Η επικύρωση ανώμαλων δικαιοπραξιών αποτελεί κυρίαρχο θεσμό του εποικιστικού δικαίου, καθώς οι εν λόγω δικαιοπραξίες βρήκαν ευρύτατο πεδίο ανάπτυξης στα πλαίσια του ήδη κατηργημένου ΑγρΚ, λόγω των ποικίλων απαγορεύσεων που τάσσονταν από τα οικεία νομοθετήματα στις μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες που είχαν ως αντικείμενο εποικιστικά ακίνητα. Η θεσμοθέτηση της διαδικασίας επικύρωσης ανώμαλων δικαιοπραξιών κατέστη επιτακτική λόγω του πλήθους των μεταβιβάσεων που έγιναν κατά παράβαση των περιορισμών της εποικιστικής νομοθεσίας και ανάγκασε την Πολιτεία να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αναγνώρισής τους. Το πλήθος των δικαιοπραξιών αυτών διαφαίνεται και από το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα, το ζήτημα της αντιμετώπισης σχετικών περιπτώσεων, παραμένει επίκαιρο.
Η έννοια του κλήρου: Ο όρος «κλήρος» στο πεδίο του εποικιστικού δικαίου διαφοροποιείται από την λοιπή έγγειο ιδιοκτησία και αφορά στα αγροτικά ακίνητα που παραχωρούνται προς αποκατάσταση των ακτημόνων καλλιεργητών. Ως ακτήμονας καλλιεργητής δε, νοείται το φυσικό πρόσωπο που καλλιεργεί γη και το οποίο είτε δεν έχει γεωργική ιδιοκτησία, είτε έχει γεωργική ιδιοκτησία που κρίνεται ανεπαρκής, είτε έχει στερηθεί τη γεωργική του ιδιοκτησία λόγω αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο βασικός στόχος του εποικιστικού δικαίου ήταν διττός: αφενός η περιέλευση της κυριότητας του κλήρου στον ακτήμονα καλλιεργητή και αφετέρου η διατήρηση του κλήρου ακέραιου στην κυριότητα του κληρούχου και της οικογενείας του. Η διαδικασία της αποκατάστασης του ακτήμονα καλλιεργητή περνάει από διάφορα στάδια και ολοκληρώνεται με την έκδοση οριστικού παραχωρητηρίου, το οποίο έπρεπε να μεταγραφεί επιμελεία του αποκατασταθέντος.
Εποικιστικό δίκαιο και απαγορεύσεις – ratio των διατάξεων:
Οι νομοθετικοί περιορισμοί στην εξουσία διαθέσεως του κλήρου, καθώς και οι λοιπές προστατευτικές διατάξεις που τέθηκαν από την εποικιστική νομοθεσία προς όφελος του κληρούχου και της οικογένειάς του, ήταν απόλυτα συνεπείς προς τις κοινωνικοοικονομικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας της περιόδου εκείνης.
Με το πέρασμα του χρόνου, λόγω της μεταβολής των κοινωνικών συνθηκών και αναγκών, η πλειοψηφία των κληρούχων προχώρησε σε μεγάλο αριθμό δικαιοπραξιών κατά παράβαση των ειδικών ρυθμίσεων της εποικιστικής νομοθεσίας, δικαιοπραξίες, οι οποίες ως αντιβαίνουσες σε απαγορευτική διάταξη νόμου ήταν απόλυτα άκυρες (άρθρο 174 ΑΚ). Αυτή η πάγια πρακτική εκ μέρους των αποκατασταθέντων ανάγκασε τελικά την Πολιτεία να αναγνωρίσει υπό προϋποθέσεις τις συντελεσθείσες μεταβιβάσεις, προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που αυτές δημιούργησαν, έχοντας βασικό στόχο την ταχεία και ολιγοδάπανη τακτοποίηση της αγροτικής ιδιοκτησίας.
Η έννοια της ανώμαλης δικαιοπραξίας: Με τον όρο ανώμαλη δικαιοπραξία νοείται η δικαιοπραξία, με την οποία μεταβιβάζονται, με δημόσιο ή με ιδιωτικό έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, γεωργικοί κλήροι, οικόπεδα ή οικήματα, κατά παράβαση των διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας, που διέπουν τους περιορισμούς των μεταβιβάσεων κλήρων με πράξεις εν ζωή. Συνηθέστερη περίπτωση ανώμαλης δικαιοπραξίας της οποίας ζητείται η επικύρωση είναι αυτή με την οποία επέρχεται κατάτμηση ακέραιου τεμαχίου οριστικής διανομής.
Επικύρωση ανωμάλου δικαιοπραξίας: Την απόλυτη αυτή ακυρότητα των μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών του κληρούχου με τρίτους, αμβλύνουν οι διατάξεις του άρθρου 15 ν.δ. 3958/1959 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οριστικών παραχωρητηρίων κλήρων διατάξεων της εποικιστικής νομοθεσίας», με τις οποίες ιδρύθηκε ο θεσμός της «επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας». Με τη διάταξη αυτή καθορίσθηκαν οι ειδικότερες προϋποθέσεις επικύρωσης των άκυρων μεταβιβάσεων που είχαν συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (02.07.1959), προθεσμία που παρατάθηκε έως τις μέρες μας με τη θέσπιση διαδοχικών διατάξεων. Η τελευταία παράταση έγινε με το άρθρο 19 του Ν. 5142/2024 και λήγει την 31-12-2027.
Ειδικότερα με τις διατάξεις του αρ. 15 νδ 3958/59 θεσπίστηκε ότι μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων που έγιναν κατά παράβαση των άρθρων 208 επ. του Αγροτικού Κώδικα, και, συνεπώς, είναι άκυρες, επικυρώνονται αυτοδικαίως από τότε που έγιναν, αν έχουν καταρτισθεί με δημόσιο έγγραφο, και ότι μετά την επικύρωση τους δεν απαγορεύεται ούτε από τις διατάξεις αυτές, ούτε από άλλη διάταξη η περαιτέρω μεταβίβαση τους. Επίσης σε περίπτωση που είχε λάβει χώρα μεταβίβαση δι’ ιδιωτικού εγγράφου επικυρώνονται κατόπιν αποφάσεως ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου της περιφέρειας του ακινήτου, αποφαινόμενου επί της μεταβιβάσεως. Η εκδιδόμενη απόφαση, μετά την τελεσιδικία της, αποτελεί τίτλο κυριότητας δεκτικό μεταγραφής.
Ρητέον ότι από την ισχύ του ΑΝ 431/1968 ο κληρούχος παύει να λογίζεται κατά πλάσμα νομέας του κλήρου και αν δεν τον κατέχει πραγματικά και είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κτήση της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, που μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για καθεμία εξ αυτών χρόνος από την ισχύ του ως άνω αναγκαστικού νόμου. Ο ΑΝ 431/1968 καταργήθηκε με το αρ. 37 εδ. ιβ του ν. 4061/2012. Να σημειωθεί πάντως ότι με το ίδιο άρθρο 37 του Ν. 4061/2012 καταργήθηκαν οι απαγορεύσεις περί κατάτμησης κληροτεμαχίων και συνεπώς από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (22-3-2012) επιτρέπεται ελεύθερα η κατάτμηση των κληροτεμαχίων με συμβόλαιο.
Κοινοποίηση αίτησης επικύρωσης ανωμάλου δικαιοπραξίας: Μετά την κοινοποίηση της αίτησης επικύρωσης ο ανωμάλως μεταβιβάσας κληρούχος στερείται την εξουσία διάθεσης του ακινήτου. Στην πράξη συναντώνται περιπτώσεις που ο κληρούχος, ενώ είχε προχωρήσει παράνομα στην κατάτμηση και μεταβίβαση διαιρετού τμήματος κληροτεμαχίου με ιδιωτικό έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, στη συνέχεια μεταβίβασε νομότυπα (λόγω πώλησης, δωρεάς, γονικής παροχής, ανταλλαγής) το ίδιο κληροτεμάχιο ακέραιο σε έτερο πρόσωπο. Κατά πάγια θέση της νομολογίας, στην περίπτωση που ο κληρούχος προέβη σε μεταβίβαση προς τρίτο πρόσωπο, μετά την κοινοποίηση προς αυτόν της αίτησης επικύρωσης από πρόσωπο προς το οποίο προηγήθηκε άλλη ανώμαλη μεταβίβαση, η πιο πρόσφατη από αυτές στερείται ισχύος και δεν επιφέρει κανένα έννομο αποτέλεσμα, τόσο γι’ αυτόν που αιτείται την επικύρωση όσο και για τον τρίτο, ακόμη και αν ο τελευταίος τελεί σε καλή πίστη και αγνοεί την σχετική αίτηση που προηγήθηκε. Αντίθετα, αν ο κληρούχος προέβη σε μεταβίβαση πριν από την ως άνω κοινοποίηση, τότε αυτή είναι καθόλα ισχυρή, χωρίς να επηρεάζεται από την επικύρωση που τυχόν θα επακολουθήσει.
Συνέπειες της κυρωτικής απόφασης:
Με την επικύρωση ανώμαλης δικαιοπραξίας θεραπεύονται συγκεκριμένες μόνο ακυρότητες, ήτοι αυτές που πλήττουν το κύρος της δικαιοπραξίας και απορρέουν αποκλειστικά από τις απαγορεύσεις της αγροτικής νομοθεσίας σχετικά με τις εν ζωή μεταβιβάσεις κλήρων. Η επικύρωση έχει πάντα αναδρομική ισχύ, ανατρέχοντας στο χρόνο κατάρτισης της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, με τη θεραπεία να επέρχεται είτε απευθείας από το νόμο είτε κατόπιν τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, παρά το γεγονός ότι ο λόγος ακυρότητας δεν έχει εκλείψει.
Μετά την τελεσιδικία της κυρωτικής απόφασης δεν υφίσταται ούτε κλήρος, ούτε αποκατασταθείς, κατά τον ΑγρΚ κληρούχος, υπό την έννοια ότι το ακίνητο παύει να έχει πια την ιδιότητα του κληροτεμαχίου και δεν είναι πλέον επιβεβλημένη η τήρηση των περιορισμών και απαγορεύσεων του ΑγρΚ, που αφορούν τις μεταβιβάσεις. Κατ’ ακολουθία, η περαιτέρω μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο η απόφαση αφορά είναι ελεύθερη, η κατάτμησή τους επιτρεπτή, ενώ σε περίπτωση επικύρωσης δικαιοπραξίας με την οποία επέρχεται κατάτμηση, το νέο διαιρετό τμήμα αποκτά νομική αυτοτέλεια και είναι δυνατόν να μεταβιβασθεί ελεύθερα ή να αποτελέσει αντικείμενο χρησικτησίας.
Επικύρωση ανώμαλης δικαιοπραξίας vs επικύρωση κατά το άρθρο 183 ΑΚ: Η επικύρωση ανώμαλης δικαιοπραξίας κατά τη διαδικασία του άρθρου 15 ν.δ. 3958/1959 διαφοροποιείται από την επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας που προβλέπεται στο άρθρο 183ΑΚ. Με την επικύρωση ανώμαλης δικαιοπραξίας θεραπεύονται συγκεκριμένες μόνο ακυρότητες, ήτοι αυτές που πλήττουν το κύρος της δικαιοπραξίας και απορρέουν αποκλειστικά από τις απαγορεύσεις της αγροτικής νομοθεσίας σχετικά με τις εν ζωή μεταβιβάσεις κλήρων και η επικύρωση έχει πάντα αναδρομική ισχύ “ex tunc”, ανατρέχοντας στο χρόνο κατάρτισης της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, με τη θεραπεία να επέρχεται είτε απευθείας από το νόμο είτε κατόπιν τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση της επικύρωσης του άρθρου 183ΑΚ, η άκυρη δικαιοπραξία δεν αναβιώνει, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι έχει εκλείψει ο λόγος που την καθιστά άκυρη, επιχειρείται εκ νέου κατάρτιση δικαιοπραξίας, η οποία απαιτείται να έχει το περιεχόμενο της επικυρούμενης και να συγκεντρώνει το σύνολο των απαιτούμενων προϋποθέσεων για την έγκυρη κατάρτισή της. Η κατάρτιση δεν έχει αναδρομική ενέργεια, αλλά ενέργεια “ex nunc”.

