Τίτλοι Κτήσης Μετοχών (warrants)

Οι τίτλοι κτήσης μετοχών (warrants) εισήχθησαν στην ελληνική νομοθεσία περί ανωνύμων εταιριών με τον ν. 4548/2018. Είχαν προηγηθεί οι «τίτλοι παραστατικοί δικαιωμάτων κτήσης μετοχών» του ν. 3864/2010. Τα warrants θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουν υβριδική φύση. Δεν είναι ακόμη τίτλοι κεφαλαίου ούτε χρεωστικοί τίτλοι. Συγκεκριμένα είναι τίτλοι που αναπαριστούν το δικαίωμα του δικαιούχου να αποκτήσει άλλα αξιόγραφα (συνήθως μετοχές) έναντι ορισμένου ανταλλάγματος, με μονομερή δήλωσή του. Eνσωματώνουν αξιογραφικώς δικαιώματα προαιρέσεως, αφού κατοχυρώνουν αποκλειστικά δικαίωμα και όχι υποχρέωση του  δικαιούχου να αγοράσει ή να αποκτήσει τις μετοχές υπό συγκεκριμένους όρους. Τα  warrants προϋποθέτουν και βασίζονται στο αντίστοιχο «σύμφωνο προαιρέσεως», δηλαδή στη συμφωνία με ορισμένο αντισυμβαλλόμενο του δικαιούχου που περιγράφει τους όρους υπό τους οποίους ιδρύεται το διαπλαστικό δικαίωμα του δικαιούχου για την κατάρτιση ορισμένης κύριας σύμβασης (αγοράς ή μεταβίβασης μετοχών) και υλοποιείται η άσκησή του. Ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται στη συναλλακτική πρακτική «εκδότης του δικαιώματος» και δεσμεύεται δικαιοπρακτικά έναντι του δικαιούχου, μπορεί να είναι είτε τρίτο πρόσωπο, είτε η ίδια η ανώνυμη εταιρεία. Κατ’ αποτέλεσμα στην πρώτη περίπτωση, οπότε γίνεται λόγος για καλυμμένους τίτλους κτήσης μετοχών (covered warrants) , η απόκτηση των μετοχών μετά την άσκηση του δικαιώματος από το δικαιούχο δύναται να λάβει χώρα λόγω πώλησης και μεταβίβασης εκ μέρους του εκδότη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, κατά την οποία γίνεται λόγος για εταιρικούς τίτλους κτήσης μετοχών (εταιρικά warrants, stock warrants, οι μετοχές αποκτώνται μέσω αύξησης κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας την οποία καλύπτει ο δικαιούχος. Τα χαρακτηριστικά στοιχεία κάθε warrant απορρέουν από την ενοχική σύμβαση (σύμφωνο προαιρέσεως) του δικαιούχου με τον εκάστοτε αντισυμβαλλόμενο – εκδότη του warrant δυνάμει της οποίας ιδρύονται και ενσωματώνονται αξιογραφικά τα αντίστοιχα δικαιώματα προαιρέσεως. Ως αναγκαίο περιεχόμενο περιλαμβάνουν: α) την επωνυμία της εταιρείας («υποκείμενη αξία») μετοχές της οποίας ο δικαιούχος φέρει δικαίωμα να αγοράσει ή αποκτήσει εφόσον ασκήσει το δικαίωμα, β) τον αριθμό των μετοχών στις οποίες αντιστοιχεί κάθε δικαίωμα προαίρεσης («πολλαπλασιαστής», multiplier), γ) το τίμημα για την απόκτηση κάθε μετοχής («τιμή άσκησης», exercise price), δ) την αποσβεστική προθεσμία του δικαιώματος (exercise period, προσδιοριζόμενη ως προς ορισμένη «ημερομηνία λήξης”, expiry date), ε) τη δέσμευση και αποδοχή του εκδότη ως προς την άμεση επέλευση των αποτελεσμάτων της άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης, χωρίς ανάγκη σύμπραξης του δεσμευόμενου και άνευ οποιασδήποτε δικαστικής συνδρομής. Τα warrants επηρεάζουν δυνητικά το μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης (κατά την ενδεχόμενη άσκηση των δικαιωμάτων προαιρέσεως), μόνο στην περίπτωση που εκδότης τους είναι η ίδια η ανώνυμη εταιρεία, όπως συμβαίνει συχνά στη διεθνή πρακτική. Αντίθετα, όταν εκδότης των warrants είναι τρίτο πρόσωπο (συνήθως υφιστάμενος μέτοχος), που υπόσχεται να πωλήσει και μεταβιβάσει μετοχές προς το δικαιούχο σε περίπτωση ασκήσεως του δικαιώματος, δεν μεταβάλλεται η κεφαλαιουχική βάση της εταιρείας. Μέχρι την άσκησή τους, τα warrants δεν παρέχουν άλλα εταιρικά δικαιώματα στον κάτοχό τους, λ.χ. δικαίωμα στο μέρισμα ή στη λήψη αποφάσεων, δεν αποκλείεται ωστόσο να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετούν σχετικά δικαιώματα προσδοκίας του δικαιούχου.
Ο θεσμός των warrants  βοήθησε πολύ κατά την ανακεφαλαιοποίηση των Ελληνικών Τραπεζών κατά το 2011. Από το 2018 δίδεται η δυνατότητα σε κάθε ελληνική ανώνυμη εταιρεία να αξιοποιήσει το εργαλείο αυτό για την προσέλκυση επενδυτών και εν γένει επενδυτικών κεφαλαίων. Στο μέλλον είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσει βασικό επενδυτικό εργαλείο των περισσοτέρων επιχειρήσεων συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στην ανάπτυξη της Ελληνικής Οικονομίας.