Η τραπεζική θυρίδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται στην πράξη ως εργαλείο «σιωπηρής ασφάλειας» περιουσίας, ιδίως σε οικογενειακά και κληρονομικά συμφραζόμενα. Η αντίληψη ότι μέσω της μίσθωσης θυρίδας μπορεί να επιτευχθεί είτε έμμεση μεταβίβαση περιουσίας είτε αποφυγή της κληρονομικής και φορολογικής διαδικασίας δεν αντέχει σε σοβαρό νομικό έλεγχο και έχει επανειλημμένως διαψευσθεί από τη νομολογία.
Η νομική φύση της σύμβασης τραπεζικής θυρίδας έχει παγίως προσδιορισθεί τόσο από τη θεωρία όσο και από τη νομολογία ως καθαρή σύμβαση μίσθωσης πράγματος και ειδικότερα μίσθωσης μέρους πράγματος. Εκμισθωτής είναι η Τράπεζα, μισθωτής ο πελάτης, μίσθιο η θυρίδα ως συγκεκριμένος και οριοθετημένος χώρος και μίσθωμα το καταβαλλόμενο αντάλλαγμα. Η Τράπεζα δεν αναλαμβάνει υποχρέωση φύλαξης συγκεκριμένων αντικειμένων, δεν γνωρίζει ούτε ελέγχει το περιεχόμενο της θυρίδας και δεν καθίσταται θεματοφύλακας κατά την έννοια των διατάξεων περί παρακαταθήκης. Οι παλαιότερες θεωρητικές απόψεις περί παρακαταθήκης ή μικτής σύμβασης έχουν πλέον καθαρά ιστορικό χαρακτήρα.
Η θεμελιώδης αυτή δογματική παραδοχή έχει άμεσες έννομες συνέπειες. Η Τράπεζα δεν πιστοποιεί την κυριότητα των αντικειμένων που φυλάσσονται στη θυρίδα και η πρόσβαση σε αυτήν, ακόμη και από περισσότερα πρόσωπα, δεν γεννά εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα επί του περιεχομένου. Ο συνμισθωτής ή συνδικαιούχος αποκτά αποκλειστικά δικαίωμα πρόσβασης στον μισθωμένο χώρο και όχι δικαίωμα κυριότητας επί των κινητών που βρίσκονται εντός αυτού. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, διότι αποκλείει τη λειτουργία της θυρίδας ως μηχανισμού μεταβίβασης περιουσίας, είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το ειδικό φορολογικό τεκμήριο του άρθρου 19 του ν. 2961/2001. Ο νομοθέτης, αναγνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο της θυρίδας είναι άγνωστο στη Διοίκηση, καθιέρωσε μαχητό τεκμήριο κατά το οποίο τα κινητά πράγματα που βρίσκονται σε θυρίδα μισθωμένη από ένα πρόσωπο τεκμαίρονται ότι ανήκουν στον μισθωτή. Σε περίπτωση θανάτου του τελευταίου, το σύνολο του περιεχομένου θεωρείται κληρονομιαία περιουσία και υπόκειται σε φόρο κληρονομίας. Η διοικητική νομολογία έχει επανειλημμένως επιβεβαιώσει ότι το τεκμήριο αυτό εφαρμόζεται πλήρως, ανεξαρτήτως του αν τρίτα πρόσωπα είχαν πρόσβαση στη θυρίδα ή αν επικαλούνται δικαιώματα επί του περιεχομένου της.
Ωστόσο, το τεκμήριο είναι μαχητό. Η ανατροπή του προϋποθέτει απόδειξη ότι συγκεκριμένα αντικείμενα ανήκαν σε τρίτο και είχαν παραδοθεί στον μισθωτή αποκλειστικά προς φύλαξη. Η παρακαταθήκη, στην περίπτωση τραπεζικής θυρίδας, δεν τεκμαίρεται ούτε συνάγεται από τη συγγενική σχέση ή την κοινή χρήση της θυρίδας. Απαιτείται συγκεκριμένη και πειστική απόδειξη της κυριότητας και της παράδοσης προς φύλαξη. Η νομολογία έχει δεχθεί ως κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία ιδιωτικά συμφωνητικά με βέβαιη χρονολογία, αποδείξεις αγοράς στο όνομα του τρίτου, διακριτή και σαφώς αναγνωρίσιμη φύλαξη των αντικειμένων εντός της θυρίδας, καθώς και συμβολαιογραφικές εκθέσεις απογραφής που καταγράφουν τη διάκριση αυτή. Ένορκες βεβαιώσεις τρίτων μπορούν να λειτουργήσουν ενισχυτικά, όχι όμως αυτοτελώς.
Παράλληλα, η τραπεζική θυρίδα έχει απασχολήσει εντόνως τη σύγχρονη νομολογία περί προσαύξησης περιουσίας και έμμεσων μεθόδων ελέγχου. Τα διοικητικά δικαστήρια και το Συμβούλιο της Επικρατείας έχουν καταστήσει σαφές ότι η επίκληση διατήρησης μετρητών εκτός τραπεζικού συστήματος, ακόμη και σε τραπεζική θυρίδα, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει μεταγενέστερες τραπεζικές καταθέσεις. Ο φορολογούμενος φέρει το βάρος να αποδείξει όχι μόνο τη νόμιμη πηγή των χρημάτων, αλλά και την αιτιώδη σύνδεση μεταξύ της πηγής αυτής και των συγκεκριμένων καταθέσεων. Η ύπαρξη θυρίδας, αντί να διευκολύνει την απόδειξη, συχνά ενισχύει την αδυναμία ιχνηλάτησης της διαδρομής των κεφαλαίων και οδηγεί σε απόρριψη των σχετικών ισχυρισμών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πάγια θέση της νομολογίας ότι η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να στηρίξει τον καταλογισμό φορολογητέας ύλης σε έμμεσες αποδείξεις και αντικειμενικές ενδείξεις, χωρίς να απαιτείται πλήρης ανασύνθεση της οικονομικής διαδρομής των χρημάτων, όταν ο ίδιος ο φορολογούμενος, που τεκμαίρεται ότι γνωρίζει την πραγματική τους προέλευση, αδυνατεί ή αρνείται να την τεκμηριώσει επαρκώς. Η τήρηση μετρητών σε θυρίδα δεν ανατρέπει τον κανόνα αυτό, ούτε μετακυλίει το βάρος απόδειξης στη Διοίκηση.
Συμπερασματικά, η τραπεζική θυρίδα αποτελεί αποκλειστικά εργαλείο φυσικής ασφάλειας αντικειμένων και όχι νομικό ή φορολογικό μηχανισμό μεταβίβασης ή απόκρυψης περιουσίας. Η κυριότητα του περιεχομένου δεν τεκμαίρεται υπέρ τρίτων, η κληρονομική και φορολογική μεταχείριση διέπεται από αυστηρά τεκμήρια και η ανατροπή τους απαιτεί συγκεκριμένη και προγενέστερη απόδειξη. Όποιος επιδιώκει νομική και φορολογική ασφάλεια οφείλει να προβαίνει σε ρητές, διαφανείς και τυπικά άρτιες εν ζωή πράξεις, και όχι να επενδύει σε σιωπηρές πρακτικές που καταρρέουν τόσο στον φορολογικό έλεγχο όσο και στη δικαστική κρίση.
Η τραπεζική θυρίδα προστατεύει αντικείμενα· δεν προστατεύει νομικές κατασκευές που στερούνται θεμελίωσης.

