Υπαναχώρηση και καταγγελία στη σύμβαση έργου

Κατά  το άρθρο 686 ΑΚ, σε περίπτωση κατά την οποία  ο εργολάβος καθυστερήσει  την εκτέλεση του έργου ή κωλυσιεργεί σε βαθμό τέτοιο που ζημιώνεται ο εργοδότης , άνευ υπαιτιότητας του, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του, μπορεί ο εργοδότης, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη. Η υπαναχώρηση έχει ως συνέπεια την άμεση διάλυση της συμβάσεως με ενέργεια αποκλειστικά ενοχική και αναδρομική (ex tunc) και την υποχρέωση των μερών προς επιστροφή των παροχών που είχαν εκτελεστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (389 §2 ΑΚ).

Ειδικότερα, η σύμβαση μισθώσεως έργου μπορεί να διαλυθεί με αντισυμφωνία διεπομένη από το άρθρο 361 ΑΚ υποχρεώνουσα τον εργολάβο να αποδώσει στον εργοδότη τη ληφθείσα αμοιβή εντόκως από την ημέρα που την εισέπραξε ( Α.Π. 413/76 ΝοΒ 24, 941Α.Π. 1720/99 Δνη 41, 1037. Α.Π. 748/94 Δνη 37, 74. ΕΑ 8262/82 Δνη 25, 469. Μπαλή Ενοχικό παρ. 70 ΚΑΙ ΠΑΡ. 113 ΑΡ. 7 αρ. 39 Βαθρακοκοίλης ΕρΝΟΜΑΚ άρθρο 361 αριθ.8). Ετσι, από την έγκυρη άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως δεν έχει πλέον κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη  αξίωση εναντίον του άλλου για εκπλήρωση και ο εργολάβος υποχρεούται να επιστρέψει το μέρος ή το σύνολο της αμοιβής που έλαβε, με νόμιμο τόκο από την υπαναχώρηση (ΑΠ 948/2002 ΕλλΔνη 43 (2002) 1690, ΕφΑΘ 3205/95 ΕλλΔνη 38 (1997) 932) ενώ ο εργοδότης έχει και πρόσθετη αξίωση αποζημίωσης (ΟλΑΠ 568/75 ΝοΒ 23,1080).

Σε περίπτωση εκτέλεσης μέρους του έργου όπου είναι δυνατό κάτι τέτοιο, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, να υπαναχωρήσει μόνο σε σχέση με το τμήμα του έργου, που δεν έχει εκτελεστεί κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, οφείλοντας στην περίπτωση αυτή μόνο αντίστοιχη αμοιβή για τις εκτελεσθείσες μέχρι το χρόνο τούτο  εργασίες. Η <<υπαναχώρηση>> αυτή έχει την πραγματική έννοια της  καταγγελία της σύμβασης, καθό μέρος επενεργεί  για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου, που εκτελέστηκε μέχρι την άσκησή της. Αυτή μπορεί να λαβει χώρα οποτεδήποτε μέχρι την ολοκλήρωση του έργου,  άνευ ετέρου ήτοι χωρίς επίκληση σπουδαίου λόγου, οπότε η σύμβαση  λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο εργοδότης  να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή. Η ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως  του εργοδότη ,δηλαδή εάν πρόκειται για υπαναχώρηση ή καταγγελία ,εναπόκειται στα δικαστήρια ουσίας η κρίση τους δε αυτή ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο.