Η απιστία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και η κατάχρηση πλειοψηφίας στην ανώνυμη εταιρεία

1. Εισαγωγή

Η ανώνυμη εταιρεία, ως βασική μορφή κεφαλαιουχικής εταιρείας, στηρίζεται στην εταιρική βούληση όπως αυτή εκφράζεται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων και εκτελείται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Η εύρυθμη λειτουργία των οργάνων αυτών αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διασφάλιση της νομιμότητας, της λογοδοσίας και της προστασίας του εταιρικού συμφέροντος. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις η συγκέντρωση εξουσιών είτε στο ΔΣ είτε στην πλειοψηφία των μετόχων οδηγεί σε καταχρηστικές ή και παράνομες πρακτικές. Στο πλαίσιο αυτό, το παρόν άρθρο εστιάζει σε δύο παθογένειες της εταιρικής διακυβέρνησης: την απιστία μέλους ΔΣ και την κατάχρηση πλειοψηφίας.


2. Η έννοια της απιστίας κατά το άρθρο 390 ΠΚ
Το άρθρο 390 ΠΚ τυποποιεί το αδίκημα της απιστίας ως εγκληματική συμπεριφορά εκείνου που διαχειρίζεται ξένη περιουσία και, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζημιώνει τον κύριο αυτής.[1] Τα μέλη του ΔΣ, ως φορείς διοικητικής εξουσίας επί της εταιρικής περιουσίας, πληρούν την προϋπόθεση αυτή, καθώς διαχειρίζονται περιουσία ξένη, ήτοι της εταιρείας.
Η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει την ευθύνη των μελών ΔΣ για πράξεις ή παραλείψεις που ζημιώνουν την εταιρεία. Ειδικότερα, στην ΑΠ 1497/2019 κρίθηκε ότι η σύναψη σύμβασης με δυσμενείς όρους για την εταιρεία, προς όφελος τρίτου, στοιχειοθετεί απιστία κατά το άρθρο 390 ΠΚ.[2]
Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος απαιτεί (α) διαχειριστική σχέση, (β) παράβαση καθηκόντων, (γ) πρόκληση ζημίας και (δ) δόλο. Η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του μέλους ΔΣ γίνεται με βάση την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία, λαμβάνοντας υπόψη τη διαθέσιμη πληροφόρηση και τις επιχειρηματικές συνθήκες κατά τον χρόνο της απόφασης (κριτήριο “business judgment”).


3. Η κατάχρηση πλειοψηφίας
Η εταιρική πλειοψηφία, ως έκφραση της αρχής της δημοκρατικής λήψης αποφάσεων, δεν είναι απεριόριστη. Η καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας προβλέπεται ήδη από το άρθρο 281 ΑΚ και εξειδικεύεται στο άρθρο 110 Ν. 4548/2018, που καθιερώνει την ακυρότητα αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης όταν αυτές αντίκεινται στον νόμο ή καταχρηστικά θίγουν τη μειοψηφία.
Κατά τη νομολογία, κατάχρηση πλειοψηφίας υφίσταται όταν η απόφαση (α) δεν εξυπηρετεί το εταιρικό συμφέρον, (β) ωφελεί αθέμιτα την πλειοψηφία ή συνδεδεμένα πρόσωπα και (γ) ζημιώνει τη μειοψηφία ή την ίδια την εταιρεία (βλ. ΕφΑθ 5426/2017, ΑΠ 1243/2013[3]). Η κλασική θεωρητική βάση είναι η αρχή της εταιρικής ισότητας και της προστασίας της μειοψηφίας έναντι της αυθαιρεσίας της πλειοψηφίας.


4. Η ελεγκτική διαδικασία ως μέσο διαφάνειας
Το άρθρο 142 του Ν. 4548/2018 παρέχει τη δυνατότητα στους μετόχους μειοψηφίας να ζητήσουν τον δικαστικό έλεγχο της διαχείρισης.[4] Ο έλεγχος αυτός μπορεί να διαταχθεί (α) αν υπάρχει παραβίαση του νόμου ή του καταστατικού (παρ. 1) ή (β) σε περίπτωση συνολικής εικόνας κακοδιοίκησης (παρ. 2).
Ο θεσμός της ελεγκτικής διαδικασίας λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στην πληροφοριακή και διοικητική ανισότητα μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας και έχει ισχυρό αποδεικτικό βάρος, ενισχύοντας τυχόν επόμενες αστικές ή ποινικές διεκδικήσεις.


5. Θεωρητική σύνδεση και συγκριτική επισκόπηση
Η απιστία και η κατάχρηση πλειοψηφίας αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας προβληματικής: την καταχρηστική άσκηση εταιρικής εξουσίας. Στο μεν πρώτο επίπεδο, η εξουσία του ΔΣ ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον της εταιρείας. Στο δεύτερο, η πλειοψηφία επιβάλλει αποφάσεις που θίγουν τη μειοψηφία. Και στις δύο περιπτώσεις, παραβιάζεται η αρχή της χρηστής και συνετής διαχείρισης.
Στη συγκριτική θεωρία, παρατηρείται σταθερή ενίσχυση των θεσμών διαφάνειας και λογοδοσίας, με τα ανεξάρτητα μέλη ΔΣ, τις επιτροπές ελέγχου και τις υποχρεώσεις γνωστοποίησης να λειτουργούν προληπτικά έναντι τέτοιων καταχρήσεων.


6. Συμπεράσματα
Η απιστία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και η κατάχρηση πλειοψηφίας υπονομεύουν την εταιρική λειτουργία, την εμπιστοσύνη των μετόχων και την οικονομική σταθερότητα. Η ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου, η ενεργοποίηση της μειοψηφίας και η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 390 ΠΚ και 110-142 Ν. 4548/2018[5] αποτελούν τα αναγκαία αντίβαρα στην καταχρηστική άσκηση εταιρικής ισχύος.

[1] Βλ. άρθρο 390 Ποινικού Κώδικα: “Όποιος, με πρόθεση, ζημιώνει ξένη περιουσία την οποία διαχειρίζεται, παραβιάζοντας τα καθήκοντά του, τιμωρείται…”.
[2] ΑΠ 1497/2019: Η απόφαση έκρινε ότι η ζημιογόνος για την εταιρεία σύναψη σύμβασης από μέλος ΔΣ με προνομιακούς όρους υπέρ τρίτου συνιστά απιστία.
[3] ΕφΑθ 5426/2017: Αναγνώρισε κατάχρηση πλειοψηφίας σε περίπτωση πώλησης στοιχείων ενεργητικού κάτω της αξίας τους. Βλ. και ΑΠ 1243/2013 για άρνηση αύξησης ΜΚ χωρίς εύλογη αιτιολόγηση.
[4] Βλ. άρθρο 142 Ν. 4548/2018 και ενδεικτικά ΜΠρΑθ 2205/2020 για διορισμό ελεγκτή λόγω ενδείξεων κακοδιοίκησης.
[5] Ενδεικτικά: Μαρίνος Δ., “Το Δίκαιο των Ανωνύμων Εταιρειών”, Σάκκουλας, 2020· Τραυλός Τ., “Καταχρηστική Άσκηση Δικαιώματος και Πλειοψηφία”, ΝοΒ 2018· Μπέης, “Ερμηνεία ΠΚ”, τόμος ΙΙ.