ. 1 εδ. β, 297 του ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση και να καταδικαστεί στην εν γένει δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών – εναγόμενος με την υπό κρίση έφεση του για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει αυτή δεκτή ώστε να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του δικαιούται να αξιώσει: α) την άρση τηςπροσβολής β) την παράλειψη της στο μέλλον, γ) αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. του ΑΚ) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για τη θεμελίωση αξίωσης προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου, απαιτείται να συντρέχουν: α) προσβολή της προσωπικότητας, β) η προσβολή να είναι παράνομη, δηλαδή να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είναι μικρότερης σπουδαιότητας ή ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, γ) να είναι υπαίτια, να οφείλεται δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ), δ) να επήλθε ηθική βλάβη του προσβληθέντος και ε) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας προσβολής και της επελθούσας ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 2/2008 ΝΟΜΟΣ). Η προσωπικότητα αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις – εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσης του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του (ΑΠ 1211/2018 ΝΟΜΟΣ). Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε εκδήλωση της (πνευματική, σωματική, υγεία, ελευθερία, τιμή κ.λπ.). Έτσι η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει γιατί ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα πλαίσια της προστασίας της προσωπικότητας, τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητας του στη ζωή (ΑΠ 432/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1116/2019 ΝΟΜΟΣ), δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο κατοχυρωμένο από τη διάταξη αυτή και προστατευόμενο ατομικό δικαίωμα της προσωπικότητας, περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής (ΑΠ 1735/2009 ΝΟΜΟΣ). Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ, εξύβριση διαπράττει όποιος με λόγο ή έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο προσβάλει την τιμή άλλου, σύμφωνα, δε, με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμισης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των εγκλημάτων της συκοφαντικής ή απλής δυσφήμισης, απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση εκ τρίτου προσώπου, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης (ΑΠ 72/2016 ΝΟΜΟΣ). Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ (ΑΠ (ποιν) 1069/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ (ποιν) 1025/2016 ΝΟΜΟΣ). Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Στην έννοια του τρίτου, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε (πλην του δράστη και του παθόντος) φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς, αστυνομικοί κ.λπ., που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, αφού δεν γίνεται σ’ αυτές οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν ή να εξετάζουν δικόγραφα, μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ. Δεν αποκλείεται δε ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη (ΑΠ 789/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 841/2019 dsanet.gr, ΑΠ 1013/2018 dsanet.gr). Εφόσον στην έννοια του τρίτου εντάσσονται και οι δικαστές, εισαγγελείς και γραμματείς, στους οποίους γίνεται γνωστό το περιεχόμενο των δικογράφων και μπορεί με τις σ’ αυτά αναφορές να προσβάλλεται η τιμή και υπόληψη του αντιδίκου, η εξύβριση και η δυσφήμιση, απλή ή συκοφαντική, τελούνται και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση γίνονται με τα γραφόμενα στα δικόγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναπτυχθούν σε προφορική διαδικασία, ήτοι να αποκτήσουν δημοσιότητα οι ισχυρισμοί ή διαδόσεις, αφού, άλλωστε, δεν είναι προϋπόθεση της διάπραξης αυτών η γνωστοποίηση των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τον ισχυρισμό ή τη διάδοση και σε άλλα, πλην των ανωτέρω, πρόσωπα (ΑΠ 855/2022 dsanet.gr). Το αδίκημα της δυσφήμησης περιλαμβάνει αντικειμενικά τον εκ μέρους του υπαιτίου ενώπιον τρίτου ισχυρισμό ή διάδοση γεγονότος πρόσφορου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και υποκειμενικά τη γνώση του δράστη. Ότι το γεγονός που ισχυρίζεται ή διαδίδει είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, καθώς και τη θέλησή του να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός (ΑΠ 1252/2022, ο.α., ΑΠ 1191/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 496/2021, ΤΝΠ Νόμος). Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι` αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη (ΑΠ 1252/2022, ο.α., ΑΠ1191/2021, ο.α., ΑΠ 496/2021, ο.α.). Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεταιυποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους αναληθή γεγονότα που βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Τέτοια είναι και η περίπτωση των εκδηλώσεων που γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Κατ’ εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμησης δεν επέρχεται, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι παραπάνω εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφήμησης προκύπτει σκοπός εξύβρισης (ΑΠ 1422/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1322/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ129/2020, ο.α., ΑΠ 149/2020, ο.α., ΑΠ 158/2020, ο.α., ΑΠ 292/2020, ΤΝΠ Νόμος). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση διαφύλαξης δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ συνιστά αντένσταση ο ισχυρισμός του ενάγοντα, ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (AΠ 1558/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1422/2021, ο.α., ΑΠ 129/2020, ο.α., ΑΠ158/2020, ο.α., ΑΠ 292/2020, ο.α., ΑΠ 432/2020, ο.α.). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη. Ενώ η Ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 591/2017, 1685/2008). Το δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 1559/2017) καλύπτει δε, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή, και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης. Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Με άλλες λέξεις, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα,ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης αποφάσεως. Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξίωσης. Κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται «ετέρα έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού ζητήματος της δίκης». Το δεδικασμένο του άρθρου 331 ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε βέβαια αξιολογικές κρίσεις. Το δεδικασμένο εκτείνεται μόνο σε δικαίωμα που κρίθηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ). Η κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ αυτοτελής κάλυψη του προδικαστικού ζητήματος εναρμονίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ στο μέτρο που προδικαστικό ζήτημα στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ αποτελούν μόνον οι προδικαστικές έννομες συνέπειες (και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα ή
νομικές έννοιες κ.λπ.), κατά τον ίδιο ακριβώς λόγο που σύμφωνα με τη βασική ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ αντικείμενο του δεδικασμένου γενικώς μπορούν να αποτελέσουν μόνον έννομες σχέσεις (έννομες συνέπειες) (ΑΠ 1474/2023 QUALEX, ΑΠ 1327/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ916/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 370/2019 ΝΟΜΟΣ). Από την εκτίμηση της χωρίς όρκο κατάθεσης του εναγόμενου, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στη δικάσιμο της 25/10/2017 και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ’ αριθμ. 196/2018 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης έως το τέλος της εκκρεμούσας τότε ποινικής διαδικασίας μεταξύ των διαδίκων και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, ο οποίος είναι μεσίτης αστικών συμβάσεων και διατηρεί γραφείο για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς του στο Ηράκλειο, άσκησε κατά του εναγόμενου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 5/6/2000 με Αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2000αγωγή του, στην οποία ισχυρίστηκε ότι την 12/10/1993 ο εναγόμενος του έδωσε έγγραφη εντολή πώλησης ενός ακινήτου συνιδιοκτησίας του κατά ποσοστό 33,333% εξ αδιαιρέτου, που βρίσκεται στο Ηράκλειο στην οδό 25ης Αυγούστου 4, με την υπάρχουσα σε αυτό παλαιά διατηρητέα οικοδομή, ότι στην ίδια έγγραφη εντολή αναγράφηκε ως επιδιωκόμενο τίμημα της πώλησης του ακίνητου το ποσό των 500.000.000 δραχμών και ως αμοιβή του ενάγοντα για την υπόδειξη ευκαιρίας κατάρτισης της σύμβασης το ποσό των 10.000.000 δραχμών πλέον ΦΠΑ 18%, το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει ο ίδιος εξ ολοκλήρου, ότι κατόπιν ενεργειών του το έτος 1995 υπέδειξε στον εναγόμενο και στους λοιπούς συγκύριους του ακινήτου τον πολιτικό μηχανικό …, ο οποίος ενδιαφερόταν για την ανοικοδόμηση του ακινήτου, ότι πράγματι εξαιτίας της υπόδειξης και μεσολάβησης του καταρτίστηκε μεταξύ του … και των συγκυριών το υπ’ αριθμ. …/20.8.1997 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών, με το οποίο ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει στο ακίνητο πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στην αγωγή του και ότι κατόπιν των ανωτέρω δικαιούται τη συμφωνηθείσα αμοιβή του για τη μεσιτική εργασία του, πλην όμως ο εναγόμενος αρνείται να του την καταβάλει. Ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το πιο πάνω συνολικό ποσό των 11.800.000 ευρώ. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ο εναγόμενος κατάθεσε τις από 28/3/2001 προτάσεις του, στην οποία ισχυρίστηκε ότι αυτός ουδέποτε έδωσε την πιο πάνω εντολή μεσιτείας στον ενάγοντα, ότι αντίθετα υπέγραψε άλλη εντολή, τρίμηνης μόνο διάρκειας, για την πώληση μόνο του ποσοστού του συγκυριότητας επί του ακίνητου, χωρίς σε αυτή να αναγράφεται η αγοραία αξία του ακινήτου, το ποσοστό και η αμοιβή μεσιτείας, ότι δεν οφείλειστον ενάγοντα μεσιτική αμοιβή, διότι η κατάρτιση του πιο πάνω προσυμφώνου δεν είναι αποτέλεσμα της μεσιτικής εργασίας του, αλλά οφείλεται στο γεγονός ότι το έτος 1997 ο ίδιος ο πολιτικός μηχανικός … και άλλοι ενδιαφερόμενοι ήρθαν σε επαφή με τους συγκυρίους του ακινήτου, οι οποίοι επέλεξαν τον …, για την ανοικοδόμηση του ακινήτου τους και ότι, σε κάθε περίπτωση, επειδή η αγοραία αξία του ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 232.381.144 δραχμών, η αμοιβή του ενάγοντα έπρεπε να υπολογιστεί σε ποσοστό 1% επί του ποσού των 73.725.241 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν η αξία του δικού του ποσοστού συγκυριότητας επί του οικοπέδου, δηλ. στο ποσό των 740.000 ευρώ, προσβάλλοντας παράλληλα την επικαλούμενη στην αγωγή από 12/10/1993 έγγραφη εντολή ως πλαστή και κατονομάζοντας τον ενάγοντα ως πλαστογράφο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμ. 417/2001 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία διέταξε εμμάρτυρες αποδείξεις και τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, μετά την ολοκλήρωση της οποίας ο ενάγων
επανέφερε την υπόθεση για συζήτηση με την από 30/3/2006 με Αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2006 κλήση του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε την 7/5/2007. Κατά τη δικάσιμο εκείνη ο εναγόμενος κατέθεσε τις από 4/5/2007 έγγραφες προτάσεις του, στην οποίες επανέλαβε τους ίδιους πιο πάνω ισχυρισμούς του και επιπροσθέτως ότι η έγγραφη εντολή που υπέγραψε ήταν προγενέστερη της από 12/10/1993 αναφερόμενης στην αγωγή έγγραφης εντολής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου εξέδωσε την υπ’ Αριθμ. 439/2007 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε ότι ο εναγόμενος πράγματι την 12/10/1993 επισκέφθηκε το μεσιτικό γραφείο του ενάγοντα, στον οποίο και έδωσε την εντολή να του υποδείξει ευκαιρία προς πώληση του ακινήτου αυτού και υπέγραψε την ίδια ημέρα το σχετικό έντυπο της εντολής, στο οποίο, το επιδιωκόμενο τίμημα ορίστηκε σε 500.000.000 δραχμές, η δε μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε στο ποσό των 10.000.000 δραχμών, η οποία θα καταβαλλόταν κατά την υπογραφή οποιουδήποτε συμβολαιογραφικού εγγράφου, σε μετρητά. Ακολούθως απέρριψε την ένσταση πλαστότητας του από 12/10/1993 εγγράφου με τίτλο «Συμφωνητικό μεσιτείας – εντολή προς μεσίτη» με το ακόλουθο επί λέξει σκεπτικό: «Ο εναγόμενος αρνείται τη γνησιότητα της επί του ως άνω συμφωνητικού, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε υπέγραψε την ένδικη εντολή, ενώ αντίθετα είχε υπογράψει ένα άλλο συμφωνητικό μεσιτείας με τον ενάγοντα, σύμφωνα με το οποίο έδινε
εντολή στον τελευταίο να πουλήσει μόνο το δικό το ποσοστό επί του ως άνω ακινήτου και μάλιστα εντός τριμήνου. Ο εναγόμενος όμως δεν προσκομίζει αυτό το συμφωνητικό μεσιτείας, που περιέχει τους ανωτέρω όρους και συμφωνίες, όπως ισχυρίζεται, ενώ από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώνεται η ύπαρξη κάποιας άλλης έγγραφης εντολής προς τον ενάγοντα, πλην της ένδικης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγόμενου περί πλαστότητας της υπογραφής του πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Το παρόν Δικαστήριο με την 417 / 2001 προδικαστική απόφαση του, αφού έκρινε τη νομική βασιμότητα της ένστασης αυτής, διέταξε την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η υπογραφή στο από 12-10-1993 συμφωνητικό μεσιτείας, ανήκει στον εναγόμενο ή όχι. Ο νομίμως διορισθείς με την απόφαση αυτή δικαστικός γραφολόγος … με την από 11-6-2002 έκθεσή του, την οποία κατέθεσε νόμιμα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Ηρακλείου, για την οποία συντάχθηκε η από 13-6-2002 έκθεση εγχειρίσεως του αρμόδιου γραμματέα, αποφάνθηκε ότι η υπογραφή στο από 12-10-1993 συμφωνητικό μεσιτείας εντολή προς μεσίτη, κάτω από τις ενδείξεις «ο εντολέας πωλητής», δεν χαράχθηκε από τον …, και συνεχίζει αναφέροντας ότι η υπογραφή στο υπό έλεγχο έγγραφο, η υπογραφή στην από 14-7-1994 σύμβαση εντολής πώλησης ακινήτων και η υπογραφή στην από 15-11-1994 έκθεση επίδοσης, παρουσιάζουν κοινά γραφολογικά στοιχεία, από την αξιολόγηση των οποίων κατέληξε στα παρακάτω : ότι πρέπει να χαράχθηκαν από το ίδιο άτομο και ότι δεν μπορούν να συνδεθούν γραφολογικά μετις δειγματικές υπογραφές του …, δηλαδή δεν χαράχθηκαν από αυτόν. Ομοίως, η προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο από 18-4-2006 γραφολογικής γνωμοδότησης, της δικαστικής γραφολόγου …, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στα κάτωθι έγγραφα: στο από 121993 συμφωνητικό μεσιτείας-εντολή προς μεσίτη, στην από 14-7-1994 σύμβαση εντολής
πώλησης ακινήτου και στην από 15-11-1994 έκθεση επίδοσης, η υπογραφή στις θέσεις «ο εντολέας πωλητής», «o εντολέας» και «ο λαβών», αντίστοιχα, δεν έχουν τεθεί με το χέρι του …, ούτε με το χέρι της …, αλλά από τρίτο πρόσωπο. Τα συμπεράσματα αυτά πρέπει να
αξιολογηθούν σε συνδυασμό με την ομολογία του ίδιου του εναγόμενου, ότι δηλαδή, την ως άνω από 14-7-1994 σύμβαση εντολής πώλησης προς την …, την υπέγραψε ο εναγόμενος ιδιοχείρως, την οποία μάλιστα και προσκομίζει. Επομένως, αφού είναι βεβαιωμένο από τους ως άνω πραγματογνώμονες ότι η επί του υπό έλεγχο εγγράφου υπογραφή, είναι γραφικό προϊόν του ίδιου προσώπου που υπέγραψε την από 14-7-1994 σύμβαση εντολής, σύμφωνα δε με τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος ο ίδιος υπέγραψε τη σύμβαση αυτή, συνάγεται εξ αυτού το λογικό συμπέρασμα ότι και το από 12-10-1993 συμφωνητικό μεσιτείας, υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον εναγόμενο. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο καθηγητής γραφολογίαςχαρακτηρολογίας …, ο οποίος με την από 20-7-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αποφαίνεται με σαφήνεια και με επαρκή αιτιολογία ότι η ανωτέρω επίδικη υπογραφή στο από 12-10-1993 συμφωνητικό μεσιτείας, είναι γνήσια υπογραφή του …, όπως γνήσιες είναι και οι υπογραφές αυτού, τόσο επί της από 14-7-1994 σύμβασης εντολής πώλησης ακινήτων, όπως συνομολογεί και ο ίδιος ο εναγόμενος, όσο και επί της υπ’ αριθ. …/15-11-1994 έκθεση επίδοσης. Προκειμένου δε να αχθεί στη διαμόρφωση της κρίσης του ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, …, έλαβε υπ’ όψιν, κατά την γραφολογική, γραφοτεχνική και χαρακτηρολογική ανάλυση, τον αυτοματισμό των υπό έλεγχο και γνησίων υπογραφών επί όλων των εγγράφων, που του προσκομίσθηκαν. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι ως άνω πραγματογνώμονες, … και …, προέβησαν στην σύνταξη εσφαλμένων εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες κλονίζονται τόσο από την ομολογία του εναγόμενου, όσο και από το αντίθετο πόρισμα της πλήρως αιτιολογημένης με ημερομηνία 20-7-2002 πραγματογνωμοσύνης του …. Συνακόλουθα, από το σύνολο των αναφερομένων παραπάνω αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι η υπογραφή που τέθηκε στο τέλος δεξιά του από 12 10-1993 εγγράφου με τίτλο «συμφωνητικό μεσιτείας-εντολή προς μεσίτη», είναι γνήσια υπογραφή του εναγόμενου, απορριπτομένης, στο σημείο αυτό, της ένστασης του εναγόμενου περί πλαστότητας της υπογραφής του, ως κατ’ ουσίαν». Κατόπιν τούτου το ανωτέρω Δικαστήριο με την εν λόγω απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 17.608 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 27/7/2007 με Αριθμό 349/2007 έφεσή του με την οποία παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε την κατάρτιση σύμβασης μεσιτείας με βάση την από 12/10/1993 έγγραφη εντολή, την οποία αυτός δεν υπέγραψε και επίσης εσφαλμένα δέχθηκε ότι η υπογραφή στην από 12/10/1993 σύμβαση μεσιτείας είναι δική του ενώ τούτο δεν αποδείχθηκε. Επίσης στην ασκηθείσα με τις προτάσεις του αντέφεση, ως εφεσίβλητος στην από 18/7/2007 με Αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2007 έφεση του ενάγοντα κατά της ίδιας απόφασης ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπέγραψε την πιο πάνω
σύμβαση εντολής στη θέση «Ο Εντολέας Πωλητής», επικαλούμενος το πόρισμα της από 11/6/2002 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου από το πρωτοβάθμιο Δικασηριο πραγματογνώμονα …, σύμφωνα με τον οποίο η υπογραφή στο από 12/10/1993 συμφωνητικό στην θέση «Ο Εντολέας Πωλητής» δεν χαράχθηκε από τον εναγόμενο. Στην ίδια αντέφεση ανέφερε ότι τη μόνη εντολή που υπέγραψε είναι η με ημερομηνία 13/12/1993 αντίγραφο της οποίας του χορήγησε ο ενάγων, ο οποίος σε αυτό την 15/13/2012 βεβαίωσε τηνυπογραφή του ως εκδότης του. Επί των εφέσεων και αυτών και της αντέφεσης εκδόθηκε η υπ’ Αριθμ. 86/2012 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, το οποίο δέχθηκε ότι την 12/10/1993 ο εναγόμενος, προσήλθε στο μεσιτικό γραφείο του ενάγοντος, στον οποίο ανέθεσε την εντολή υπόδειξης ευκαιριών για την πώληση ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη το από 12/10/1993 «συμφωνητικό μεσιτείας- εντολή προς μεσίτη» επί του οποίου ανεγράφη ως επιδιωκόμενο τίμημα το ποσό των 500.000.000 δραχμών και ως αμοιβή του ενάγοντος μεσίτη το ποσό των 10.000.000 δραχμών, καταβλητέα με την υπογραφή οποιουδήποτε συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι στο από 12/10/1993 «συμφωνητικό μεσιτείας – εντολή προς μεσίτη» υπέγραψε ο εναγόμενος στη θέση «Ο Εντολέας Πωλητής», ότι το έτος 1995 ο ενάγων στο πλαίσιο της εντολής που είχε λάβει υπέδειξε στον εναγόμενο ως αγοραστή τον πολιτικό μηχανικό …, ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων καταρτίστηκε μεταξύ του τελευταίου ως αγοραστή και των συγκυρίων του ακινήτου ως πωλητών το υπ’ αριθμ. …/20.8.1997 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών αδιαίρετα οικοπέδου και εργολαβικό της συμβολαιογράφου Ηρακλείου …, ότι η κατάρτιση της σύμβασης αυτής υπήρξε αποτέλεσμα της υπόδειξης του ενάγοντα και επομένως ο τελευταίος δικαιούται να λάβει από τον εναγόμενο τη συμφωνηθείσα μεσιτική του αμοιβή στο σύνολό της, διότι ο τελευταίος έδωσε εντολή υπόδειξης
για την πώληση ολόκληρου του ακινήτου και όχι μόνο του ποσοστού του και δεσμεύτηκε συμβατικά για την καταβολή της αμοιβής αυτής. Επομένως το Εφετείο με την πιο πάνω τελεσίδικη απόφασή του έκρινε με δύναμη δεδικασμένου ότι την 12/10/1993 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η πιο πάνω σύμβαση μεσιτείας, ότι η αμοιβή του ενάγοντα ορίστηκε στο ποσό των 10.000.000 δραχμών και ότι επειδή το πιο πάνω προσύμφωνο καταρτίστηκε ως συνέπεια της υπόδειξης του ενάγοντα, αυτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την αμοιβή του από
το συμβατικά υπόχρεο προς τούτο εναγόμενο. Όπως πιο πάνω λέχθηκε, το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό της τελεσίδικης απόφασης, δηλ. και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Εφετείο με την πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση του υπήγαγε στον
εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, τα οποία το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να επανακρίνει και τα θεωρεί ως πλήρως αποδεδειγμένα. Ειδικά δε όσον δε αφορά την ένσταση πλαστότητας του πιο πάνω συμφωνητικού αλλά και τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι υπέγραψε μόνο την από 13/12/1993 εντολή το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: «Ο εναγόμενος πρωτοδίκως πρόβαλε την ένσταση της πλαστότητας της φερομένης ως υπογραφής του υπό την ένδειξη «ο εντολέας πωλητής» επί του προσκομισθέντος από τον ενάγοντα ως άνω από 12-10-1993 συμφωνητικού μεσιτείας, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε το υπέγραψε. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος. Ειδικότερα ο δικαστικός γραφολόγος …, που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ’ Αριθμ. 417/2001 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, προκειμένου να αποφανθεί περί της γνησιότητας της υπογραφής του εναγομένου … επί του παραπάνω εγγράφου αποφάνθηκε με την από 11-6-2002 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του ότι η υπογραφή στο υπό έλεγχο έγγραφο, η υπογραφή στην από 14-7-1994 «σύμβαση εντολής πώλησης ακινήτων και η υπογραφή στην από 15-11-1994 έκθεση επίδοσης (έγγραφα για τα οποία θα γίνει λόγος παρακάτω) παρουσιάζουν κοινά γραφολογικά στοιχεία καταλήγοντας στο συμπέρασμα α)ότι πρέπει να χαράχθηκαν από το ίδιο άτομο και β)ότι δεν μπορούν να συνδεθούν γραφολογικά με τις δειγματικές υπογραφές του …, δηλαδή δεν χαράχθηκαν από αυτόν. Ομοίως η δικαστική γραφολόγος … στην από 18-4-2006 γραφολογική γνωμοδότηση που συνέταξε κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στο «συμφωνητικό μεσιτείας-εντολή προς μεσίτη» με ημερομηνία 12-10-1993, στη «σύμβαση εντολής πώλησης ακινήτων» με ημερομηνία 14-7-1994 και στην έκθεση επίδοσης με ημερομηνία 15-11-1994, οι υπογραφές έχουν χαραχθεί από το ίδιο άτομο και δεν έχουν τεθεί με το χέρι του …, αλλά απότρίτο πρόσωπο. Τέλος ο καθηγητής γραφολογίας χαρακτηρολογίας … στην από 20-7-2002 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε κατόπιν εντολής του ενάγοντος, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στο από 12-10-1993 «συμφωνητικό μεσιτείαςεντολή προς μεσίτη» είναι γνήσια υπογραφή του …, όπως γνήσιες είναι και οι υπογραφές αυτού στην από 14-7-1994 «σύμβαση εντολής πώλησης ακινήτων» και στην υπ’αρ. …/15-11-1995 έκθεση επίδοσης. Κοινό συμπέρασμα και των τριών γραφολογικών εκθέσεων είναι ότι η υπογραφή στα ανωτέρω έγγραφα έχει τεθεί από το ίδιο πρόσωπο. Ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ρητά τη γνησιότητα της υπογραφής του στην ανωτέρω υπ’ Αριθμ. …/15-11-1994 έκθεση επίδοσης, την οποία ουδέποτε προσέβαλε ως πλαστή. Περαιτέρω ο εναγόμενος στις από 4-5-2007 έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε πρωτοδίκως σαφώς ομολογεί ότι έχει υπογράψει την από 14-7-1994 «σύμβαση εντολής πώλησης ακινήτων» προς τη μεσίτρια … και μάλιστα επιχειρεί να συνάγει και συμπεράσματα από την ύπαρξη αυτή της σύμβασης αναγράφοντας επί λέξει «Μάλιστα στο σημείο αυτό επικαλούμαι την προσαχθείσα εντολή μου με χρονολογία 14-7-1994 προς τη μεσίτρια …, κάτοικο Ηρακλείου (Δ/κό αρ. …) στην οποία εντολή και πάλιν ιδιοχείρως έχω σημειώσει αφενός ότι δεν εκπροσωπώ παρά μόνο τον εαυτό μου και όχι τους λοιπούς συγκυρίους. Από τα παραπάνω και με δεδομένο το πόρισμα και των τριών γραφολογικών εκθέσεων ότι και τα τρία προαναφερθέντα έγγραφα έχουν υπογραφεί από το ίδιο άτομο προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η υπογραφή στο από 12-10-1993 «συμφωνητικό μεσιτείας-εντολής προς μεσίτη» έχει τεθεί από τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος με την έφεσή του ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ομολόγησε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή του κάτωθι της λέξεως «ο εντολέας πωλητής» στο από 14-7-1994 έγγραφο της …, αν δε ήθελε θεωρηθεί ότι προέβη σε ομολογία αυτό οφείλεται σε παραδρομή του πληρεξουσίου του δικηγόρου και ήδη προβαίνει σε ανάκλησή της. Παραταύτα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ομολογία του εναγομένου ήταν αναληθής. Αντίθετα η κρίση ότι o εναγόμενος υπέγραψε την 14-7-1994 εντολή μεσιτείας προς την … ενισχύεται και από την κατάθεση της τελευταίας που περιέχεται στα υπ’ αρ. …/4-4-2005 πρακτικά συνεδρίασης του β’ Τριμελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου, η οποία επί λέξει καταθέτει: «Είχε έλθει στο γραφείο μου το 1994 ο … και μου είχε δώσει εντολή, την οποία είχε υπογράψει μπροστά μου…Είμαι σίγουρη ότι είχε υπογράψει ο ……». Δεν έσφαλε, επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση πλαστότητας της υπογραφής του στο από 12-10-1993 «συμφωνητικό μεσιτείας εντολή προς μεσίτη» και επομένως όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο εναγόμενος εκκαλών με την υπ’ αριθμ. καταθ. …/2007 έφεσή του και με την αντέφεση που άσκησε είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ο εναγόμενος για πρώτη φορά με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επικαλείται και προσκομίζει ένα έγγραφο- εντολή προς τον εναγόμενο με ημερομηνία 13-12-1993, που o τελευταίος του χορήγησε σε αντίγραφο στις 15-12-1993, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του βρήκε κατά της διάρκεια μετακόμισης και αποτελεί την πραγματική του εντολή προς τον εναγόμενο. Το έγγραφο όμως αυτό, το οποίο προσκομίζεται σε φωτοαντίγραφο, είναι εμφανώς αλλοιωμένο ως προς το χειρόγραφο περιεχόμενο του και ειδικότερα ως προς την ημεροχρονολογία σύνταξής του και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηρίξει επ’ αυτού ασφαλή δικανική κρίση. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι το εν λόγω έγγραφο φέρει χρονολογία μεταγενέστερη της ένδικης εντολής, μολονότι ο εναγόμενος πρωτοδίκως με τις προτάσεις του (σελ.2 των από 4-5-2007 προτάσεων και 1 των από 28-3-2001 προτάσεων) είχε επικαλεστεί την ύπαρξη άλλης προγενέστερης εντολής». Με βάση το σκεπτικό αυτό το ανωτέρω Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των διαδίκων και την αντέφεση του εναγόμενου. Την απόφαση αυτή ο εναγόμενος προσέβαλε ενώπιον του Αρείου Πάγου ζητώντας την αναίρεσή της με την από 31/5/2012 αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετοαυτής λόγο. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμ. 256/2014 απόφασή του απέρριψε την αναίρεση και τον πρόσθετο λόγο δεχόμενο μεταξύ άλλων και τα εξής: «Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες, αφενός μεν παρέχουν τη δυνατότητα του αναιρετικού ελέγχου αυτής, ως προς το εάν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν και αφετέρου, δικαιολογούν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε, ήτοι ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε η επίδικη σύμβαση μεσιτείας και ότι ο αναιρεσείων και εντολέας, ήταν υπόχρεος, προς καταβολή της αμοιβής στον αναιρεσίβλητο-μεσίτη αστικών συμβάσεων, η οποία συμφωνήθηκε. οι παραδοχές αυτές της απόφασης είναι σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, τα λοιπά δε αναφερόμενα σ’ αυτήν, σχετικά με τη γνησιότητα της υπογραφής του αναιρεσείοντος στο κρίσιμο εν προκειμένω αριθμ. απόφ. …/2014 – σελ. 14 έγγραφο και ειδικότερα τα όσα οι πραγματογνώμονες, με τις σχετικές εκθέσεις τους εκτιμούν και συμπεραίνουν, αποτελούν επιχειρήματα και εκτιμήσεις των αποδεικτικών στοιχείων, που προσκομίσθηκαν και δεν αναιρούν το σαφές αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο, κατά τα άνω, κατέληξε το εφετείο. Το ίδιο ισχύει και για το επικαλούμενο, με ημερομηνία 13-12-1993 «έγγραφο εντολής μεσιτείας», το οποίο, το εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, θεώρησε ως αλλοιωμένο «ως προς το χειρόγραφο περιεχόμενό του και, συνεπώς, δε μπορεί να στηριχθεί επ’ αυτού ασφαλής δικαστική κρίση». Επίσης έως την έκδοση της πιο πάνω Απόφασης του Αρείου Πάγου και μετά από έγκληση που υπέβαλε ο ενάγων κατά του εναγόμενου εκδόθηκε η υπ’ Αριθμ. 639/4.4.2005 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου ενώπιον του οποίου παραπέμφθηκε ο εναγόμενος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης που εφέρετο ότι διέπραξε σε βάρος του ενάγοντα με την επίκληση στις από 28/3/2001 προτάσεις του, της πλαστότητας της από 12/10/1993 έγγραφης εντολής. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο αφού δέχθηκε ότι το επίδικο έγγραφο δεν ήταν πλαστό, αλλά ο εναγόμενος (εκεί κατηγορούμενος) το συνυπέγραψε και εν γνώσει του ψεύδους προσέβαλε αυτό ως πλαστό και κατονόμασε τον ενάγοντα ως πλαστογράφο, τον κήρυξε ένοχο της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την υπ’ αριθμ. …/4.4.2005 έφεση του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1117/18.6.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης, με την οποία ο εναγόμενος κρίθηκε ξανά ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης με το ίδιο ως άνω σκεπτικό. Επιπροσθέτως ο ενάγων άσκησε σε βάρος του εναγομένου την από
26/10/2007 και με Αριθμό κατάθεσης …/2006 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (τακτική διαδικασία), με αντικείμενο την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη συνεπεία της προσβολής της προσωπικότητάς του από τον εναγόμενο, δια της προβολής του ισχυρισμού περί πλαστογραφίας της υπογραφής του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 73/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (τακτική διαδικασία), η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο αφενός μεν να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 40.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, και αφετέρου να δημοσιεύσει περίληψη της απόφασης αυτής στην τοπική εφημερίδα «…». Κατά της Απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 30/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και εν συνεχεία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο αφενός μεν να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 40.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, και αφετέρου να δημοσιεύσει την απόφαση αυτή στην τοπική εφημερίδα «…». Παρά ταύτα ο εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου την από 10/6/2014 έγκληση του κατά του ενάγοντα, με το εξής περιεχόμενο: «Εγκαλώ ενώπιον Σας τον παραπάνω αναφερόμενο μηνυόμενο για τους κάτωθινομίμους και βασίμους λόγους :1. Χρήση πλαστού εγγράφου ( 216 παρ.2 ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 18 και 26 Π.Κ. 2.- Απάτη επί δικαστηρίω ( 386 ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 18 και 26 ΠΚ). Δυνάμει συμφωνίας μου με τον μηνυόμενο, καταρτίσθηκε στο Ηράκλειο την 13-12-1993 εντολή μεσιτείας με την οποία έδινα εντολή στον εγκαλούμενο να προχωρήσει στη πώληση του μεριδίου που διέθετα επί ενός κτίσματος στην αρχή της 25ης Αυγούστου. Η εντολή μου μάλιστα αυτή ήταν τρίμηνης διάρκειας χωρίς καθορισμό μεσιτικής αμοιβής και αγοραίας αξίας ακινήτου ή μεριδίου μου και η οποία αφορούσε την πώληση του ποσοστού μου και μόνο, επί του
ακινήτου….Την 5-6-2000 και έπειτα από παρέλευση επτά ετών από τη συναφθείσα μεταξύ ημών μεσιτική εντολή, ο μηνυόμενος … μεσίτης αστικών ακινήτων άσκησε εναντίον μου την από 5-6-2000 και με στοιχεία ΓΑ …2000 αγωγή, ισχυριζόμενος ότι στις 12-10-1993 υπέγραψα συμφωνητικό εντολής προς αυτόν για την πώληση ακινήτου μου ισχυούσης για αόριστο χρονικό διάστημα έναντι δήθεν αμοιβής 10.000.000 δραχμών. Τέτοια όμως εντολή δεν είχα δώσει στον μηνυόμενο στις 22-10-1993 ούτε ποτέ άλλοτε έδωσα ούτε είχα υπογράψει το έγγραφο αυτό, ούτε είχα δώσει σε άλλον τη σχετική προς τούτο εντολή γιατί βρισκόμουν τότε σε γαμήλιο ταξίδι. Αντιθέτως είχα υπογράψει άλλη εντολή ήτοι την με ημερομηνία 13-12-1993 εντολή μεσιτείας στην οποία σημείωνα ότι η εντολή ίσχυε μέχρι την 13-2-1994, ότι η μεσιτική αμοιβή θα υπολογιζόταν προς 2%, το ότι η αμοιβή αυτή θα υπολογιζόταν όχι επί του συνόλου της αξίας του ακινήτου αλλά εξ αδιαιρέτου μεριδίου μου ανερχομένου σε 33,33%….Επειδή ο εγκαλούμενος δολίως και με εν γνώσει του παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά με τη με χρονολογία 5/6/2000 και με στοιχεία ΓΑ …/2000 αγωγή του απευθυνομένη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συγκεκριμένα ότι αληθής χρονολογία σύναψης της μεταξύ ημών μεσιτικής εντολής ήταν η 12-10-1993 και όχι η 13-12-1993….και τούτο με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος και επί ζημία μου και περαιτέρω έκανε χρήση της πλαστογραφημένης με ημερομηνία 12-10-1993 δήθεν μεσιτικής εντολής, καίτοι του είχα επιστήσει την προσοχή προ της συζητήσεως της άνω αγωγής του για μεσιτική αμοιβή αγωγής του και συγκεκριμένα στους διαδρόμους του δικαστικού μεγάρου Ηρακλείου σημειώνοντας την ύπαρξη άλλης εντολής μου με διάφορο περιεχόμενο και μάλιστα προσήγαγε αυτή μετ’ επικλήσεως όχι μόνο στην αρχική συζήτηση αλλά και στη συνέχεια στις ανοιγείσες μεταξύ μας δικαστικές διαμάχες ως κατωτέρω εκθέτω. Η ως άνω με χρονολογία 12-10-1993 μεσιτική εντολή που δεν έχει υπογραφεί από μένα, προσήχθη μετ’ επικλήσεως και έγινε χρήση της από τον μηνυόμενο α) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου την 7-5-2007 και οδήγησε στην έκδοση της με αρ. 439/07 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, β) στο Πολιτικό Εφετείο Κρήτης την 18-7-07 και οδήγησε στην έκδοση της με αρ. 86/12 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, γ) την 4-3-2009 ενώπιον του Τριμελούς Ποινικού Εφετείου Κρήτης, όταν εκδικάσθηκε η κατ’εμού μήνυση του αντιδίκου μου για συκοφαντική δυσφήμηση για τον ισχυρισμό μου ότι η εντολή μου ήταν πλαστή, και στην οποία δίκη τελικώς αθωώθηκα δ)ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την 23-1-09 όταν συζητήθηκε η ασκηθείσα αγωγή του με ημερομηνία 20-1-06 και με στοιχεία …/2006 για χρηματική ικανοποίηση από την δήθεν προσβολή του ονόματος του ένεκα της άρνησης μου να αποδεχθώ ως αληθή την προσαχθείσα « εντολή μου» στο Μον. Πρωτοδ. Ηρακλείου και στα άλλα δικαστήρια κατά τις δίκες για την μεσιτική αμοιβή του και οδήγησε στην έκδοση της με αρ. 73/6014/818/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και όλα τα άνω δικαστήρια στηρίχθηκαν στην άνω πλαστή εντολή, της οποίας ενώπιον των έκανε χρήση όχι μόνο στα χρονικά σημεία που ήδη έχουν παραγραφεί αλλά καίτοι εγνώριζε ότι δεν είχε συνταχθεί ούτε υπογραφεί το έγγραφο αυτό έκανε χρήση του και στις επόμενες ημερομηνίες και συγκεκριμένα στο Εφετείο Κρήτης την 14-3-2011 όταν συζητήθηκε έφεση μου και έφεση του αντιδίκου για την ασκηθείσα πρωτοδίκως αγωγή του με ημερομηνία 5-6-2000 και με στοιχεία ΓΑ…2000….Με τη χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου και με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ο μηνυόμενος παραπλάνησε το δικαστήριο με σκοπό την πρόκληση περιουσιακής μου ζημίας επ’ ωφελεία του, πράγμα που και πέτυχε καθώς το Εφετείο Κρήτης εξέδωσε την με αρ. 86/12 απόφαση δεχθέν ότι η από 12-10-1993 σύμβαση εντολής είχε υπογραφεί από εμένα και με την οποία υποχρεώθηκα να καταβάλω στον μηνυόμενο το ποσό των 17.608 ευρώ ως μεσιτική αμοιβή. Επειδή το εν λόγω έγγραφο ( η υποτιθέμενη με χρονολογία 12-10-93 εντολή μεσιτείας για την πώληση ακινήτου μου ισχυούσης για αόριστο χρονικό διάστημα και έναντι δήθεν αμοιβής 10.000.000 δρχ.) και η φερομένη σε αυτό ως δική μου υπογραφή είναι πλαστές και καταρτίσθηκαν από τον ίδιο τον μηνυόμενο ή από άλλους με δική του υπόδειξη ή προτροπή και με την καθοδήγηση και τις εντολές αυτού και χρησιμοποιήθηκε από τον μηνυόμενο ενώπιον των άνω δικαστηρίων κατά τις ως άνω μη εισέτι παραγραφείσες ημερομηνίες εν γνώσει της πλαστότητας και με πρόθεση να προσπορίσει στον εαυτόν του περιουσιακό όφελος εις βάρος της δικής μου περιουσίας. …Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει…Τέλος η πράξη της πλαστογραφίας με χρήση συρρέουν αληθώς με την απάτη….επειδή οι ως άνω πράξεις του μηνυομένου προβλέπονται και τιμωρούνται από τον Π.Κ. και στοιχειοθετούν το αδίκημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου κατ’ άρθρο 216 πρ.2 ΠΚ καθώς επίσης και της απάτης επί δικαστηρίω κατ’άρθρο 386 πρ.1 Π.Κ….επειδή προσάγω και επικαλούμαι αντίγραφα των κάτωθι εγγράφων: 1)….19) Για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του μηνυομένου σε σχέση με την άνω πλαστή μεσιτική δήθεν εντολή μου επικαλούμαι και προσάγω την με χρ. 358/5855/137/2000 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Ηρακλείου εκδοθείσα επί αγωγής του με στοιχεία ΓΑ …/1999 κατά … κατοίκου Ηρακλείου στηριζομένης και αυτής σε δήθεν υπογραφείσα μεσιτική εντολή με ημερομηνία 4-4-1996, που προσήγαγε στο άνω Δικαστήριο και την οποία εντολή αυτή προσέβαλε ως πλαστή ο δήθεν εντολέας του και στην οποία απόφαση με αριθμό 358/2000 σημειούται σε σχέση με τη πλαστότητα της εντολής « τα ανταποδειχθέντα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν ανατρέπονται από την 4-4-96 προσκομιζομένη έγγραφη εντολή του εναγομένου προς τον ενάγοντα ιδίως επειδή ο εναγόμενος που αμφισβήτησε την εντολή, αμφισβήτησε και την γνησιότητα της υπογραφής του στην εντολή αυτή και ο ενάγων δεν απέδειξε με άλλα μέσα την εντολή». Την απόφαση αυτή προσάγω κατ ‘ενάσκηση νομίμου δικαιώματος μου και προτείνεται προς διασφάλιση (προστασία) δικαιώματος μου επί του ονόματος μου και της περιουσίας μου αλλά και ένεκα του  εδικαιολογημένου ενδιαφέροντος επί της τύχης της παρούσας μου χωρίς να έχω πρόθεση εξυβρίσεως….Προς απόδειξη των ισχυρισμών μου μάρτυρες προτείνω : 1) … δικηγόρο, 2) … κάτοικο Τυλίσσου, 3) … του … κάτοικο Ηρακλείου. Για τους λόγους αυτούς και με την ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μου Ζητώ την ποινική δίωξη και αυστηρή τιμωρία του εγκαλουμένου … μεσίτου κατοίκου Ηρακλείου για τις εις βάρος μου τελεσθείσες αξιόποινε πράξεις». Οι διαλαμβανόμενοι στην πιο πάνω έγκληση ισχυρισμοί του εναγόμενου για τον ενάγοντα, ότι δηλαδή έκανε κατ’ εξακολούθηση χρήση της από 12/10/1993 εντολής μεσιτείας σε όλα τα πιο πάνω Δικαστήρια, προκειμένου να του επιδικασθεί μεσιτική αμοιβή ποσού 10.000.000 δραχμών, η οποία ήταν πλαστή και καταρτίσθηκε από τον ενάγοντα, είτε από άλλο πρόσωπο με εντολή του, καθοδήγηση ή προτροπή του, γνωρίζοντας (ο ενάγων) ότι εναγόμενος ουδέποτε υπέγραψε την εντολή αυτή, διότι γνώριζε ότι η μόνη εντολή που υπέγραψε έχει ημερομηνία 13/12/1993, με ισχύ τρίμηνη διάρκειας δηλ. έως την 13/2/1994, αφορούσε μόνο το ποσοστό του 33,33% επί του ακινήτου και ότι η μεσιτική αμοιβή ορίστηκε σε ποσοστό 2% και με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε το Εφετείο Κρήτης και εξέδωσε την υπ’ Αριθμ. 86/2012 απόφασή του, συνιστούν γεγονότα, αφού αποτελούν συγκεκριμένη συμπεριφορά, υποπίπτουσα στις αισθήσεις, δεκτική απόδειξης, η οποία, ανακοινούμενη σε τρίτο, μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του ενάγοντα, και ήταν πρόσφορη, κατά την κοινή αντίληψη, να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, καθόσον αμφισβητείται η ηθική ακεραιότητά του ως επαγγελματίας μεσίτης και  κοινωνική του αξία, αφού παρουσιαζόταν ως μεσίτης, ο οποίος χρησιμοποιεί παράνομες μεθόδους για να αποσπάσει από εντολείς του αμοιβές που δεν δικαιούται. Των ως άνω, δε, επικαλούμενων γεγονότων έλαβαν γνώση οι εισαγγελείς, οι ανακριτικοί υπάλληλοι και οι
γραμματείς που επιλήφθηκαν της οικείας υπόθεσης, σύμφωνα με τα σχετικώς προαναφερόμενα στη νομική σκέψη. Μάλιστα με την έγκληση του επιμένει να αρνείται την κατάρτιση της σύμβασης μεσιτείας την 12/10/1993 για την υπόδειξη ευκαιρία πώλησης ολόκληρου του ως άνω ακινήτου έναντι επιδιωκόμενου τιμήματος 500.000.000 δραχμών και ότι ο ενάγων δικαιούται τη μεσιτική αμοιβή του που συμφωνήθηκε, ποσού 10.000.000 δραχμών, διότι το ως άνω προσύμφωνο καταρτίσθηκε κατόπιν υπόδειξής του, αν και όλα τα ανωτέρω έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου που δεσμεύει τους διαδίκους και δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα του ενάγοντα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί και υποχρεώνει το παρόν Εφετείο, ενώπιον του οποίου φέρεται ως προδικαστικό ζήτημα το δικαίωμα που κρίθηκε με την πιο άνω υπ’ αριθμ. 86/2012 τελεσίδικη απόφαση, να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, ακόμα και αν την απόφαση αυτή ο εναγόμενος θεωρεί άδικη ή εσφαλμένη αφού δεν έχει ανατραπεί κατόπιν αίτησης αναίρεσης ή αναψηλάφησης (ΑΠ 1337/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 386/2000 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ1174/1999 ΝΟΜΟΣ). Το δεδικασμένο αυτό καλύπτει κατ’ άρθρο 330 του ΚΠολΔ και τον ήδη προβαλλόμενο σε όλα τα Δικαστήρια ισχυρισμό περί της πλαστότητας του ως άνω εγγράφου που εξετάσθηκε στην ουσία του και απορρίφθηκε, ο οποίος συνιστά ένσταση. Εξακολουθεί δε να επιμένει ότι η από 12/10/1993 εντολή είναι πλαστή και να κατονομάζει ως φυσικό ή έστω ηθικό αυτουργό της πλαστογραφίας τον ενάγοντα, αν και ήδη τότε τελούσε εν γνώσει της αιτιολογίας
της υπ’ αριθμ. 86/2012 απόφασης του Εφετείου Κρήτης για την απόρριψη της ένστασης αυτής, η οποία ήταν όμοια με την αντίστοιχη αιτιολογία της υπ’ αριθμ. 439/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, τις οποίες το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του χαρακτήρισε σαφείς, χωρίς αντιφάσεις που οδήγησαν σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα. Σαφές αποδεικτικό πόρισμα ο Άρειος Πάγος έκρινε και τη δικανική κρίση του Εφετείου σχετικά με το από 13/12/1993 «έγγραφο εντολής μεσιτείας», που ο εναγόμενος προσκόμισε στο Εφετείο Κρήτης. Ο εναγόμενος με τις πρωτόδικες προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι δεν είχε πρόθεση να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντα, ούτε είχε σκοπό εξύβρισής του αλλά πρόθεσή του ήταν να καταφύγει στη δικαιοσύνη για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του και να προστατέψει την προσωπικότητά του, διότι η έγκλησή του στηρίχθηκε στην από 13/12/1993 έγγραφη εντολή, η οποία περιέχει τις υπογραφές των διαδίκων, ημερομηνία σύνταξης της συμφωνίας για το συγκεκριμένο ακίνητο, ποσοστό επί τοις εκατό για την αμοιβή και σφραγίδα και μονογραφή του ενάγοντα. Περαιτέρω εκφράζει την εδραία πεποίθησή του ότι οι ισχυρισμοί του περί της πλαστότητας της από 12/10/1993 προσκομιζόμενης και επικαλούμενης από τον ενάγοντα έγγραφης εντολής είναι αληθινοί και ότι εσφαλμένα το Εφετείο Κρήτης με την υπ’ αριθμ. 86/2012 απόφαση του έκρινε ότι η υπογραφή του σε αυτή είναι η γνήσια δική του, κρίση που είναι αντίθετη με το πόρισμα του διορισμένου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονα …. Ο ισχυρισμός αυτός, εκτιμώμενος ως αμφισβήτηση της ορθότητας της δικανικής κρίσης του Εφετείου σχετικά με την κατάρτιση της σύμβασης μεσιτείας μεταξύ τωνδιαδίκων την 12/10/1993 και τα προερχόμενα από αυτή δικαιώματα του ενάγοντα, απαράδεκτα προβάλλεται, διότι, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, καλύπτεται από το απορρέον από την απόφαση δεδικασμένο, που καλύπτει και την προβαλλόμενη και απορριφθείσα στην ουσία της ένσταση πλαστότητας της από 12/10/1993 εντολής. Εκτιμώμενος όμως ως ένσταση άρσης του άδικου διότι με την έγκλησή του απέβλεπε μόνο στην προάσπιση των συμφερόντων του και την άσκηση του νόμιμου δικαιώματός του να υπερασπιστεί το όνομά του ενώπιον της Δικαιοσύνης, ένσταση που επαναφέρει ενώπιον του Εφετείου αυτού με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε, ο εναγόμενος διέπραξε σε βάρος του ενάγοντα το αδίκημα της συκοφαντικής και όχι απλής δυσφήμησης, διότι αν και γνωρίζει ότι υπέγραψε την από 12/10/1993 εντολή μεσιτείας με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τις συμβατικές υποχρεώσεις του έναντι του ενάγοντα, εξακολουθεί, μετά από όλες τις
ανωτέρω εναντίον του δικαστικές αποφάσεις, να τη χαρακτηρίζει με την ένδικη έγκλησή του πλαστή και τον ενάγοντα πλαστογράφο αυτής και ότι ο τελευταίους είχε μετέλθει την ίδια πρακτική και στην περίπτωση άλλου πελάτη του, του …. Μάλιστα για να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του, ότι παρά τις ως άνω αποφάσεις έχει κάθε λόγο να θεωρεί πλαστή την από 12/10/1993 έγγραφη εντολή μεσιτείας και ότι ο ενάγων με τη χρήση της παραπλάνησε το Εφετείο Κρήτης αλλά και τα άλλα Δικαστήρια, επικαλείται την υπ’ αριθμ. 145/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, την υπ’ αριθμ. 421/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης και την υπ’ αριθμ. 1336/2017 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου και δευτερευόντος την υπ’ αριθμ. 358/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ισχυριζόμενος ότι από αυτές αποδεικνύεται η αλήθεια των ισχυρισμών του. Εντούτοις, από την επισκόπηση αυτών δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί του ότι καλόπιστα και χωρίς πρόθεση προσβολής του ενάγοντα πιστεύει και με την επίδικη έγκλησή του προέβαλε την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του, διοτι: Η υπ’ αριθμ. 1117/18.6.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης, με την οποία ο εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντα, αναιρέθηκε με την υπ’ Αριθμ. 145/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, όχι επειδή με αυτή το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου έκρινε ότι ο εναγόμενος έπρεπε να είχε αθωωθεί, διότι ο ισχυρισμός του περί πλαστότητας ήταν αληθινός, άλλα λόγω ελλιπούς αιτιολογίας της εφετειακής απόφασης, αφού το σκεπτικό της ήταν αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς παράθεσηάλλων αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Ακολούθως παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Η υπόθεση επανεισήχθη ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 421/4.3.2009 απόφασή του κήρυξε τον εναγόμενο κατά πλειοψηφία αθώο της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου είναι το ακόλουθο: “. . . δημιουργούνται αμφιβολίες στο Δικαστήριο περί του εάν ο κατηγορούμενος ετέλει εν γνώσει της αναληθείας του ισχυρισμού του περί της πλαστότητος της υπογραφής του στο επίδικο έγγραφο. Τούτο ενόψει του ότι όπως
αποδείχθηκε και ο ίδιος αποδεχόταν είχε υπογράψει και άλλες εντολές προς τον μηνυτή, ορισμένης χρονικής διάρκειας και μόνο για την επίδικη εντολή αρνείται την υπογραφή του. Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι ο πραγματογνώμων που ορίσθηκε
από το πολιτικό Δικαστήριο στα πλαίσια της πολιτικής μεταξύ τους δίκης, απεφάνθη ότι η υπογραφή στο επίδικο έγγραφο δεν είναι του κατηγορουμένου». Καθίσταται σαφές δηλ. ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, όχι ότι η από 12/10/1993 έγγραφη εντολή ήταν πλαστή, αλλά ότι δεν αποδείχθηκε πλήρως ότι ο ισχυρισμός του εναγόμενου (και εκεί κατηγορούμενου) της πλαστότητας ήταν εν γνώσει του ψευδής, εν όψει της υπογραφής και άλλων εγγράφων προς τον ενάγοντα (και εκεί μηνυτή), την υπογραφή των οποίων δεν αμφισβήτησε, αλλά και ενόψει της διενεργηθείσας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Αφού το Δικαστήριο έκρινε, εν αμφιβόλω, ότι δεν πληρείται η υποκειμενική υπόσταση της συκοφαντικής δυσφήμησης, εξετάζοντας αν στοιχειοθετείται η απλή δυσφήμηση έκρινε ότι «αποκλείεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ. διότι προέβη στον ισχυρισμό αυτό από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και στα πλαίσια της υπερασπιστικής του υποχρεώσεως στην πολιτική δίκη, ούτε περαιτέρω προκύπτει σκοπός εξύβρισης του εγκαλούντος και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώος». Όσον, δε, αφορά την άποψη της μειοψηφίας, διαφοροποιούμενη εν μέρει από την μοναδική έως τότε εκδοθείσα πολιτική απόφαση (την υπ’ Αριθμ. 439/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου), δέχθηκε ότι ο εγκαλών (ενάγων) έθεσε την υπογραφή του κατηγορουμένου (εναγόμενου) στην
επίδικη σύμβαση και συνέταξε το περιεχόμενό της κατόπιν εντολής του τελευταίου, ο οποίος ενέκρινε τόσο το περιεχόμενό της όσο και τη χάραξη κατά απομίμηση της υπογραφής του από τον ενάγοντα και παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι το σχετικό έγγραφο αυτό δεν ήταν πλαστό ισχυρίστηκε στις προτάσεις του ότι ο ενάγων κατάρτισε πλαστό έγγραφο για να αποφύγει να καταβάλει σε αυτόν ολόκληρη την αμοιβή του και έτσι τέλεσε την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Επομένως στην απόφαση αυτή ούτε από την πλειοψηφούσα ούτε από την μειοψηφούσα άποψη τεκμηριώνεται αποδοχή των ισχυρισμών του εναγόμενου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Περαιτέρω βάσει της ένδικης από 10/6/2014 έγκλησης ασκήθηκε σε βάρος του ενάγοντα ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε ενώπιον του Α΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου για να δικαστεί για τις πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ’ εξακολούθηση και απάτης στο Δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την υπ’ Αριθμ. 1336/16.9.2017 απόφασή του με την οποία κήρυξε τον ενάγοντα ένοχο των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων. Ωστόσο από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι, παρά το γεγονός ότι προσκομίστηκαν ενώπιον του όλες οι ως άνω αποφάσεις, το Δικαστήριο κατέληξε στη δικανική του κρίση με σκεπτικό που αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, δηλ. της κατηγορίας που αποδόθηκε στον ενάγοντα, χωρίς να παραθέτει εμπεριστατωμένη αιτιολογία που να αντικρούει όσα έως τότε είχαν δεχθεί ως αποδεδειγμένα όλα τα πολιτικά Δικαστήρια, ακόμα και ο Άρειος Πάγος, από τα οποία να αποδεικνύεται ότι πράγματι η από 12/10/1993 έγγραφη εντολή είναι πλαστή. Άλλωστε κατόπιν της υπ’ Αριθμ. …/19.6.2017 έφεσης του ενάγοντα το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης με την υπ’ Αριθμ. 302/2018 απόφασή του έκρινε τον ενάγοντα αθώο των πανω πράξεων. Τέλος, στην πιο πάνω έγκλησή του ο εναγόμενος επικαλείται μεταξύ άλλων και την υπ’ Αριθμ. 358/5855/137/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που εκδόθηκε επί της με Αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/1999 αγωγής του ενάγοντα κατά του …, κατοίκου Ηρακλείου, στην οποία ο ενάγων ισχυριζόμενος ότι με τον τελευταίο είχε καταρτίσει μεσιτική σύμβαση με βάση την από 4/4/1996 έγγραφη εντολή μεσιτείας, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει μεσιτική αμοιβή. Ο εναγόμενος εξέθεσε περαιτέρω ότι κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής ο … αμφισβήτησε την γνησιότητα της υπογραφής του στην εν λόγω εντολή και ότι την
απόφαση αυτή επικαλέστηκε και με τις πρωτόδικες προτάσεις του με προφανή σκοπό να καταδείξει ότι ο ενάγων και σε αυτή τη αντιδικία του προσκόμισε για να θεμελιώσει αξίωση αμοιβής πλαστογραφημένη έγγραφη εντολή, απομονώνοντας μάλιστα την ακόλουθη φράση της απόφασης: «Τα ανταποδειχθέντα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δεν ανατρέπονται από την 4/4/96 προσκομιζόμενη έγγραφη εντολή του εναγομένου προς τον ενάγοντα ιδίως επειδή o εναγόμενος που αμφισβήτησε την κατάρτιση της σύμβασης εντολής, αμφισβήτησε και την γνησιότητα της υπογραφής του στην εντολή αυτή και ο ενάγων δεν απέδειξε με άλλα μέσα την εντολή». Ωστόσο από την επισκόπηση της απόφασης αυτής προκύπτει ότι η πάνω αγωγή του ενάγοντα κατά του … απορρίφθηκε, όχι όμως διότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η επικαλούμενη έγγραφη εντολή ήταν πλαστή, αλλά διότι, όπως επί λέξει αναφέρεται στην απόφαση, «ο ενάγων
δεν δικαιούται αμοιβής διότι ούτε υπέδειξε στον ενάγοντα (ενν. στον εναγόμενο …) το ακίνητο ούτε από τις δικές του ενέργειες μεσολάβησης καταρτίσθηκε η παραπάνω σύμβαση αγοράς . . . και τέλος εξεταζόμενος (ο ενάγων), ισχυρίσθηκε ότι έλαβε για τις μεσολαβητικές του ενέργειες 100.000 δραχμές ως αμοιβή από την πωλήτρια, με σχετική απόδειξη, δεν προσκόμισε όμως της απόδειξη αυτή προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του». Ενόψει των ως άνω εκτιθέμενων, ο εναγόμενος, με τους περιεχόμενους στην ως άνω έγκληση ισχυρισμούς, δυσφήμησε τον ενάγοντα, στοιχειοθετουμένου του παρανόμου της συμπεριφοράς του, κατ’ άρθρο 363 ΠΚ, και, με πρόθεση προσβολής της τιμής και της υπόληψης αυτού, με την τελεσθείσα, διά του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, αδικοπραξία του, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος, αφού με τους οικείους ισχυρισμούς του επενέβη μειωτικά στη σφαίρα αυτού, και συγκεκριμένα στα αγαθά της τιμής και της υπόληψής του, και αμφισβήτησε την ηθική και κοινωνική του αξία, εμφανίζοντάς τον ως επαγγελματία που μετέρχεται παράνομες μεθόδους για την είσπραξη αμοιβής που δεν δικαιούται και εν γνώσει του παραπλάνα τα Δικαστήρια για την έκδοση ευνοϊκών αποφάσεων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που τα ίδια δέχθηκε ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών – εναγόμενος πλήττει την εκκαλουμένη, διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέθηκε ότι είχε πρόθεση μείωσης της προσωπικότητας του ενάγοντα, ενώ δεν είχε, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις υπ’ Αριθμ. 45/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου την υπ’ Αριθμ. απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και την υπ’ Αριθμ. 1336/2017 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική,
παρούσα και μέλλουσα, αν ήταν προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, επελθούσες και μέλλουσες, ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς ωστόσο να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας (ΑΠ 12/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 750/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 674/2013 ΝΟΜΟΣ). Η διάκριση μεταξύ προβλεπτών και απρόβλεπτων επιζήμιων συνεπειών αφορά μία και την αυτή αδικοπραξία. Αν όμως η αδικοπραξία επαναλαμβάνεται και κάθε επανάληψη επιφέρει νέα ζημία, είναι αυτονόητο ότι κάθε φορά γεννιέται νέα αξίωση για αποζημίωση που υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή (ΕφΑθ 6483/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2204/2021 QUALEX, Γεωργιάδης στον ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου άρθρο 937 Αριθμ. παρ. 21). Εν προκειμένω ο εναγόμενος με τις πρωτόδικες προτάσεις του προέβαλε την ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης του ενάγοντα, παραθέτοντας ότι τον ισχυρισμό της πλαστότητας της από 12/10/1993 έγγραφης εντολής μεσιτείας επικαλέστηκε πρώτη φορά με τις από 7/5/2007 προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και δεύτερη φορά με τις από 18/7/2007 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Κρήτης και συνεπώς  έκτοτε και ως την άσκηση της από 4/11/2014 ένδικης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των πέντε ετών από την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα και της δια αυτής φερόμενης τελεσθείσας αδικοπραξίας του, οι συνέπειες της οποίας επαναλαμβάνονται από την 7/5/2007 εξακολουθητικά. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, διότι η άδικη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, επαναλήφθηκε με την υποβολή της από 10/6/2014 έγκλησης, από το χρόνο υποβολής της οποίας γεννήθηκε νέα αξίωση του ενάγοντα για
αποζημίωση, η οποία υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, ο χρόνος της οποίας έως την άσκηση της αγωγής δεν παρήλθε. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την ένσταση αυτή έστω με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα δεν έσφαλε και ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος – εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασης αυτής είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 932 του ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου. Επίσης, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ακόμη, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου. Ωστόσο, στη σχετική κρίση του τελευταίου, επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η κρίση αυτή δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου
συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά στο δικαιούχο – παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (βλ. ΑΠ 1146/2019, ΑΠ 1008/2019, ΑΠ 574/2019, ΑΠ142/2019, ΑΠ 65/2019 άπασες εις ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω εξαιτίας της πιο πάνω αδικοπραξίας ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος εναγόμενου, το ψυχικό άλγος που ο ενάγων υπέστη, την κατ’ επανάληψη, αρχής γενομένης από τις με ημερομηνία 28/3/2001 έγγραφες προτάσεις του,ισχυρισμού του εναγόμενου περί της πλαστότητας της από 12/10/1993 έγγραφη εντολής
μεσιτείας, τον οποίο, αν και πολλάκις απορρίφθηκε από όλα τα ως άνω επιληφθέντα Δικαστήρια (πολιτικά και ποινικά), ο εναγόμενος με την έγκληση του εξακολουθεί να επικαλείται, υποδηλώνοντας έτσι και με την πρόφαση της προάσπισης των συμφερόντων και δικαιωμάτων του απευθυνόμενος στη Δικαιοσύνη, την πρόθεσή του για περαιτέρω προσβολή του ενάγοντα, τις συνθήκες υπό τις οποίες ο εναγόμενος τέλεσε την άδικη πράξη του καθώς και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, πρέπει να του επιδικαστεί το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο είναι δίκαιο και εύλογο σύμφωνα και με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ίδια έκρινε δεν έσφαλε και ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών – εναγόμενος παραπονείται ότι το επιδικασθέν πιο πανω ποσό είναι υπερβολικό είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον εκκαλούντα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου γι’ αυτό το βαθμό της δικαιοδοσίας σε βάρος του εκκαλούντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 511/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτή κατ’ ουσίαν.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για αυτό το βαθμό της δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου της έφεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στο Ηράκλειο χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την 24η Ιανουαρίου 2024.