Οι έξυπνες συμβάσεις αναγνωρίζονται πλέον από την ελληνική νομοθεσία για τις αναδυόμενες τεχνολογίες (Ν 4961/2022) ως έγκυρα συμβατικά εργαλεία, υπό τους όρους του Αστικού Κώδικα. Το «έξυπνο συμβόλαιο» συνιστά μια εξ ολοκλήρου ψηφιακή σύμβαση, η οποία δεν αποτυπώνεται γραπτώς, ενώ πιστοποιείται μέσω της χρήσης ηλεκτρονικών υπογραφών και κρυπτογραφικών κλειδιών. Πρόκειται για έναν υπολογιστικό κώδικα, ο οποίος «τρέχει» σε ένα περιβάλλον blockchain και περιλαμβάνει το σύνολο εκείνων των συμφωνημένων όρων, οι οποίοι όταν συντρέξουν, θα επιφέρουν την αυτόματη εκτέλεση της εκάστοτε σύμβασης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια συλλογή από κώδικα και δεδομένα, τα οποία αναπτύσσονται σε ένα περιβάλλον blockchain. Σκοπός είναι η εκτέλεση μιας «υπηρεσίας», βάσει των δεδομένων που δίνει ο χρήστης. Ένα έξυπνο συμβόλαιο έχει την ικανότητα να εκτελεί πολύπλοκες συναλλαγές και όχι μόνο την αποστολή κεφαλαίων μεταξύ λογαριασμών. Έτσι, μπορεί μεταξύ άλλων να πραγματοποιήσει υπολογισμούς, να αποθηκεύσει πληροφορίες και να στείλει αυτόματα χρήματα σε άλλους λογαριασμούς στοιχεία που συνθέτουν ένα «έξυπνο συμβόλαιο» είναι τα εξής: α) η διεύθυνση (address), η οποία συνίσταται στη διεύθυνση χρήστη του αποστολέα και του παραλήπτη της εκάστοτε συναλλαγής β) η αξία (value), η οποία συνίσταται στην αξία που μεταφέρεται κάθε φορά, δηλαδή το αντικείμενο της εκάστοτε συναλλαγής γ) η κατάσταση (state), η οποία περιλαμβάνει τα δεδομένα που οργανώνονται στο εκάστοτε «έξυπνο συμβόλαιο» και δ) οι μεταβλητές (variables). Το στοιχείο αυτό συνίσταται στις μεταβλητές των ανωτέρω δεδομένων του έξυπνου συμβολαίου που αποτυπώνονται στην εκάστοτε γλώσσα προγραμματισμού.

