Αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας λόγω πλάνης υπέρ ανηλίκων. Δικαίωμα του κληρονόμου να αποποιηθεί την επαγόμενη σε αυτό κληρονομία κατόπιν θανάτου προσώπου. Προθεσμία της ως άνω αποποίησης. Αφετηρία αυτής είναι η γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου αυτής όπως η εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή. Ακριβής χρόνος γνώσης της επαγωγής της κληρονομίας ανά περίπτωση. Συνέπειες αποποίησης κληρονομίας. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία αποποίησης για τα πρόσωπα που υπεισέρχονται στην κληρονομία εκ της δεδομένης αιτίας ξεκινά από τον χρόνο γνώσης της πρότερης αποποίησης. Η προθεσμία αποποίησης τρέχει και έναντι ανίκανων προς δικαιοπραξία όπως οι ανήλικοι. Επί άπρακτης παρόδου της προθεσμίας αποποίησης, τεκμαίρεται εκ του νόμου πλασματική αποδοχή αυτής. Όπως όλες οι δικαιοπραξίες, και η πλασματική αποδοχή κληρονομίας υπάγεται σε ακύρωση λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής. Έννοια ουσιώδους πλάνης. Ως τέτοια νοείται η άγνοια ως προς το νομικό πλαίσιο της αποποίησης ή πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας κατά τον ΑΚ. Περιπτώσεις αυτής. Παθητική νομιμοποίηση διαδίκων επί αγωγής ακύρωσης αποδοχής κληρονομιάς που μπορεί να στρέφεται και κατά δανειστή της κληρονομίας. Αν στρέφεται κατά του Δημοσίου υπό την ιδιότητα του δανειστή του κληρονομούμενου, κοινοποιείται νομίμως προς τον Υπουργό Οικονομικών ή τον Διοικητή της ΑΑΔΕ. Επί ανήλικων κληρονόμων η πλάνη ως προς την πλασματική αποδοχή κληρονομίας εξετάζεται στο πρόσωπο των νόμιμων αντιπροσώπων τους ήτοι των ασκούντων την γονική μέριμνα γονέων τους. Οι ανήλικοι κληρονομούν πάντα επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής. Αναγκαίες διατυπώσεις για την μη έκπτωση από το άνω δικαίωμα μετά την ενηλικίωση τους. Ερμηνεία διά του άρθρου 35 του Ν. 4786/2021 της διάταξης του άρθρου 1912 ΑΚ βάσει της οποίας ορίζεται πως ο ανήλικος κληρονόμος έχει πια δυνατότητα εντός έτους από την ενηλικίωση του να αποποιηθεί την επαχθείσα σε εκείνον κληρονομιά. Η άνω διάταξη είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική ισχύ. Δεν αναιρείται το δικαίωμα των γονέων να λάβουν σχετική άδεια και να αποποιηθούν για λογαριασμό του επαχθείσα προς εκείνο και κατάχρεη κληρονομιά. Ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή. Απορρίπτει έφεση κατά της 150/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Αριθμός απόφασης 83/2024
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Θεονύμφη Λυράκη, Πρόεδρο Εφετών, Ευσεβία Νεονάκη, Αγγελική Δέτση – Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη γραμματέα Αικατερίνη Λημνιωτάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2023, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την δικαστική πληρεξούσια του ΝΣΚ Αναστασία Σγουρόγλου.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………. ………. του ………. , κατοίκου ……………. Αττικής ( ………. αρ. ………. ), και 2) ………. ………. ) συζ. ………. …, το γένος………. ………. ………. , ………. ………. Αττικής (…. αρ. ………. ), ως ενασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους, ………. ………. ………. , οι οποίοι στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ΔΣ Ηρακλείου, Βασίλειο Σπανουδάκη, που παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ.
Οι ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου εναντίον του ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου την από 29-8-2019 και με αριθ. κατάθ. ………. ………. /………. /………. /2019 αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 150/2020 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που την έκανε δεκτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το ηττηθέν Ελληνικό Δημόσιο με την από 16-8-2022 και αρ. κατάθ. ………. /2022 έφεση, αντίγραφο του δικογράφου της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου τούτου με αρ. πρωτ. ………. /2022 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε νόμιμα στη σειρά της από το οικείο πινάκιο στην προαναφερόμενη δημόσια συνεδρίαση, η δικαστική πληρεξουσία του εκκαλούντος αναφέρθηκε στις γραπτές προτάσεις, που κατέθεσε, και ζήτησαν να γίνουν δεκτές, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσίβλητων, που παραστάθηκε με δήλωση, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις γραπτές προτάσεις που προκατέθεσε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση του ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ’ αρ. 150/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την τακτική διαδικασία, επί της με ημερομηνία 29-8-2019 (αρ. καταθ. ………. ………. /………. /………. /2019) αγωγής των ήδη εφεσίβλητων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 17-8-2022 και εντός διετίας από την δημοσίευση της εκκαλουμένης, που έλαβε χώρα στις 10-11-2020 (άρθρα 495 § 1,496,498, 511,513 § 1, 516 § 1, 517 και 518 § 2 του ΚΠολΔ), αρμοδίως δε εισάγεται προς εκδίκαση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 ΚΠολΔ) . Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς να απαιτείται η κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ χρηματικού παραβολου, ενόψει του ότι εκκαλούν τυγχάνει το Ελληνικό Δημόσιο, (άρθρο 28 § 4 του Ν. 2579/1988 σε συνδυασμό με το άpθρό 19 του ΚΔ της 26-6/10-7-1944 «Περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου») .
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856 και 1857 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο τον θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση η θέλησή του. Το δικαίωμα, όμως, αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς (άρθρο 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί κατά βούληση, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ’ αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται, εξαρχής, και θεωρείται σαν να μην έγινε. Η αποποίηση της κληρονομίας είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει – δεν δέχεται – την κληρονομία που έχει επαχθεί σ’ αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδ. β’ ΑΚ) . Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Στην επαγωγή, όμως, από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης (άρθρ. 1847 παρ. 1 εδ. β ΑΚ) . Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποίησης τεκμαίρεται αμαχήτως από το νόμο (άρθρο 1850 εδ. β’ ΑΚ) η αποδοχή της κληρονομίας. Η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μία νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου. Η κληρονομία επάγεται σ’ εκείνον που θα είχε κληθεί αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρο 1856 ΑΚ) . Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 §§ 1 και 2 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Δεν αποκλείεται όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 § 1 ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης, που δεν αναφέρεται στον λόγο της επαγωγής, ή που είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής. Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 § 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρα 140 επ. , 147 επ. , 150 επ. ΑΚ), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 δ§ 2-4 ΑΚ. Έτσι, εφόσον πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140,141 και 142 ΑΚ, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της θεωρήθηκε δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας, που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η, με τον τρόπο αυτό, συναγόμενη, κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή, δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της κατάστασης, που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης. Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί τη, μεταξύ βούλησης και δήλωσης, διάσταση, η οποία, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομιάς [ Ολ ΑΠ 858/1990 ] , υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται: α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομίας κατά τον ΑΚ που επέρχεται, αμέσως, μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και β) σε άγνοια μόνο της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης [ ΑΠ 842/2022, ΑΠ 827/2017, ΑΠ 572/2016, ΑΠ 1041/2015, ΝΟΜΟΣ ] . Εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς, λόγω της προαναφερθείσας πλάνης, η έναρξη της προθεσμίας αποποίησης προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής τελεσιδίκως, ώστε η, εν συνεχεία, αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της. Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας είναι δυνατόν να στραφεί και κατά του δανειστή της κληρονομίας [ ΑΠ 842/2022, ΑΠ 1041/2022, ΑΠ 827/2017, ΑΠ 951/2013, ΝΟΜΟΣ ] . Αποποίηση που γίνεται, ενώ έχει επέλθει πλασματική αποδοχή λόγω πλάνης, επιφέρει τις έννομες συνέπειές της, μόνο, στην περίπτωση ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής, καθώς πρόκειται για αποποίηση με νομική αίρεση (condicio juris), ήτοι προϋπόθεση που τίθεται από τον νόμο, καθώς η εκ των υστέρων ακύρωση ανατρέχει αναδρομικά στον χρόνο επαγωγής [ ΑΠ 1496/2023, ΑΠ 1497/2023, ΑΠ 217/2023, ΝΟΜΟΣ ] . Εξάλλου, σε περίπτωση επαγωγής κληρονομίας σε ανήλικο, που τελεί υπό γονική μέριμνα ή εποπτεία, η κατά νόμο τετράμηνη προθεσμία αποποίησης κληρονομίας τρέχει και σε βάρος του και τα γεγονότα της γνώσης της επαγωγής και του λόγου αυτής, αφότου αρχίζει η προθεσμία αποποίησης, ερευνώνται στο πρόσωπο του εκπροσώπου του ανηλίκου [ ΑΠ 1496/2023, ΑΠ 842/2022, ΑΠ 173/2014, ΑΠ 333/2004, ΝΟΜΟΣ ] . Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 1527 ΑΚ, «Η κληρονομία που επάγεται στο ανήλικο τέκνο θεωρείται ότι γίνεται αποδεκτή πάντοτε με το ευεργέτημα της απογραφής, και το τέκνο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 1912, δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα αυτό» , ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1912 ΑΚ, «Σε περίπτωση προσώπων ανίκανων ή με περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία, για τα οποία η αποδοχή της κληρονομίας γίνεται κατά το νόμο με το ευεργέτημα της απογραφής, έκπτωση από το ευεργέτημα, επειδή δεν συντάχθηκε απογραφή επέρχεται αν μέσα σε ένα χρόνο, αφότου τα πρόσωπα έγιναν απεριορίστως ικανά, δεν έκαναν την απογραφή». Ήδη σύμφωνα με το άρθρο 35 του ν. 4786/2021 (ΦΕΚ Α’ 43/23-3-2021), «κατά την αληθή έννοια του άρθρου 1912 του Αστικού Κώδικα, ο κληρονόμος που ενηλικιώνεται δικαιούται εντός της ετήσιας προθεσμίας του αρθρου 1912 ΑΚ να αποποιηθεί την κληρονομία». Η διάταξη αυτή είναι πράγματι ερμηνευτική της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 1912 ΑΚ, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, με το κείμενο του νόμου, και κυρίως, σύμφωνα με τα άρθρα 77 § 2 και 93 § 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι για το χρονικό σημείο της επαγωγής της κληρονομίας σε κληρονόμο, που είχε περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία (ανήλικος), υπήρχε ασάφεια για την έναρξη του χρονικού σημείου της προθεσμίας αποποίησης (πριν ή μετά την ενηλικίωση του ανήλικου κληρονόμου) και κατ’ επέκταση τις απορρέουσες, από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής, έννομες συνέπειες, δοθέντος ότι η διάταξη του άρθρου 1912 ΑΚ δεν ήταν σαφής και μπορούσε να γεννήσει αμφιβολίες, και δημιουργήθηκε διάσταση στη νομολογία των δικαστηρίων, αφού επί σειρά ετών ερμηνεύονταν διαφορετικά, ήτοι ότι σε περίπτωση μη σύνταξης απογραφής από τους έχοντες τη γονική μέριμνα ανηλίκου κληρονόμου, το σχετικό δικαίωμα περιέρχεται στον ενηλικιούμενο κληρονόμο, ο οποίος όφειλε, με την απειλή έκπτωσης από το ευεργέτημα, να συντάξει την απογραφή εντός έτους από την ενηλικίωσή του, εντός δε της αυτής ετήσιας προθεσμίας, μπορούσε να αποποιηθεί την κληρονομία, άλλως ότι η προθεσμία της αποποίησης ” έτρεχε” και κατά προσώπου, που είναι ανίκανο προς δικαιοπραξία, όπως ανηλίκου, του νόμου μη διακρίνοντος (άρθρα 1847, 1850 ΑΚ), οπότε οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτού, όφειλαν να προβούν στην εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομίας για λογαριασμό του ανηλίκου, τηρώντας τις διατυπώσεις του αρθρου 1625 του ΑΚ και, συνεπώς, η προαναφερθείσα διάταξη έχει αναδρομική ισχύ, ήτοι ισχύει από την έναρξη της ισχύος της αρχικής διάταξης που ερμηνεύεται (άρθρο 1912 ΑΚ) [ ΑΠ 1496/2023 ΝΟΜΟΣ ] . Η ανωτέρω πάντως ερμηνευτική διάταξη δεν συνεπάγεται και αποκλεισμό του δικαιώματος των γονέων, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου, στο οποίο έχει περιέλθει κληρονομία, να προβούν σε αποποίηση αυτής σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 1625 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1526 ΑΚ, ήτοι μετά από άδεια του δικαστηρίου, ενόψει μάλιστα και του ότι η διάταξη του άρθρου 1527 ΑΚ επιτρέπει στον τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον -άρα και στον δανειστή της κληρονομίας – να αξιώσει από τους γονείς τη σύνταξη απογραφής μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών από την επαγωγή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 126 § 1 εδ. δ’ ΚΠολΔ, η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, ενώ στη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26-6/10-7-1944) ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικός από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων η Οικονομικούς εφόρους η τελώνες η οποιοδήποτε άλλο κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παράλειψης της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Επιπρόσθετα, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 του ως άνω διατάγματος, «αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών» (ήδη Νομικό Συμβούλιο του Κράτους) . Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 περ. γ` και παρ. 3 περ. α` του ν. 3086/2002 ” Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους“. «Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ.: α) …. β) ….. γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων που επιδίδονται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε εγγράφου που αφορά σε υποθέσεις της αρμοδιοτητάς του (αρθρο 8 παρ. 1 περ. γ’) …. Ο Πρόεδρος με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει: α) Νομικό Σύμβουλο η Πάρεδρο, που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία, να υπογράφει τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφων, δικαστικών αποφάσεων και γενικά εγγράφων προς το Δημόσιο (άρθρο 8 παρ. 3 περ. α’) . Από τις ως άνω διατάξεις, που ως ειδικές κατισχύουν αντίθετων διατάξεων περί επίδοσης του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου γίνεται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν για να υπογράφει τα αποδεικτικά επίδοσης προς το Δημόσιο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, εξ αυτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού [ ΑΠ 1309/2015 ] . Εξάλλου, κατά το άρθρο 85 § 1 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου (μετέπειτα Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ.), κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών. Ήδη, με τις διατάξεις του αρθρου 1 του ν. 4389/2016 ορίζεται ότι, «1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσοδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η ” Αρχή “), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της… 4. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών…» , στο άρθρο 2 ορίζεται οτι, «1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της Υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε’ του αρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α’ 222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας… καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική η ειδική διάταξη. 2….» , στο άρθρο 17 ότι, «1. Η Αρχή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας της, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α’ 178, διορθ. σφαλμ. Α’ 25/24-2-2015) ` ` Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών“… 2….» , στο άρθρο 36 ότι, «1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις η παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν. Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατα περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 περίπτωση α’ , σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97) και 85 παρ. 1, εδάφιο πρώτο του ν.δ. 356/1974 (Α’ 90) . Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ..» , στο όρθρο 41 ότι, «1…. 2. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής: α) Οι οργανικές μονάδες Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές, που υπάγονται στη Γ.Γ.Δ.Ε. , όπως καθορίζονται στις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α΄ 178 και 25) και τα συλλογικά όργανα της Γ.Γ.Δ.Ε. μεταφέρονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και αποτελούν στο σύνολό τους υπηρεσίες και συλλογικά όργανα της Αρχής….» , στο δε άρθρο 43 ότι, «οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου [ άρθρα 1-43 ] ισχύουν από 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός και αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του». Έτσι, η Δ.Ο.Υ. ως περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Γ.Γ.Δ.Ε. (άρθρα 2 παρ. 2 περ. γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α’ 178) αποτελεί ήδη περιφερειακή υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, που παρατίθενται παραπάνω, από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. [ ΣτΕ 1215/2017 ] . Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, ειδικώς, η επίδοση της αγωγής με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπό του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης, και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης, εκ των υστέρων, δήλωσης αποποίησης της κληρονομιάς, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διάδικου – κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Δημοσίου από το πρόσωπο του διάδικου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα αν ο διάδικος έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαίτησης από την αρμόδια ΔΟΥ του Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (άρθρα 1 παρ. 1 και 4, 17 παρ. 1, 36 παρ. 1.41 παρ. 1, 43 του ν. 4389/2016, 85 του ν.δ. 356/1974, άρθρα 2 παρ. 2 περ. γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α΄ 178) [ ΑΠ 1497/2023, ΑΠ 1496/2023, ΕΔωδ 42/2024, ΕΑ 4445/2023, ΝΟΜΟΣ ] .
Οι ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι, με την ένδικη αγωγή τους, που απηύθυναν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, εξέθεταν ότι στις 28-6-2009 απεβίωσε στο Ηράκλειο, χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη, η ………. χήρα ……….. το γένος ………. ………. , προγιαγιά της εκπροσωπούμενης από τους ίδιους ανήλικης θυγατέρας τους. Ότι όλοι οι προηγούμενοι κατά τάξη πλησιέστεροι συγγενείς της άνω αποβιώσασας αποποιήθηκαν την κληρονομία, που τους επήχθη, με συνέπεια η ανήλικη θυγατέρα τους να καταστεί κληρονόμος της άνω αποβιώσασας, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, τις οποίες όμως οι ίδιοι αγνοούσαν. Ότι, έτσι, παρήλθε άπρακτη η προθεσμία αποποίησης για την ανήλικη θυγατέρα τους, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι αυτή αποδέχθηκε πλασματικά την κληρονομιά της άνω αποβιώσασας προγιαγιάς της. Ότι η πλάνη τους περί της αποποίησης για λογαριασμό της θυγατέρας τους και τις συνέπειες παραμέλησής της διήρκησε μέχρι τέλη Ιουνίου 2019, οπότε τους γνωστοποιήθηκε η αναφερόμενη στην αγωγή ατομική ειδοποίηση της ΔΟΥ ……….., δυνάμει της οποίας, με την ιδιότητά τους ως ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα τη ανήλικης θυγατέρας τους, φέρονταν ως οφειλέτες του Ελληνικού Δημοσίου για το ποσό των 607.134,97 ευρώ. Ότι λογω της έλλειψης νομικών γνώσεων τους δεν γνώριζαν ότι η κληρονομία της άνω αποβιώσασας, την οποία αποποιήθηκαν οι προηγούμενοι συγγενείς της, θα επαγόταν στην ανήλικη θυγατέρα τους. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενοι ότι η άνω πλάνη τους είναι ουσιώδης, ζήτησαν την ακύρωση της αποδοχής κληρονομίας, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρήθηκε ότι έγινε εκ μέρους της ανήλικης θυγατέρας τους λόγω παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης, καθώς και να καταδικαστεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική τους δαπάνη.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που την έκανε δεκτή ως κατ΄ ουσίαν βάσιμη και ακολούθως ακύρωσε την αποδοχή κληρονομίας, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρήθηκε ότι έγινε από την ενάγουσα ανήλικη. Κατά της παραπάνω απόφασης παραπονείται ήδη το εκκαλούν με την υπό κρίση έφεσή του για τους κάτωθι λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή.
Ειδικότερα, το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο λόγο της έφεσης του, κατά το πρώτο σκέλος του, ισχυρίζεται ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη ασκηθείσα για τον λόγο ότι δεν επιδόθηκε στον Διοικητή της ΑΑΔΕ με βάση τις διατάξεις του Ν. 4389/2016. Σύμφωνα, όμως με όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω μείζονα σκέψη, η επίδοση της παραπάνω αγωγής ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711,1846 1847,1848,1849,1850,1851, 1856,1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διάδικου – κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Δημοσίου από το πρόσωπο του διάδικου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα αν ο διάδικος έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαίτησης από την αρμόδια ΔΟΥ του Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. Πρόκειται, δηλαδή, εν προκειμένω για αγωγή κληρονομικού δικαίου, για την οποία αρκεί η επίδοση στον Υπουργό Οικονομικών, η οποία δεν αμφισβητείται, από το εκκαλούν ότι έλαβε χώρα. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος έφεσης κατά το άνω σκέλος του είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του ανωτέρω λόγου έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε ν΄ απορριφθεί ως παθητικά ανομιμοποίητη, αφού δεν, στρέφεται κατά της ΑΑΔΕ. Και κατά το σκέλος του, όμως, αυτό, ο ανωτέρω λόγος είναι νόμω αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, καθόσον η αγωγή ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας μπορεί να στρέφεται κατά του δανειστή της κληρονομίας, που εν προκειμένω είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως προώρως ασκηθείσα, διότι η ανήλικη δεν κατέστη οριστική κληρονόμος της επαχθείσας σ΄ αυτήν περιουσίας της θανούσας, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1912 ΑΚ, δικαιούται ν’ αποποιηθεί αυτήν μέσα σ΄ ένα χρόνο από την ενηλικίωσή της. Ο λόγος αυτός είναι, ομοίως, νόμω αβάσιμος και πρέπει ν΄ απορριφθεί διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, το δικαίωμα της ανήλικης ν΄ αποποιηθεί την επαχθείσα σ΄ αυτήν κληρονομία εντός έτους από της ενηλικιώσεώς της συντρέχει παράλληλα με το δικαίωμα των εκπροσωπούντων αυτήν γονέων της, όσο διαρκεί η ανηλικότητα της, ν αποποιηθούν για λογαριασμό της την κληρονομία με τις προϋποθέσεις του αρθρου 1625 ΑΚ.
Με βάση τα παραπάνω, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε την ένδικη αγωγή ως παραδεκτή και νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικείες νομικές διατάξεις και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με την έφεση είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης (της ουσιαστικής κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μη πληττόμενης με λόγο έφεσης), πρέπει ν΄ απορριφθεί η έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, θα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, που ηττάται στη δίκη (άρθρο 183, 176, 191 § 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα οριστούν μειωμένα, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 § 1 του Ν. 3693/1957 [όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/8-121992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/201-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν. 1738/1987 ] , κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την από 16-8-2022 (αρ. κατάθ. …../2022) έφεση κατά της υπ’ αρ. 150/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτή κατ’ ουσίαν.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, και αποφασίστηκε στο Ηράκλειο, στις 10 Σεπτεμβρίου 2023 και δημοσιεύθηκε στις 05 Νοεμβρίου 2024 με άλλη σύνθεση, αποτελούμενη από τους Δικαστές: Θεονύμφη Λυράκη, Πρόεδρο Εφετών, Αγγελική Δέτση – Ανδρονίκη Αθανασιάδη, Εφέτες, λόγω της προαγωγής και αναχωρήσεως της Εφέτη Ευσεβίας Νεονάκη, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.-
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΈΑΣ
