Το δικαίωμα στη λήθη

Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις προκάλεσαν την ανεξέλεγκτη διάδοση και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η κατάσταση αυτή ανέδειξε την ανάγκη θέσπισης ενός πιο ενισχυμένου πλέγματος κανόνων. Η εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού για τα Προσωπικά Δεδομένα (ΓΚΠΔ) έχει στόχο τη διασφάλιση ενός συνεκτικού μεταξύ των κρατών-μελών επιπέδου προστασίας των φυσικών προσώπων και παράλληλα την ελεύθερη κυκλοφορία των προσωπικών δεδομένων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του, ο ΓΚΠΔ ενισχύει, επικαιροποιεί αλλά και εισάγει μια σειρά ψηφιακών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων είναι και το δικαίωμα στη λήθη (“right to be forgotten”) ή δικαίωμα διαγραφής (“right to erasure”) των προσωπικών δεδομένων.

 

Δικαίωμα στη λήθη “right to be forgotten”

Το δικαίωμα διαγραφής («δικαίωμα στη λήθη») είναι το δικαίωμα να ζητά το υποκείμενο των δεδομένων από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τη διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, εφόσον δεν επιθυμεί πια αυτά τα δεδομένα να αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας και εφόσον δεν υφίσταται νόμιμος λόγος να τα κατέχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας (άρθρο 17 ΓΚΠΔ). Το εν λόγω δικαίωμα, απόρροια της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου καθώς και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, δεν συνιστά επακριβώς καινοτομία του ΓΚΠΔ δεδομένου ότι προβλεπόταν ήδη στο αρ. 12 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ.

Με το δικαίωμα αυτό παρέχεται η δυνατότητα στο υποκείμενο των δεδομένων να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του επί της οποίας βασίζεται η επεξεργασία, οπότε τα δεδομένα πρέπει να διαγραφούν εφόσον δεν υπάρχει άλλη νομική βάση για την επεξεργασία. Επίσης, εάν τα δεδομένα δεν είναι πλέον απαραίτητα σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν ή υποβάλλονται κατ’ άλλον τρόπο ή παράνομα σε επεξεργασία ή εάν το υποκείμενο των δεδομένων αντιτάσσεται στην επεξεργασία και δεν υφίστανται επιτακτικοί και νόμιμοι λόγοι για την επεξεργασία, μπορεί το υποκείμενο των δεδομένων να ζητήσει τη διαγραφή τους.

 

Περιορισμοί του δικαιώματος

Το δικαίωμα στη λήθη όπως όλα τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων είναι δυνατό να υπόκειται σε νόμιμους περιορισμούς μέσω νομοθετικών μέτρων, εφόσον α) δεν παραβιάζεται ο πυρήνας του δικαιώματος και αφορά σε αναγκαία και αναλογικά μέτρα που οφείλει να λαμβάνει μια δημοκρατική κοινωνία, β) εξυπηρετείται κάποιος από τους σκοπούς που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 23 παρ. 1 (όπως ασφάλεια του κράτους, εθνική άμυνα, δημόσια ασφάλεια, σκοποί πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, εκτέλεση αστικών αξιώσεων κ.α.) και γ) καλύπτονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 23 παρ. 2 αναφορικά με το ελάχιστο περιεχόμενό τους.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επιφυλάσσεται να κρίνει, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, αν οι εφαρμοζόμενοι σε κάθε περίπτωση, με βάση τις διατάξεις αυτές του νόμου, περιορισμοί είναι σύμφωνοι με τον ΓΚΠ∆ και με τις επιταγές που απορρέουν από τον ΧΘ∆ΕΕ και την ΕΣ∆Α.

 

Υπόθεση GOOGLE SPAIN: Απόφαση σταθμός για το δικαίωμα διαγραφής αποτελεί η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 13 Μαΐου 2014, στην υπόθεση C-131/12. Το κύριο υπό εξέταση ζήτημα στην υπόθεση Google Spain αφορούσε στο κατά πόσον οι σχετικές διατάξεις της Οδηγίας 95/46/ΕΟΚ θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως νομική βάση για τις αξιώσεις της αφαίρεσης προσωπικών δεδομένων από τη λίστα των αποτελεσμάτων που εμφανίζεται μετά από αναζήτηση που πραγματοποιείται στο διαδίκτυο, με βάση το όνομα ενός ατόμου. Στην υπόθεση αυτή  ένας Ισπανός διαμαρτυρήθηκε επειδή δεδομένα πλειστηριασμoύ οικίας του για χρέη παρέμεναν δημοσιευμένα για πολλά χρόνια στον ιστότοπο εφημερίδας και εμφανίζονταν στις αναζητήσεις στην Google με το όνομά του. Ζήτησε επομένως τη διαγραφή των στοιχείων. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι η Google καθορίζει τον σκοπό και τα μέσα της επεξεργασίας και ότι ως προς αυτήν, ο σκοπός της συλλογής και επεξεργασίας για τον συγκεκριμένο Ισπανό είχαν ολοκληρωθεί. Επομένως, η Google διατάχθηκε να διαγράψει.