Το εμπορικό σήμα αποτελεί βασικό περιουσιακό στοιχείο μιας επιχείρησης και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για την πορεία και την ανάπτυξή της. Συνιστά ισχυρό όπλο για την καθιέρωσή της στο κοινό στο οποίο απευθύνεται, τη διαφήμισή της, αλλά και την αντιμετώπιση του ανταγωνισμού. Στις 20 Μαρτίου 2020, δημοσιεύθηκε ο νέος Νόμος 4679/2020 για τα Εμπορικά Σήματα, με τον οποίο ενσωματώνεται στην εθνική νομοθεσία η Οδηγία (ΕΕ) 2015/2436 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών – μελών περί σημάτων και η Οδηγία 2004/48/ΕΚ σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.
Η έννοια του σήματος
Ως εμπορικό σήμα νοείται το σημείο εκείνο, το οποίο συμβάλλει στη διάκριση μιας επιχείρησης από μία άλλη, αλλά και στη διάκριση των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών της από τα αντίστοιχα μιας άλλης επιχείρησης. Σημαντική ρύθμιση του νέου Ν. 4679/2020 αποτελεί το γεγονός ότι η επιδεκτικότητα γραφικής παράστασης, ως εννοιολογικό στοιχείο του σήματος, αντικαθίσταται από την δυνατότητα αναπαράστασης στο μητρώο σημάτων κατά τρόπο που να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές και στο κοινό να προσδιορίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια το αντικείμενο της παρεχόμενης προστασίας στον δικαιούχο τους.
Κατοχύρωση σήματος
Το δικαίωμα μιας επιχείρησης στο εμπορικό σήμα δεν αποκτάται με την απλή χρήση του κατά τις συναλλαγές της. Η επιτυχής κατοχύρωση του σήματος, που λαμβάνει χώρα με την κατά νόμo απαιτούμενη διαδικασία, είναι εκείνη που εξασφαλίζει σε μια επιχείρηση το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του και προσδίδει στα προϊόντα-υπηρεσίες της μοναδικότητα και διακριτική δύναμη. Συγχρόνως, διασφαλίζει την προστασία του σήματός της έναντι οποιασδήποτε χρήσης του που γίνεται με τρόπο παράνομο, με σκοπό αντιποίησης.
Προστασία του Δικαιούχου σε περίπτωση προσβολής
O δικαιούχος του σήματος δύναται να εναντιωθεί στην καταχώρηση σήματος που προσομοιάζει με το δικό του και να ζητήσει τη διαγραφή του. Δίνεται επίσης η δυνατότητα να στραφεί κατά παντός τρίτου που χωρίς την συναίνεσή του, χρησιμοποιεί εξουσίες που απορρέουν από το ήδη κατοχυρωμένο σήμα του. Συγκεκριμένα, ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος μπορεί να ασκήσει ανακοπή και δεν μπορεί να γίνει δεκτό για καταχώριση σημείο ή αν έχει καταχωριστεί ακυρώνεται μετά την άσκηση αίτησης ακυρότητας ή μετά την άσκηση ανταγωγής ακυρότητας στο πλαίσιο αγωγής προσβολής σήματος:
- αν ταυτίζεται με προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα για τα οποία ή οι υπηρεσίες για τις οποίες το σήμα ζητείται ή έχει καταχωριστεί ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα,
- αν λόγω του ταυτόσημου ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτόσημου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που τα δύο σήματα προσδιορίζουν, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισής του με το προγενέστερο σήμα,
- αν ταυτίζεται ή είναι παρόμοιο με προγενέστερο σήμα, ανεξαρτήτως του αν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τις οποίες κατατέθηκε ή καταχωρίστηκε ταυτίζονται ή είναι παρόμοια. Αν δεν είναι παρόμοια με εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον το προγενέστερο σήμα έχει φήμη στην Ελλάδα ή στην Ένωση και η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος, χωρίς εύλογη αιτία θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.
Διάρκεια προστασίας
Η χρονική διάρκεια της προστασίας είναι δεκαετής, με δυνατότητα παράτασης συνεχώς για μια δεκαετία κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου και καταβολής του τέλους υπέρ του Δημοσίου. Η προστασία του σήματος εκκινεί από την καταχώρησή του, ανεξάρτητα από το εάν έχει ήδη αρχίσει η χρήση του. Ο χρόνος κατάθεσης είναι ιδιαίτερα σημαντικός και για την οριοθέτηση του χρόνου προτεραιότητας σε περίπτωση σύγκρουσής του με δικαιώματα τρίτων.
Ειρήνη Κ. Κατσαράκη, Δικηγόρος, LLM

