Η φορολογία αποτελεί μια από τις κυριότερες εκδηλώσεις κρατικής εξουσίας και κυριαρχίας. Με την επιβολή φόρου ένα μέρος του εισοδήματος των ιδιωτών μεταβαίνει στο δημόσιο τομέα μέσω της φορολογίας ώστε να συγκεντρωθούν οικονομικοί πόροι για την κάλυψη δαπανών που απορρέουν από τις αρμοδιότητές του. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Θεμελιώδεις στο φορολογικό δίκαιο είναι οι αρχές της νομιμότητας του φόρου, της ισότητας αλλά και η αρχή της περιορισμένης αναδρομικότητας, οι οποίες εξειδικεύουν την αρχή του κράτους δικαίου.
Έννοια της αναδρομικότητας
Ως αναδρομικότητα ορίζεται η εφαρμογή ενός κανόνα δικαίου σε χρονικό σημείο προγενέστερο της έναρξης ισχύος του. Στην ελληνική έννομη τάξη δεν υφίσταται γενική αρχή απαγόρευσης της αναδρομικότητας των νόμων. Στο πεδίο του φορολογικού δικαίου συγκεκριμένα, στο αρ. 78 παρ. 2 Σ καθιερώνεται καταρχήν απαγόρευση της αναδρομικότητας των φορολογικών διατάξεων υπό έναν περιορισμό: επιτρέπεται η αναδρομική εφαρμογή ως το προηγούμενο οικονομικό έτος εκείνου κατά το οποίο επεβλήθη ο φόρος.
Ρητέον ότι το χρονικό πεδίο εφαρμογής των φορολογικών διατάξεων είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι ενόψει του επαχθούς χαρακτήρα της φορολογίας, οι πολίτες είναι απαραίτητο να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, προκειμένου να μπορούν να προγραμματίζουν και να διαμορφώνουν την οικονομική συμπεριφορά τους, τις συναλλαγές και τις έννομες σχέσεις τους.
Η έννοια του οικονομικού έτους
Στο παρελθόν η έννοια του οικονομικού έτους προκάλεσε ιδιαίτερη σύγχυση. Ο ισχύων Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ) κατήργησε τη διάκριση μεταξύ χρήσης (ημερολογιακού έτους) και οικονομικού έτους, εισάγοντας την έννοια του φορολογικού έτους, το οποίο ταυτίζεται με το ημερολογιακό έτος (αρ. 8 παρ. 1 ΚΦΕ). Με το δεδομένο αυτό, κατ’ ορθή ερμηνεία της περιορισμένης αναδρομικότητας του φόρου επιτρέπεται η νομοθετική αναδρομή μέχρι και την αρχή του ημερολογιακού έτους που προηγείται της επιβολής του φόρου, ενώ απαγορεύει την αναδρομή για προγενέστερα πέραν του προηγούμενου ημερολογιακά έτη. Για παράδειγμα, νόμος που δημοσιεύεται και τίθεται σε ισχύ εντός του 2024, επιτρέπεται να καταλάβει χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2023 και έπειτα, αλλά σε καμία περίπτωση προγενέστερο χρονικό διάστημα.
Αναδρομική εφαρμογή ευμενέστερης διοικητικής κύρωσης
Σε περίπτωση παράβασης κρίσιμος χρόνος για την επιβολή κύρωσης είναι ο χρόνος τέλεσης της παράβασης με την έννοια ότι η κύρωση επιβάλλεται καταρχήν με βάση το ισχύον κατά το χρόνο αυτόν νομοθετικό καθεστώς. Ωστόσο, ο κανόνας αυτός δεν είναι ανεπίδεκτος εξαιρέσεων. Σύμφωνα με την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου κυρωτικού νόμου, όπως το περιεχόμενο αυτής έχει διαπλασθεί νομολογιακά, σε περίπτωση διαδοχής ουσιαστικών νόμων που αφορούν στην ίδια ή σε συγκρίσιμη παραβατική συμπεριφορά, εφαρμόζεται ο νεώτερος νόμος, ο οποίος εκτιμώμενος και εφαρμοζόμενος στο σύνολό του, είναι ευμενέστερος για τον ελεγχόμενο, δηλαδή άγει στη συγκεκριμένη περίπτωση σε ευνοϊκότερο γι’ αυτόν αποτέλεσμα.

