Το καταπίστευμα του περιλιμπανομένου

Στο άρθρο  1939 ΑΚ περιγράφεται η περίπτωση του  καταπιστεύματος του υπολοίπου ή  καταπίστευμα περιλιμπανομένου, ως είχε επικρατήσει να αναφέρεται .Ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω μορφής καταπιστεύματος ο νόμος θέτει τις εξής  δύο προϋποθέσεις : α) η εγκατάσταση του καταπιστευματοδόχου σε ό,τι βρεθεί στην κληρονομία κατά το θάνατο της επαγωγής σ’ αυτόν και β) παροχή ελεύθερης διαχείρισης στον κληρονόμο. Συνέπεια της ανωτέρω ελευθερίας του βεβαρημένου είναι το δικαίωμα διάθεσης, χωρίς διάκριση ως προς την αιτία, των κληρονομιαίων αντικειμένων, ακόμη και με χαριστικές πράξεις. Ωστόσο, στις πράξεις που αντιστοιχούν στο δικαίωμα διάθεσης του βεβαρημένου, δεν συμπεριλαμβάνεται η διάταξη τελευταίας βούλησης, διότι ο νόμος εννοεί τη διάθεση ως πράξη διαχείρισης. Εκ των ανωτέρω, σαφώς συνάγεται ότι ο διαθέτης μπορεί με διαθήκη  να δεσμεύσει τον βεβαρημένο κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο), άνευ απώλειας του εν γένει χαρακτήρα  της,  ιδίως από τη στιγμή κατά την οποία  ο διαθέτης επιτρέπει  την ελεύθερη διαχείριση στον κληρονόμο ή ο καταπιστευματοδόχος εγκαθίσταται σε ό,τι βρεθεί στην κληρονομιά κατά το χρόνο της επαγωγής της σε αυτόν. Με την υπ.αρ.  403/2019 απόφαση του το Ακυρωτικό Δικαστήριο εμπλούτισε έτι περαιτέρω  την υφιστάμενη  νομολογία του στο εν λόγω θέμα . Συγκεκριμένα  η μείζων πρόταση του έχει ως εξής : «Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1923, 1935 και 1940 ΑΚ προκύπτει, ότι ο διαθέτης μπορεί να εγκαταστήσει με τη διαθήκη του κληρονόμο και να τον υποχρεώσει, να παραδώσει, ύστερα από ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός, την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον, τον καταπιστευματοδόχο. Δηλαδή, το κληρονομικό καταπίστευμα είναι ο θεσμός, που παρέχει στο διαθέτη τη δυνατότητα να ορίσει, όχι μόνο τον κληρονόμο του, αλλά και απώτερο κληρονόμο (μετακληρονόμο) ή κληρονόμους, στους οποίους θα περιέλθει η κληρονομιά του, κατά κανόνα, όταν πεθάνει ο αρχικός κληρονόμος. Η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο επέρχεται μόλις πεθάνει ο κληρονόμος, εφόσον ο διαθέτης δεν όρισε άλλο χρονικό σημείο ή γεγονός. Μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο, αυτός δικαιούται να την αποδεχτεί ή να την αποποιηθεί βάσει των διατάξεων για την αποδοχή ή την αποποίησή της. Για τη σύσταση του καταπιστεύματος δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ούτε καν της λέξης “καταπίστευμα”, αλλά μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί να προκύπτει από τη διαθήκη η θέλησή του να γίνει κάποιος κληρονόμος του για ορισμένο διάστημα και μετέπειτα κληρονόμος του να γίνει άλλος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1937 ΑΚ προκύπτει, ότι ο βεβαρημένος με καταπίστευμα, μέχρι να γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο, έχει την τακτική διαχείριση της κληρονομίας, δηλαδή ενεργεί όλες τις αναγκαίες πράξεις για την εκμετάλλευση, συντήρηση και διαφύλαξη των κληρονομιαίων σύμφωνα με τον προορισμό κάθε αντικειμένου της, εφόσον δε ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, έχει την εξουσία να διαθέτει τα αντικείμενα της κληρονομίας μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στην παρ. 2 του παραπάνω άρθρου περιπτώσεις, δηλαδή μόνον εφόσον:

α) η διάθεση επιβάλλεται από τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης (εκποίηση υποκειμένων σε φθορά αντικειμένων, εκπλήρωση υποχρεώσεων της κληρονομίας), β) αν έδωσε τη συναίνεσή του ο καταπιστευματοδόχος και γ) όταν υπάρχει καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου), κατ` άρθρο 1939 ΑΚ. Κάθε άλλη διάθεση που γίνεται από τον βεβαρημένο κληρονόμο κατά παράβαση των παραπάνω ορισμών, αποβαίνει άκυρη μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1939 ΑΚ, καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου) υπάρχει, όταν ο διαθέτης εγκαθιστά τον καταπιστευματοδόχο σε ό,τι απομένει ή βρεθεί στην κληρονομία κατά το χρόνο επαγωγής σ` αυτόν του καταπιστεύματος και όταν ο διαθέτης επιτρέπει ρητά με τη διαθήκη του την ελεύθερη και απεριόριστη διαχείριση της κληρονομίας στον βεβαρημένο, οπότε ο τελευταίος έχει δικαίωμα να προβεί σε κάθε διάθεση των κληρονομιαίων αντικειμένων με πράξη επαχθή ή χαριστική (πώληση, δωρεά). Δεν δικαιούται, όμως, να τα διαθέσει με διάταξη τελευταίας βούλησης. Τέλος άξιο μνείας είναι ότι σε περίπτωση ύπαρξης διαθήκης του βεβαρημένου κληρονόμου με την οποία επιθυμεί να διαθέσει την κληρονομιαία περιουσία, σε άλλο πρόσωπο, αυτή είναι άκυρη απέναντι στον καταπιστευματοδόχο και δεν παράγει καμία απολύτως έννομη συνέπεια ως προς την επαγωγή κληρονομικών δικαιωμάτων, τα οποία καταλείπονται από το χρόνο θανάτου του βεβαρημένου κληρονόμου, de jure, μόνο στο πρόσωπο υπέρ του οποίου συστήθηκε «το καταπίστευμα του περιλιμπανομένου». Ως έχει κριθεί με σειρά  εφετειακών αποφάσεων << ο βεβαρημένος με καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου), ακόμη και όταν ο διαθέτης επιτρέπει ρητώς με τη διαθήκη του την ελεύθερη και απεριόριστη διαχείριση της κληρονομιάς στον βεβαρημένο, ο τελευταίος δεν δικαιούται να διαθέσει τα κληρονομιαία αντικείμενα με διάταξη τελευταίας βούλησης…».